Βιβλιο

Cecelia Ahern

H κόρη του πρώην πρωθυπουργού της Ιρλανδίας μιλάει στην A.V.

Δήμητρα Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 353
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Σήμερα είναι 30 χρόνων. Ξεκίνησε όμως να γράφει στα 21 της, κάνοντας ντεμπούτο με μια ασυνήθιστη ιστορία αγάπης που καρφώθηκε κατευθείαν στη λίστα των best sellers το 2004, το «ΥΓ. Σ’ αγαπώ» - ένα από τα πιο πετυχημένα μυθιστορήματα πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων. Τρία χρόνια αργότερα, το βιβλίο μεταφερόταν στη μεγάλη οθόνη με πρωταγωνιστές τη Χίλαρι Σουάνκ και τον Τζεράρντ Μπάτλερ, ενώ στο μεταξύ η μικρή Σεσίλια από το Δουβλίνο είχε γράψει άλλο ένα best seller («Στην άκρη του ουράνιου τόξου»). Μέχρι το 2010 θα ακολουθούσαν άλλα τέσσερα. Είναι κόρη του πρώην πρωθυπουργού της Ιρλανδίας Bertie Ahern. Είναι ακόμα σεναριογράφος και συν-παραγωγός στην κωμωδία «Samantha Who» με πρωταγωνίστρια την Christina Applegate. To 2000, σε ηλικία 19 χρονών, κέρδισε με το pop group Shimma την τρίτη θέση στο διαγωνισμό για το τραγούδι της Ιρλανδίας στη Eurovision. Μια δεκαετία αργότερα, στα 29 της, θα γινόταν και μητέρα. Όσο για τη συγγραφική της πορεία, συνεχίζεται ακάθεκτη. Το τελευταίο της βιβλίο «Μια σελίδα για κάθε αύριο» (εκδ. Διόπτρα) είναι ένα κράμα σασπένς, μυστηρίου και ευφάνταστης υπόθεσης με γρήγορη, νεανική γραφή.

Πώς μπήκε η λογοτεχνία στη ζωή σου;

Aπό μικρή είμαι με ένα βιβλίο στο χέρι. Στα 8 μου έγραφα σύντομες ιστορίες και ποιήματα. Στα 21 μου το πήρα σοβαρά και έγραψα την πρώτη ολοκληρωμένη μου ιστορία. Δεν είχα στο μυαλό μου να γίνω συγγραφέας, το έκανα για εμένα. Ήταν μια προσωπική υπόθεση.

Η ιστορία στο πρώτο σου βιβλίο, το«ΥΓ. Σ’ αγαπώ» είναι σπαρακτική, χαρακτηρίζεται νεκροφιλική και ασυνήθιστα ώριμη για ένα 21χρονο κορίτσι.

Εκείνη την περίοδο σκεφτόμουν πώς είναι να χάνεις ανθρώπους που αγαπάς και ύστερα να ψάχνεις τα νέα στοιχεία που θα δώσουν στη ζωή σου νόημα. Η ιδέα άρχισε να μεγαλώνει διαρκώς και τότε κατάλαβα ότι έπρεπε επειγόντως να καθίσω και να τη γράψω. Παρότι στο βιβλίο δεν υπάρχει κανένα αληθινό ή προσωπικό στοιχείο, έβαλα την ψυχή μου σε αυτή την ιστορία. Ακολούθησα την ηρωίδα μου στο ταξίδι της, έκλαιγα μαζί της, γελούσα όταν γελούσε και εκείνη. Πάντα όταν γράφω είμαι μέσα στην ιστορία. Λειτουργεί σαν θεραπεία για εμένα, είναι ένας τρόπος να εκφράζω τα συναισθήματά μου. Άλλωστε, παρότι δεν έχω καμία σχέση με την ηρωίδα του «ΥΓ. Σ’ αγαπώ», μερικά συναισθήματά της τα είχα ήδη γνωρίσει στα 21 μου - ήξερα πώς είναι να αισθάνεσαι χαμένη, μπερδεμένη, να αισθάνεσαι λύπη και μοναξιά.

Πώς αισθάνεται ένα κορίτσι που βλέπει το πρώτο του βιβλίο να πουλάει σε 22 χώρες;

Δεν έλεγα σε κανέναν ότι έγραφα, ντρεπόμουν πολύ, ένιωθα ότι δεν είναι και τόσο… cool. Η μόνη που το ήξερε ήταν η μητέρα μου και τσαντιζόμουν απίστευτα όταν το έλεγε στις φίλες της. Όσοι το μάθαιναν ρωτούσαν: «Μα πώς της ήρθε να γράψει σε αυτή την ηλικία βιβλίο; Δεν δουλεύει; Δεν σπουδάζει;». H μητέρα μου παρ’ όλα αυτά ήταν πολύ υποστηρικτική, παροτρύνοντάς με διαρκώς να στείλω την ιστορία σε κάποιον έκδοτη για να δω όπως έλεγε «αν έχω ταλέντο». Όταν τελικά εκδόθηκε το βιβλίο, μου προκάλεσε έκπληξη η σημασία που έδιναν όλοι στην ηλικία. Δεν περίμενα ότι τα 21 θα θεωρούνταν περιοριστικός όρος, από την άποψη ότι κάποιος σε αυτή την ηλικία δεν είναι αρκετά έμπειρος και ικανός. Οι εμπειρίες σου χτυπούν διαρκώς την πόρτα, δεν χρειάζεται να είσαι τουλάχιστον 30 για να γράψεις. Για εμένα οι άνθρωποι είναι πολύ πιο συναισθηματικά έξυπνοι στα 20 και 25 τους από οποιαδήποτε άλλη ηλικία.

Τι αντίκτυπο είχε για εσένα η πρώτη εκείνη επιτυχία;

Επικεντρώθηκα αμέσως στο επόμενο βιβλίο. Ήμουν 21, δεν δούλευα, έμενα με τους γονείς μου, μόλις είχα τελειώσει το κολέγιο και δεν ήξερα ακόμα τι θα κάνω στη ζωή μου. Δεν ήξερα καν ποια είμαι. Στην αμέσως επόμενη στροφή είχα αποκτήσει καριέρα, ταξίδευα σε όλο τον κόσμο και έβγαζα τα δικά μου χρήματα. Ήταν ακόμα καλύτερα και από το όνειρο της ζωής σου που έβγαινε αληθινό, γιατί δεν είχα καν ονειρευτεί ότι θα γινόμουν συγγραφέας.

Σπούδασες δημοσιογραφία. Πώς σου φαίνεται σήμερα το αντικείμενο;

Νομίζω ότι θα ήμουν απαίσια δημοσιογράφος. Για να γράψω κάτι πρέπει να είναι φανταστικό, επινοημένο. Δεν μπορώ να καταγράφω και να παρακολουθώ τα αληθινά γεγονότα, το μυαλό μου περιπλανιέται συνεχώς, αναρωτιέμαι διαρκώς «Τι θα γινόταν... αν;».

Για ένα μεγάλο διάστημα, από το 1997 ως το 2008, ήσουν η κόρη του πρωθυπουργού της Ιρλανδίας. Πώς επηρέασε αυτό τη ζωή σου;

Μεγάλωσα με την πολιτική, αλλά ο πατέρας μου δεν ήθελε ποτέ η αδερφή μου και εγώ να μπούμε σε αυτόν το χώρο. Η ζωή μας πάντως ήταν φυσιολογική. Εντάξει, έπρεπε να προσέχουμε με ποιους κάνουμε παρέα και πού πηγαίνουμε, να είμαστε υπεύθυνοι και να μην ντροπιάσουμε ή φέρουμε σε δύσκολη θέση τον πατέρα μας που ήταν δημόσιο, πολιτικό πρόσωπο, αλλά σε λογικά πλαίσια. Για τα θέματα της πολιτικής ρωτούσα πάντα τον πατέρα μου, γιατί μου τα εξηγούσε με τρόπο που μπορούσα να καταλάβω.

Πρόσφατα η πατρίδα σου η Ιρλανδία βρέθηκε στη θέση της Ελλάδας με το ίδιο «πακέτο» προβλημάτων - οικονομική κρίση, δανεισμός, ΔΝΤ, ανεργία…

Ναι, είναι μια κατάσταση που μας επηρεάζει όλους. Οι φίλοι μου φοβούνται μη χάσουν τη δουλειά τους, κανείς δεν ξέρει τι του επιφυλάσσει το μέλλον. Οι άνθρωποι πρέπει να μείνουν ενωμένοι και αλληλέγγυοι. Δεν μπορείς να ζήσεις αλλιώς. Να αισθάνεσαι μονίμως θυμωμένος και προδομένος. Πρέπει να δουλέψουμε σκληρά, να γίνουμε δημιουργικοί, να προσπαθήσουμε να προχωρήσουμε την κατάσταση μέσα από νέες ιδέες.

Η Αθήνα τι ατμόσφαιρα σου μεταδίδει;

Τις λίγες ημέρες που είμαι εδώ όλοι μου μιλάνε για το αίσθημα φόβου και οργής που αισθάνεστε. Δεν το βίωσα, αλλά και πάλι εγώ περπάτησα στην τουριστική περιοχή της Πλάκας, συναντώντας παντού ανθρώπους που προσπαθούσαν να με εξυπηρετήσουν. Ξέρω ότι στην υπόλοιπη πόλη η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική, και χθες βράδυ έμαθα και για τη μεγάλη διαδήλωση στο Σύνταγμα.

Οι υποθέσεις των βιβλίων πώς σε «βρίσκουν»;

Ξεδιπλώνονται στο μυαλό μου όταν ταξιδεύω με το αεροπλάνο, όταν οδηγώ το αυτοκίνητό μου, πριν κοιμηθώ. Ονειροπολώ σχεδόν συνέχεια!

Πρέπει όμως να υπάρχει και κάποιο είδος προγράμματος. Γράφεις σταθερά ένα βιβλίο το χρόνο;

Η αλήθεια είναι ότι γράφω πολύ γρήγορα. Η συγγραφή μού παίρνει 6 μήνες. Γράφω 9 το πρωί με 5 το απόγευμα, πάντα πρώτα σε χαρτί και μετά στον υπολογιστή. Οι ιστορίες τρέχουν πιο εύκολα στο χαρτί, πιο φυσικά - είναι πάντα σα να γράφω το προσωπικό μου ημερολόγιο.

Η ιστορία του τελευταίου βιβλίου πώς προέκυψε;

Η ιδέα ξεκίνησε από ένα βιβλίο που «γεμίζει», γράφει τις σελίδες μόνο του με αφορμή μια διαπίστωση που έκανα για τον εαυτό μου - ότι όσο περισσότερο γράφω, τόσα περισσότερο ανακαλύπτω για εμένα, σκέψεις που δεν ήξερα καν ότι είχα. Έπλασα λοιπόν μια ηρωίδα η οποία βρίσκει ένα βιβλίο που της αποκαλύπτει πώς ακριβώς θα είναι η επόμενη μέρα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, το μέλλον της είναι κάτι που ποτέ δεν την ένοιαζε - ζούσε μόνο για το σήμερα. Ξαφνικά, το μέλλον είναι μπροστά της και εκείνη πρέπει να επιλέξει αν θα το αγνοήσει ή αν θα προσπαθήσει να το αλλάξει. Έχει φτάσει δηλαδή η ώρα να αποκτήσει την υπευθυνότητα των πράξεών της και να βρει τη χαμένη της ταυτότητα. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Ιρλανδία και πρόσωπο-κλειδί είναι ο πατέρα της 17 χρονης ηρωίδας μου, ένας πλούσιος άνθρωπος που τα χρέη τον οδηγούν στην αυτοκτονία.

Υπάρχουν πάντα αρκετές σκοτεινές γωνίες στα βιβλία σου…

Σε γενικές γραμμές είμαι αισιόδοξος άνθρωπος αλλά συχνά έλκομαι από τη μελαγχολία. Είμαι από αυτούς θα κλάψουν με ένα βιβλίο ή μια ταινία. Τα βιβλία μου αρχίζουν πάντα με λυπημένες σκηνές και βαρύ κλίμα, αλλά σταδιακά οδηγούνται στο ρεαλισμό της καθημερινής ζωής - όχι απαραίτητα στην αισιοδοξία. Το happy end δεν με εκφράζει. Για εμένα, χαρούμενο τέλος είναι να ξυπνάει ο ήρωας μου και να αισθάνεται ότι έχει ελπίδες, να μη νιώθει χαμένος.

Οι αγαπημένοι σου συγγραφείς;

Μου αρέσει πολύ ο Mich Albom (σ.σ. Αμερικανός συγγραφέας, σεναριογράφος και δημοσιογράφος) γιατί οι ιστορίες του είναι σχεδόν μεταφυσικές. Οι απίθανες, εξωφρενικές καταστάσεις που εφευρίσκει με ενθουσιάζουν και διευρύνουν τη σκέψη μου. Μου αρέσει επίσης πολύ ο Lee Child (σ.σ. Βρετανός συρραφέας. Και στα 12 βιβλία του ήρωας είναι ο Τζακ Ρίτσερ, ένας μοναχικός περιπλανώμενος πρώην αστυνομικός του στρατού). Τα αστυνομικά είναι η μεγάλη μου αδυναμία. Δεν είχα ποτέ αναφορές στα κλασικά αναγνώσματα. Όταν ήμουν παιδί δεν έγραφα ποτέ σε σοφιστικέ στιλ, επηρεασμένη από τον Σέξπιρ ή την ιρλανδική ποίηση όπως άλλα παιδιά. Οι ιστορίες μου είχαν πάντα για ήρωες καθημερινούς ανθρώπους και χρόνο δράσης το σήμερα. Γενικώς πιο εύκολα διαβάζω εμπορική λογοτεχνία - θέλω ήρωες με τους οποίους να μπορώ να ταυτιστώ. Νομίζω ότι πολλοί διαβάζουν κλασική λογοτεχνία γιατί «πρέπει». Προσωπικά δεν με συγκινεί.

Αν ερχόμασταν ταξίδι στην πατρίδα σου, τι θα μας έλεγες ότι πρέπει να δούμε οπωσδήποτε;

Το Kerry, μια επαρχία στο δυτικότερο άκρο της χώρας με μοναδικό φυσικό τοπίο, λίμνες, βουνά και χωριουδάκια όπου οι άνθρωποι μιλάνε ακόμα τα παλιά ιρλανδικά. Πηγαίνω τουλάχιστον μία φορά το χρόνο για να αντλήσω έμπνευση για τα βιβλία μου. Για μένα, είναι το πιο όμορφο μέρος στον κόσμο. Οι Ιρλανδοί είναι όπως είναι οι Έλληνες, ανοιχτοί και καθόλου καθωσπρέπει. Όπως κι εσείς, αγαπάμε τη ζωή, τη διασκέδαση και να διηγούμαστε ιστορίε