Βιβλιο

Η ζωή του άλλου

Με το αυτοβιογραφικό «Ένας θάνατος στην οικογένεια», ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ έχει κάνει όλο τον κόσμο να ασχολείται με την περίπτωσή του. Μαζί και εμάς.

Δημήτρης Καραθάνος
ΤΕΥΧΟΣ 537
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Σε μία από τις αραιές περιπτώσεις φιλαναγνωστικής σύμπνοιας στο ίδιο δρομολόγιο του ΚΤΕΛ, η διπλανή μου σήκωσε το βλέμμα από τον Ουελμπέκ της, ύψωσε ένα φρύδι προς το βιβλίο που καταβρόχθιζα αδηφάγα, και αποφάνθηκε: «Καλή αρχή. Έχεις πέντε τόμους επιπλέον να διαβάσεις». Έτσι έχουν τα πράγματα με το αυτοβιογραφικό σεξτέτο του Νορβηγού συγγραφέα που κάνει πάταγο διεθνώς.

Ο Κνάουσγκορντ είναι προσωπικότητα στη χώρα μας προτού καλά- καλά μεταφραστεί στα ελληνικά.Έχοντας αποθεωθεί από πλειάδα ομότεχνών του (Τζέφρι Ευγενίδης, Τζόναθαν Λέθεμ, Χάρι Κούνζρου) και σημειώνοντας κατακλυσμιαία επιτυχία στην πατρίδα του (450.000 αντίτυπα σε πληθυσμό 4.500.000 εκατομμυρίων), o Κνάουσγκορντ δικαιώνει και τη δική μας αδημονία με το πρώτο μέρος του προβοκατόρικα τιτλοφορούμενου «Ο Αγώνας μου» (εκδ. Καστανιώτη, μτφ. Σωτήρης Σουλιώτης).

Πρόκειται για το έργο κάποιου που σκέφτηκε το παρελθόν «για αρρωστημένα πολύ καιρό». Λογοτέχνης αμελητέας επιτυχίας και καταπτοημένος από τις συμβάσεις της πατρότητας και του μεσοαστικού βίου, ο Κνάουσγκορντ φλερτάρισε μάταια με το μεγαλείο το οποίο επέμενε να του υπεκφεύγει, ωσότου πέτυχε τη δημιουργική κορύφωση ακριβώς τη στιγμή που απεκδύθηκε κάθε φιλοδοξία, όταν σύμφωνα με δήλωσή του, «δεν νοιάστηκα για το πνεύμα ή το ύφος: προσπάθησα απλά να γράψω το δυνατόν ταχύτερα». Εκπονώντας 10 με 20 σελίδες την ημέρα, κάποτε έφτασε τις 3.500 χιλιάδες. Οι οποίες διαβάστηκαν έκτοτε μαζικά.

Το εξάτομο αυτό έπος του κοινότοπου πραγματεύεται όντως ένα «θάνατο στην οικογένεια». Παράλληλα, ανατέμνει τη ζωή του συγγραφέα με πρωτοφανή ειλικρίνεια και με το είδος της αφοπλιστικής δριμύτητας που υποχρέωσε τους κριτικούς να παραδεχθούν πως «είναι σαν να ανοίγεις το ημερολόγιο κάποιου άλλου για να ανακαλύψεις τα μυστικά σου».

Πράγματι, κάποιος που μπορεί να σκιαγραφήσει τον εαυτό του με αυτές τις γραμμές: «Έκλεισα τα μάτια για να αποδιώξω την αίσθηση ότι ήμουν ένας μαλάκας, δημιούργημα μιας φαντασίωσης που φως φανάρι στηριζόταν σε μια ψευδαίσθηση», δεν είναι ένα πρόσωπο που θα διστάσει να απογυμνωθεί απέναντι στον αναγνώστη. Ενώ καθιστά ξεκάθαρο από τις πρώτες σελίδες πως «η δύναμη της ξαφνικής αναπάντεχης ντροπής ήταν το μόνο αίσθημα των παιδικών μου χρόνων που μπορούσε να ανταγωνιστεί σε ένταση τον τρόμο, μαζί με τον ξαφνικό θυμό, και τα τρία είχαν κοινά το ότι το θύμα σε όλες τις περιπτώσεις ήμουν εγώ».

image

Στη μεγάλη του έκταση ωστόσο, το κείμενο υπερθεματίζει γύρω από την ατέλειωτη συσσώρευση καθημερινών μικροεπεισοδίων και φαινομενικά ασήμαντων τελετουργιών που παρατίθενται με σχοινοτενή ακρίβεια. Όταν ο Κνάουσγκορντ διαλέγει να πιει καφέ δεν ετοιμάζει επιγραμματικά το ρόφημα, παρά ανοίγει το καπάκι του κουτιού, βάζει δυο κουταλιές στο φλιτζάνι και το γεμίζει με νερό, που ανεβαίνει κατάμαυρο ως την κορυφή του φλιτζανιού. Ομοίως, το στρίψιμο ενός τσιγάρου ή το πέταγμα μιας μύγας ξεδιπλώνεται σε άφθονες αράδες. Η ανάμνηση της προσπάθειας να αποκτηθεί αλκοόλ ανήμερα ενός πρωτοχρονιάτικου πάρτι εκτείνεται σε 50 σελίδες. Και ούτω καθεξής.

Η όλη προσέγγιση, η εμφατική επιμονή του Κνάουσγκορντ (του οποίου η λατρεία προς τον Προυστ είναι ομολογημένη) να αφηγείται όσα οι υπόλοιποι θα παρέλειπαν, καταλήγει να προσδίδει στο βιβλίο μια υποβλητική, υπνωτική γοητεία. Ξάφνου τα τείχη ανάμεσα στο συγγραφέα και τον αναγνώστη γκρεμίζονται. Περιηγούμενος στο προσωπικό οδοιπορικό του αφηγητή, με τις αιφνίδιες εναλλαγές επεισοδίων και τα αβίαστα πηγαινέλα στο χρόνο, ανακαλύπτεις τον εαυτό σου να μη διαβάζει για το χαρακτήρα, αλλά να τον βιώνει στο πετσί του.

Από τα αλητήρια μανιφέστα της νιότης («φούντωνε μέσα μου μια ανάγκη να επαναστατήσω, ήθελα όσο τίποτα να τα γράψω όλα κανονικά, να κάνω κοπάνες, να πίνω, να πουλάω τσαμπουκά. Ήμουν αναρχικός, άθεος και όλο και περισσότερο κατά του κατεστημένου… Είχα σχέδια να τρυπήσω τα αυτιά μου και να ξυρίσω το κεφάλι μου. Τι να την κάνω τη φυσική; Τι να τα κάνω τα μαθηματικά; Ήθελα να παίξω σε συγκρότημα, να είμαι ελεύθερος, να ζήσω όπως ήθελα, όχι όπως με υποχρέωναν»), έως τις προσωπικές εκδηλώσεις ιδιαιτερότητας, τα ακούσματα των Echo and the Bunnymen και τα διαβάσματα του Μπραμ Στόκερ σε ένα μοναχικό παγωμένο δωμάτιο, αυτό είναι ένα βιβλίο γεμάτο από την έξαρση του να είσαι δεκάξι χρονών, ενώ με απλές αντικαταστάσεις στο περιβάλλον και τα ερεθίσματα ο καθένας θα μπορέσει να ανακαλέσει τους σταθμούς της δικής του εφηβικής αφύπνισης. «Πού να ξοδέψω όλη αυτή τη δύναμη που είχα μέσα μου;» αναρωτιέται ο συγγραφέας κάποια στιγμή. Αναπότρεπτα ο αναγνώστης κοιτάζει τα περασμένα πίσω από τον ώμο του και ξεφυσά.

Ο αλογόκριτος ρεαλισμός του Κνάουσγκορντ προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη συναισθηματική δύναμη στο μυθιστόρημα όταν το δραματικό γεγονός συμβαίνει. Και εμείς απομένουμε με την προσδοκία του επόμενου τόμου, του οποίου η μετάφραση επίκειται. Διαβάστε έγκαιρα το βιβλίο-φαινόμενο, που εξιστορεί απερίφραστα την ηδονή, την οδύνη και «την τέχνη να ζεις».