Μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη για τον εμβληματικό ήρωα του Νίκου Καζαντζάκη που ανεβάζει στο ΚΘΒΕ, με τον Πασχάλη Τσαρούχα στον πρωταγωνιστικό ρόλο
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Λευτέρης Γιοβανίδης: «Ο Ζορμπάς έχει αποδεχτεί όλες τις αντιφάσεις της ζωής»
Ο Λευτέρης Γιοβανίδης σκηνοθετεί τον «Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος
Ο εμβληματικός ήρωας του Νίκου Καζαντζάκη ζωντανεύει για ακόμη μια φορά στο θεατρικό σανίδι, αυτή τη φορά στο ΚΒΘΕ. Ο Λευτέρης Γιοβανίδης καταπιάνεται με τον μύθο του Ζορμπά, παρουσιάζοντας επί σκηνής τον ήρωα που πατά γερά τα πόδια του στη γη, έχει μια δική του φιλοσοφία -που δεν τη βρίσκουμε στα βιβλία- ενώ παράλληλα έχει συμβιβαστεί με όλες τις φάσεις της ζωής, τη χαρά, τη λύπη, τον έρωτα, το πένθος και φυσικά τον θάνατο.
Μιλήσαμε με τον σκηνοθέτη και νυν καλλιτεχνικό διευθυντή του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου για τη δική του ανάγνωση στο έργο, για τα στοιχεία του ήρωα που τον εμπνέουν και για το πόσο επίκαιρο είναι πάντα αυτό το έργο.
Συνέντευξη με τον Λευτέρη Γιοβανίδη για τον «Ζορμπά» στο ΚΘΒΕ
Γιατί επιλέξατε τώρα αυτό το κείμενο και τι συμβολίζει για εσάς ο Ζορμπάς;
Είναι ένα έργο που έχει γίνει κινηματογραφική ταινία, θέατρο, μπαλέτο, κόμικ, τα πάντα. Και πάντα είναι μια μεγάλη πρόκληση πώς μπορείς να καταπιαστείς πάλι με αυτόν τον μύθο. Ο Ζορμπάς ως μύθος έχει μια παγκόσμια αναγνωρισιμότητα και είναι συνδεδεμένος με την Ελλάδα, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Γι’ αυτό είναι πάντα μια πρόκληση πώς μπορείς να πλησιάζεις και να ξαναφηγηθείς αυτήν την ιστορία. Για μένα η προσωπικότητα και όλο αυτό που πρεσβεύει ο Ζορμπάς έχει επικαιρότητα την εποχή της ταχύτητας και της τεχνολογίας που βομβαρδιζόμαστε όχι μόνο με εικόνες αλλά και με σύντομα βιντεάκια. Έρχεται να μας θυμίσει την αξία της στιγμής, την αξία της επαφής, την αξία τού να κοιτάξουμε γύρω μας πράγματα. Μας καλεί να θυμηθούμε πώς όλους αυτούς τους αιώνες ο άνθρωπος ως οντότητα ζούσε σε αυτό το πλανήτη, ποια ήταν η σχέση του με τη γη και τους συνανθρώπους του. Είναι πράγματα που στην καθημερινότητα τα έχουμε χάσει σε απόλυτο ποσοστό. Εγώ, για παράδειγμα, έχω να ακουμπήσω τα γυμνά πόδια μου στη γη από τον Αύγουστο. Αν και είναι απαραίτητο για τον τρόπο που λειτουργεί το ανθρώπινο σώμα, είναι κάτι που μας λείπει. Μάλιστα έχει τύχει να νιώθουμε πολλές φορές θλίψη, ακόμη και κατάθλιψη, χωρίς να βρίσκουμε την αιτία. Η αιτία ενδέχεται να είναι αυτή η έλλειψη, ότι έχουμε αλλάξει τον τρόπο που είναι καταγεγραμμένη στο DNA μας η λειτουργία του ανθρωπίνου σώματος.
Στον αντίποδα του Ζορμπά, βρίσκεται ο συγγραφέας, ο Νίκος.
Για μένα πρωτο Ζορμπάς, αλλά ο συγγραφέας, ο Νίκος. Στην παράσταση έχουμε κάνει focus σ' αυτόν τον άνθρωπο που είναι διαβασμένος, που έχει συλλέξει εμπειρίες στη ζωή του. Ωστόσο, νιώθει ότι δεν μπορεί να βιώσει αληθινά αυτά που συμβαίνουν γύρω του, δεν μπορεί να ερωτευτεί, με την ευρύτερη έννοια της λέξης «έρωτας». Και αυτό τον έχει φέρει σε ένα αδιέξοδο και ζητάει μία λύτρωση. Και, πολλές φορές όταν βρισκόμαστε σε ένα αδιέξοδο, είναι σαν να προκαλούμε μόνοι μας κάποιες συναντήσεις. Έτσι έγινε και στην περίπτωση του Νίκου. Ο ίδιος προκάλεσε αυτή τη συνάντηση. Και εμφανίζεται ο Ζορμπάς, ο οποίος σιγά σιγά του αλλάζει όλη την κοσμοθεωρία. Βλέπει πώς εκείνος αντιμετωπίζει τη χαρά, τον έρωτα, τη φύση και κυρίως πώς αντιμετωπίζει το θάνατο. Και αυτή η παρουσία δίπλα του έρχεται και του αλλάζει τη ματιά, οδηγώντας τον σε μία λύτρωση.
Στη διασκευή σας, ο ρόλος του συγγραφέα είναι περισσότερο η δική σας ματιά στα πράγματα;
Σίγουρα είναι ο τρόπος που εγώ βρήκα τον εαυτό μου μέσα στο κείμενο, γιατί σε αυτόν τον ρόλο, σε αυτή την προσωπικότητα κατάλαβα πράγματα για εμένα, βρήκα αντιστοιχίες στη δική μου ψυχοσύνθεση. Βεβαίως, εγώ είμαι σε μια διαφορετική ηλικία από τον συγγραφέα, σε άλλη δεκαετία – γιατί ο συγγραφέας εδώ είναι πολύ νέος. Και πολλές φορές αναρωτιέμαι πώς μπορώ να έχω μια καινούργια ματιά στα πράγματα ή πιο ανοιχτές τις κεραίες μου στον τόπο που λαμβάνω τις πληροφορίες γύρω μου. Το μεγάλο μυστικό είναι να παραμένουμε ανοιχτοί, να μην πιστεύουμε ότι έχουμε καταλάβει τα πάντα και να διατηρούμε τις «κεραίες» μας στραμμένες προς τον κόσμο γύρω μας. Η ψυχανάλυση, για παράδειγμα, έχει βοηθήσει πολλούς ανθρώπους να κατανοήσουν καλύτερα τον εαυτό τους και να σταθούν πιο σταθερά στη ζωή τους. Ωστόσο, έχω δει και περιπτώσεις όπου αυτή η διαδικασία οδηγεί σε έναν υπερβολικό εγωκεντρισμό: στην προσπάθεια να προστατεύσει κανείς την ύπαρξή του και να δυναμώσει, κλείνει τελικά τις πόρτες προς τους άλλους. Το ζητούμενο είναι να βρίσκουμε δύναμη μέσα από αυτή τη διαδικασία χωρίς να χάνουμε την επικοινωνία με την κοινωνία και τους ανθρώπους γύρω μας. Η ζωή είναι μια συνεχής διαδρομή, ένα τρένο που κινείται διαρκώς και στο οποίο πρέπει να είμαστε έτοιμοι κάθε στιγμή να επιβιβαστούμε. Είναι μια καθημερινή, όμορφη μάχη να παραμένουμε ανοιχτοί στην επικοινωνία, να αναρωτιόμαστε τι πραγματικά θέλουμε και πώς εξελισσόμαστε ως άνθρωποι.
Επομένως ο Ζορμπάς είναι η μετουσίωση του «Carpe diem», «άδραξε τη μέρα», «ζήσε τη στιγμή»;
Ο Ζορμπάς δεν μιλά με συνθήματα όπως «ζήσε τη στιγμή», αλλά εκφράζει μια βαθύτερη αλήθεια για τη ζωή. Σήμερα ζούμε σε μια εποχή όπου η τεχνολογία και η εικόνα επηρεάζουν έντονα τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τους άλλους. Πολλές φορές ερωτευόμαστε, ντυνόμαστε ή διαμορφώνουμε τη συμπεριφορά μας με βάση πρότυπα που βλέπουμε σε μια εικονική πραγματικότητα — πρότυπα που συχνά δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που πραγματικά είμαστε. Αυτή η κουλτούρα της εικόνας ξεκίνησε ήδη από τη δεκαετία του ’90 με την έκρηξη των lifestyle περιοδικών και σήμερα έχει ενταθεί μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, όπου μπορεί κανείς να επεξεργαστεί την εικόνα του και να παρουσιάσει μια εκδοχή του εαυτού του που δεν είναι πραγματική. Αυτό δημιουργεί μια σύγχυση στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα και πολλές φορές μας οδηγεί να ψάχνουμε τη λύση των προβλημάτων μας προς λάθος κατεύθυνση. Ο Ζορμπάς, αντίθετα, είναι ένας άνθρωπος που έχει αποδεχτεί τη ζωή με όλες τις αντιφάσεις της. Δεν υπάρχει μόνο σωστό ή λάθος· υπάρχει η ζωή με τα πάνω και τα κάτω της, τη χαρά, τη λύπη, την απώλεια. Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι έχει κάνει λάθη και ότι έχει πάρει δύσκολες αποφάσεις, όμως το σημαντικό είναι πώς τα αντιμετωπίζει κανείς και πώς προσπαθεί να γίνει καλύτερος άνθρωπος. Το ζητούμενο είναι να βρει ο καθένας το δικό του μέτρο — τη δική του αλήθεια. Και αυτό δεν είναι εύκολο, ιδιαίτερα σήμερα, όπου βομβαρδιζόμαστε συνεχώς από εικόνες και πρότυπα που συχνά μας απομακρύνουν από το να καταλάβουμε ποιοι πραγματικά είμαστε και τι πραγματικά θέλουμε. Επίσης, το ωραίο με αυτό το κείμενο είναι ότι έχει πολύ χιούμορ. Και χιούμορ όχι με την έννοια του αστείου, αλλά με το πώς μπορούμε να υπονομεύουμε τον εαυτό μας και να καταλαβαίνουμε τη φθαρτότητα της ύπαρξής μας. Και το δεύτερο είναι ότι έχει όλα τα στάδια της ζωής. Έχει χαρά, λύπη, θάνατο, έρωτα. Το ένα συναίσθημα μετά το άλλο έρχεται και σε βομβαρδίζει ως θεατή. Εκεί που χαίρεσαι, σου τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια και συμβαίνει κάτι τραγικό. Εκεί που συμβαίνει κάτι τραγικό σου συμβαίνει κάτι πολύ αστείο. Αυτό είναι η ζωή. Είναι ένας καθρέφτης απόλυτα της ζωής.
Η ζωή είναι μια συνεχής διαδρομή, ένα τρένο που κινείται διαρκώς και στο οποίο πρέπει να είμαστε έτοιμοι κάθε στιγμή να επιβιβαστούμε. Είναι μια καθημερινή, όμορφη μάχη να παραμένουμε ανοιχτοί στην επικοινωνία, να αναρωτιόμαστε τι πραγματικά θέλουμε και πώς εξελισσόμαστε ως άνθρωποι.
Πώς έγινε η επιλογή των ηθοποιών;
Έχω την τύχη να έχω ως πρωταγωνιστή τον Πασχάλη Τσαρούχα, ο οποίος και στη ζωή του είναι λίγο Ζορμπάς. Έχει μια δική του αλήθεια στα πράγματα και μια αναρχία με την πολύ θετική έννοια της λέξης. Και νομίζω ότι ήταν ευτυχία να έχουμε αυτόν τον άνθρωπο που είναι και στην κατάλληλη ηλικία, έχει την κατάλληλη εμφάνιση, έχει όλες αυτές οι προϋποθέσεις για τον ρόλο. Και πραγματικά χαίρομαι πάρα πολύ όταν τον βλέπω στη σκηνή, γιατί ακόμα και το χέρι του, η παλάμη του, είναι το χέρι του Ζορμπά. Δεν είναι πολύ εύκολο να το πετύχεις, να το έχεις. Είναι ένα χέρι που έχει πιάσει πέτρα και την έχει σπάσει. Δεν είναι το δικό μου το χέρι που είναι πιο ντελικάτο.
Από εκεί και πέρα έχουμε μια πολύ δυνατή ομάδα του Κρατικού, από ηθοποιούς. Είναι ο Νίκος Τσολερίδης που κάνει τον Νίκο. Είναι η Μπέτη Νικόλεση, που τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στο ΚΘΒΕ και έχει τον μοναδικό ρόλο της Μαντάμ Ορτάνς. Και τη Χήρα την κάνει η Δανάη Κλειώ Οθωναίου, επίσης μια πρωταγωνίστηρια του κρατικού. Και τον καταπληκτικό ρόλο του μιμηθού, του τρελού, του χωριού τον εναρκώνει ο Θάνος Φερετζέλης, που πραγματικά κλέβει την παράσταση με τον τρόπο που ερμηνεύει αυτόν τον ρόλο.
Το έργο γράφτηκε το 1943, που ήταν ουσιαστικά μέσα στον πόλεμο ακόμα. Τώρα είμαστε σε μια περίοδο πολύ περίεργη, με έναν Τρίτο Παγκόσμιο ίσως να καραδοκεί. Πόσο επίκαιρο θεωρείτε ότι είναι σήμερα το έργο;
Έχει καθαρή αναφορά μέσα ο Ζορμπάς για την παράνοια του πολέμου, γιατί ο ίδιος έχει συμμετάσχει σε δυο πολέμους και βρίσκεται μέσα του σε μια πολύ μεγάλη μάχη ψυχική για όλα αυτά τα εγκλήματα που, κάτω από μια σημαία μιας πατρίδας θρησκείας, οδηγήθηκε να κάνει. Λέει ότι έκανε ολόκληρα χωριά να κλάψουν από τους ανθρώπους που τους αφαίρεσε τη ζωή με τα χέρια, γιατί ήταν και άλλες εποχές, βέβαια, τότε. Και εκεί βάζει και τα ερωτήματά του με τον δικό του τρόπο -και αυτή ήταν και η ομορφιά του Καζαντζάκη- για την ύπαρξη του Θεού και πώς ο Θεός οδηγεί τον άνθρωπο σε τέτοιες πράξεις. Και γιατί πρέπει η ελευθερία πρέπει να έρχεται μέσα από μέσα από αίμα ή την κοπριά και δεν μπορεί να γεννηθεί μέσα από την ομορφιά;
Ο Ζορμπάς θέτει τέτοια ερωτήματα συνεχώς, με έναν λαϊκό, απλό τρόπο, με μια καθαρή σκέψη και κάνει και απολογισμό της ζωής του, λέει τις δικές του αλήθειες, λέει πόσο ο ίδιος έχει βιώσει και αντιμετωπίσει την απώλεια του παιδιού του -που έχασε σε ηλικία μόλις τριών ετών- και τι συνέπειες είχε αυτό στην ψυχή του. Και δεν έχει κανέναν φόβο να συνομιλήσει με τον πλάστη και να του εκφράσσει αυτα που πιστεύει, αλλά και να αναμένει απαντήσεις.
Εσείς, στη δική σας διασκευή, έχετε προσθέσει πράγματα στο κείμενο;
Έχω κρατήσει απόλυτα το μύθο του βιβλίου. Δεν έχω αλλάξει κάτι, δεν έχω διασκευάσει κάτι, δεν έχω αλλάξει την ιστορία. Όχι μόνο από σεβασμό προς τον συγγραφέα, αλλά γιατί είναι τόσο δυνατός ο μύθος, έχει τόση αλήθεια, που δεν χρειάζεται να πειραχτεί καθόλου. Το μόνο που αναγκαστικά έχει γίνει είναι ότι έχουν αφαιρεθεί πολλά πράγματα, για να μπορούμε να χωράμε μέσα σε μία παράσταση.
Έχετε ξανανεβάσει παραστάσεις στο ΚΘΒΕ και έχετε μάλιστα διδάξει και στη σχολή του.
Πιο παλιά, ναι, που μπορούσα έτσι να μένω πριν μεγάλο διάστημα στη Θεσσαλονίκη. Είχα περάσει και από τη σχολή, είχα διδάξει και είχα συμμετέχει και δύο παραστάσεις. Είναι χαρά να βρίσκεσαι στο ΚΘΒΕ, πιστεύω πολύ σε αυτό το θέατρο. Πιστεύω ότι είναι -και έτσι πρέπει να το βλέπουμε- το σημαντικότερο θέατρο των Βαλκανίων. Και μιλάμε για χώρες που έχουν μια μεγάλη θεατρική παράδοση -όπως είναι το Εθνικό Θέατρο της Σόφιας ή το Εθνικό Θέατρο της Κροατίας ή της Σερβίας- με σημαντικούς ηθοποιούς, σημαντικές παραστάσεις, σημαντικούς καλλιτέχνες και μια σημαντική θεατρική παραγωγή. Θεωρώ ότι όντως το Κρατικό πρωτοστατεί σε όλα αυτά τα θέατρα με τις αίθουσες που έχει, με το δυναμικό του, ακόμα και με το προσωπικό του και φυσικά την ιστορία του.
Διατελέσατε καλλιτεχνικός διευθυντής του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά και ιδρύσατε τη Σκηνή Ωμέγα. Πώς τη βλέπετε να εξελίσσεται τώρα;
Είχε ανάγκη ο Πειραιάς μια εναλλακτική σκηνή.Το ότι δημιουργήθηκε αυτή η σκηνή των 100 θέσεων είναι κάτι που και το αγάπησα πολύ και χαίρομαι που συνεχίζει να δίνει δυνατότητα να εκφραστούν εκεί οι καλλιτέχνες. Γιατί η κεντρική σκηνή του Δημοτικού θεάτρου Πειραιά έχει πολύ μεγάλες απαιτήσεις ενώ οι παραστάσεις εκεί έχουν μεγάλο κόστος παραγωγής. Ενώ το κόστος μιας παράστασης στη σκηνή Ωμέγα είναι πολύ πιο χαμηλό, δίνοντας έτσι ευκαιρία και σε νέους καλλιτέχνες να εκφραστούν. Στη σκηνή Ωμέγα ανεβαίνουν πιο νέοι πιο εναλλακτικοί - ίσως και να κάνουν και κάποια ξεκινήματα εκεί. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Μπορεί να πάει και ένας καταξιωμένος ηθοποιός και να ερμηνεύσει εκεί έναν ρόλο. Και αυτό δίνει αξία στη σκηνή, το έχει ανάγκη για τη φήμη της.
Είστε καλλιτεχνικός διεθυντής στο ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου. Ποιοι είναι οι στόχοι σας;
Βάζω συγκεκριμένους μικρούς στόχους την πρώτη χρονιά της θητείας μου. Θέλω να μπούμε στην καθημερινότητα των πολιτών του Αγρινίου, να βρούμε έναν τρόπο να συνομιλήσουμε, να τους καταλάβουμε και να μας καταλάβουν. Έτσι, το πρώτο έργο που θα σκηνοθετήσω στο ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου-με τίτλο «Ελιά, καπνός, Παναιτωλικός» γράφτηκε φέτος από τον Κωνσταντίνο Σαμαρά και έχει εμπνευστεί από τον Παναιτωλικό. Επειδή είναι τα φέτος είναι τα 100 χρόνια από την ίδρυση της ομάδας, ως Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο αποφασίσαμε τη συγγραφή ενός θεατρικού κειμένου με αφορμή αυτό το γεγονός. Με ενδιαφέρει πολύ πώς ένα θέατρο σε μια περιφερειακή πόλη μπορεί να συνομιλεί με τους ανθρώπους που ζουν σε αυτή. Και επειδή ο Παναιτωλικός είναι μια ιστορική ομάδα για το Αγρίνιο και είναι πολύ συνδεμένοι συναισθηματικά οι κάτοικοί του με αυτήν, δεν γινόταν εμείς ως χώρος πολιτισμού να μην έχουμε καμία αναφορά σε αυτή τη γιορτή. Άλλωστε, αυτό είναι κάτι που με απασχολεί πάρα πολύ όταν πηγαίνω σε έναν τόπο. Το είχα εφαρμόσει και στον Πειραιά. Όταν πήγα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, το πρώτο έργο που επέλεξα ήταν το «Μινόρε της Αυγής» καθώς έψαχνα ένα κείμενο που να αφορά τους Πειραιώτες. Αυτό προσπαθώ να κάνω τώρα και στο Αγρίνιο. Είναι μεγάλη πρόκληση για μένα να πάω σε μια πόλη και να καταφέρω να φέρω τον κόσμο στο θέατρο. Αυτό νομίζω ότι λίγο-πολύ τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα το έχουν χάσει. Θεωρώ ότι ο θεσμός έχει κουραστεί πλέον. Γνωρίζω ότι υπάρχουν σκέψεις και σχέδια πάνω στον θεσμό αλλά πρέπει πραγματικά να ενσκύψει η πολιτεία ώστε να βρεθούν τρόποι να συνεχίσει, να μπει στη νέα εποχή.
Τα τελευταία χρόνια εμφανίζονται στην ελληνική θεατρική σκηνή πολλά νέα κείμενα από τη νέα γενιά συγγραφέων, οι οποίοι συχνά δουλεύουν σε ζευγάρια ή ομάδες. Ωστόσο, αυτό δεν είναι κάτι εντελώς καινούργιο.
Αρκεί να θυμηθούμε την παρέα του Καμπανέλλη, του Τσαρούχη, του Γκάτσου και του Χατζιδάκι. Ήταν άνθρωποι που συναντιόνταν, συζητούσαν και δημιουργούσαν μαζί. Υπήρχε μάλιστα και ένας δημιουργικός ανταγωνισμός μεταξύ τους, ένας θεμιτός συναγωνισμός για το ποιος θα κάνει κάτι καλύτερο. Από αυτή τη δυναμική γεννήθηκαν πολλές σημαντικές παραστάσεις και ένα μεγάλο μέρος του θεατρικού ρεπερτορίου εκείνης της εποχής.
Πιστεύω πολύ στη σημασία αυτών των καλλιτεχνικών «παρεών». Ακόμη και ένας καλλιτεχνικός διευθυντής θα πρέπει να βρίσκει τρόπους να τις στηρίζει και να τους δίνει χώρο να δημιουργούν. Παρόλο που σήμερα οι καλλιτέχνες κινούνται πιο αυτόνομα, θεωρώ πολύ σημαντικό να συνεχίζουν να υπάρχουν τέτοιες δημιουργικές ομάδες, γιατί μέσα από αυτές γεννιούνται νέες ιδέες και μια γόνιμη καλλιτεχνική άμιλλα.
Θεωρείτε ότι το κοινό του θεάτρου έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά τον εγκλεισμό του covid;
Αυτό που βλέπω είναι ότι όντως έχει αυξηθεί το κοινό. Δεν ξέρω αν είναι διαφορετικό, αλλά έχει γίνει μία έκρηξη των ανθρώπων που πηγαίνουν στο θέατρο. Και το ευχάριστο είναι ότι βλέπεις και πολλούς νέους ανθρώπους να αναζητούν να δουν παραστάσεις. Αλλά δεν πηγαίνουν μόνο σε μεγάλες παραστάσεις με αναγνωρισιμότητα και με μία δύναμη προβολής. Ψάχνουν να βρουν και αυτές που έχουν πιο ανατρεπτική ματιά, που είναι πιο underground και θέλουν να ανακαλύψουν και νέους καλλιτέχνες. Αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό και πολύ όμορφο όπως συμβαίνει.
***
IΝFO
Σκηνή Σωκράτης Καραντινός, Μονή Λαζαριστών (Κολοκοτρώνη 25-27, Σταυρούπολη)
Παραστάσεις: Τετάρτη& Κυριακή στις 19:00, Πέμπτη& Παρασκεύη στις 21:00, Σάββατο στις 18:00& 21:00
Ως 19 Απριλίου
Δειτε περισσοτερα
Με αφορμή την πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ «Desmond Child Rocks the Parthenon» στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης μιλάει στην Athens Voice
Σουίτες, κάψουλες κρεμασμένες πάνω από γκρεμούς, δενδρόσπιτα, δωμάτια με θέα παγετώνες και ηφαίστεια, αυτά τα ξενοδοχεία βρίσκονται στα πιο αδιανόητα μέρη του πλανήτη
Ραντεβού στο πεζοδρόμιο!
Μία μακρά διαδρομή στα ελληνικά γράμματα
Μια συζήτηση για τον άνθρωπο, τον μύθο και την ποίηση του μεγάλου Αλεξανδρινού