Τερατάκια που γελούν, γυναίκες που ποζάρουν και ένας κόσμος που εκρήγνυται
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
17°
Μπάμπης Παπαδόπουλος: «Τι νόημα έχει αν δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με τους άλλους;»
Ο Μπάμπης Παπαδόπουλος μιλά για μουσική, δημιουργία και την αξία της επικοινωνίας, από τις Τρύπες μέχρι το θέατρο και τον κινηματογράφο.
Για κάποιους ο Μπάμπης Παπαδόπουλος θα είναι για πάντα ο κιθαρίστας των Τρυπών, το παιδί που βοήθησε να γραφτεί ένα μεγάλο κεφάλαιο του ελληνικού ροκ. Για άλλους είναι ο άνθρωπος που έδωσε νέα πνοή στο τραγούδι μέσα από τις ενορχηστρώσεις του, που ένωσε το λαϊκό, το ψυχεδελικό, το ροκ, τον αυτοσχεδιασμό. Για άλλους πάλι, είναι ο συνθέτης που μπαίνει στον κόσμο του κινηματογράφου και του θεάτρου χωρίς πόζα, χωρίς θόρυβο, αλλά με απόλυτη αίσθηση του χώρου, της ατμόσφαιρας και του ανθρώπου. Τον συναντήσαμε με αφορμή τη μουσική που έγραψε για τον «Σωσμένο», τη νέα παράσταση του Βασίλη Μπισμπίκη. Η κουβέντα όμως πολύ γρήγορα άνοιξε. Πήγε στη Νεάπολη, στα πρώτα αγγίγματα της κιθάρας, στον Νίκο Παπάζογλου, στις πρόβες σε εγκαταλειμμένα σπίτια, στις Τρύπες, στο πώς χτίζεται ένας ήχος που δεν μιμείται κανέναν άλλο, στις συνεργασίες με τον Γιάννη Οικονομίδη, στη διδασκαλία, στον χρόνο που περνά και στον χρόνο που ακυρώνεται όταν έχεις ακόμη όρεξη να φτιάξεις κάτι καινούργιο. Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι ο Μπάμπης Παπαδόπουλος δεν μιλά απλώς για μουσική. Μιλά για έναν τρόπο να στέκεσαι μέσα στη ζωή.
Ο Μπάμπης Παπαδόπουλος μιλάει για την καλλιτεχνική του πορεία
― Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με τον Βασίλη Μπισμπίκη για τον «Σωσμένο» και πώς προσεγγίσατε μουσικά το έργο;
Η γνωριμία μας έγινε μέσω του Γιάννη Οικονομίδη. Είχα βρεθεί σε κάποια γυρίσματα για να πάρω την ατμόσφαιρα της ταινίας, να μπω στον κόσμο της, κι εκεί γνωριστήκαμε και με τον Βασίλη. Όταν ο Βασίλης Μπισμπίκης μου πρότεινε να γράψω τη μουσική για τον «Σωσμένο» του Έντουαρντ Μποντ, μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον. Διάβασα το έργο, διάβασα για τον συγγραφέα, για την ιστορία του έργου, για όσα είχαν συμβεί από την πρώτη του παρουσίαση και μετά. Αυτό που σκέφτηκα αρχικά ήταν ότι θα είχε ενδιαφέρον η μουσική να κινηθεί κόντρα στη σκληρότητα του έργου – γιατί το έργο είναι πολύ σκληρό. Κάποιες φορές, αν τοποθετήσεις κάτι φαινομενικά αντίθετο απέναντι στη σκληρότητα, την κάνεις ακόμη πιο έντονη. Βέβαια, στην πορεία όλα αναδιαμορφώνονται. Μια αρχική ιδέα δεν κλείνει απαραίτητα τις πόρτες στα υπόλοιπα. Η μουσική της παράστασης ανοίγει μια μεγάλη γκάμα: έχει σκληρότητα, ευαισθησία, διαφορετικά χρώματα. Και ο ίδιος ο χώρος σού επιβάλλεται, σε βάζει σε μια ατμόσφαιρα. Το Cartel, όπου διαδραματίζεται το έργο του Μποντ, είναι ένας χώρος που σε προδιαθέτει δημιουργικά.
― Υπάρχουν μεγάλες διαφορές ανάμεσα στη μουσική για θέατρο και στη μουσική για κινηματογράφο;
Για μένα η μεγάλη διαφορά είναι η ίδια η συνθήκη. Στο θέατρο είσαι μέσα στη στιγμή που γεννιέται κάτι. Βαδίζετε μαζί. Βλέπεις άμεσα πώς επηρεάζει η μουσική τη σκηνή και πώς η σκηνή αλλάζει τη μουσική. Έχει μια πολύ ιδιαίτερη γοητεία αυτή η συνύπαρξη. Στον κινηματογράφο δουλεύεις με την εικόνα, αφού έχει ήδη γυριστεί η σκηνή. Η μουσική ανήκει ουσιαστικά στο post production. Μπορεί να υπάρχει μια προεργασία από νωρίς, ακόμη κι απ’ όταν γράφεται το σενάριο, αλλά η τελική δουλειά γίνεται όταν έχει πια σχηματιστεί η εικόνα, έχει γίνει το μοντάζ, υπάρχει ο ρυθμός και το φως. Στο θέατρο, αντίθετα, εξελίσσεσαι μαζί με το έργο όσο αυτό φτιάχνεται.
― Η σχέση σας με τον κινηματογράφο πώς ξεκίνησε;
Η πρώτη επαφή ήταν ήδη από την εποχή των Τρυπών, μέσω του Νίκου Γραμματικού. Αργότερα ήρθε πιο οργανωμένα η σχέση με τη μουσική για ταινίες, πάλι μέσα από αυτόν τον κύκλο, που με έναν τρόπο συνέδεε τον Γραμματικό, τον Οικονομίδη και άλλους ανθρώπους. Με τον Γιάννη Οικονομίδη γνωριστήκαμε στο φουαγιέ ενός σινεμά, νομίζω στο Ιντεάλ. Μου είχε ζητήσει τότε να χρησιμοποιήσει ένα κομμάτι μου από τις «Σκηνές από ένα ταξίδι» για το τρέιλερ του «Μαχαιροβγάλτη». Αργότερα, όταν αποφάσισε να βάλει πιο ουσιαστικά μουσική στον κινηματογραφικό του κόσμο, συνεργαστήκαμε στο «Μικρό ψάρι». Στην «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» έκανα το τραγούδι των τίτλων τέλους, το «Ροκ του Καραγκιόζη», και τώρα πάλι στη «Σπασμένη Φλέβα» βρεθήκαμε μαζί.
― Τι σας τραβά στον κόσμο του Γιάννη Οικονομίδη;
Έχει μια πολύ ιδιαίτερη ένταση, μια σκληρότητα αλλά και μια αλήθεια. Δεν είναι ένας κόσμος στον οποίο μπαίνεις και λες «θα βάλω μουσική». Πρέπει κάπως να νιώσεις την ατμόσφαιρα, να δεις τον ρυθμό των ανθρώπων, την ένταση που υπάρχει μέσα στις σχέσεις. Γι’ αυτό και μου αρέσει, όταν μπορώ, να βρίσκομαι μέσα στη διαδικασία.
― Θυμάστε την πρώτη φορά που πιάσατε κιθάρα;
Ναι, πάρα πολύ έντονα. Ήμουν πολύ μικρός, κάτω από δέκα ετών. Η μητέρα μου είναι από την Κοζάνη κι εκεί ο μεγαλύτερος ξάδερφός μου ήταν ο πρώτος στο σόι που ασχολήθηκε με τη μουσική, τη δεκαετία του 1970. Εγώ, ως παιδί, μαγευόμουν από τον ήχο του οργάνου. Θυμάμαι την πρώτη φορά που ακούμπησα χορδή και ένιωσα τη δόνηση στο δάχτυλό μου. Επειδή ήμουν παιδί, τα δάχτυλά μου ήταν ακόμη μαλακά, δεν είχαν σκληρύνει, και ένιωσα εκείνο το μούδιασμα της χορδής πολύ έντονα. Έπαθα σοκ. Ήταν κάτι πολύ συγκινητικό. Δεν μπορώ να πω ότι τότε συνειδητοποίησα ότι «θα κάνω αυτό στη ζωή μου», αλλά μάλλον κάτι είχε ήδη μπει μέσα μου.
― Θυμάστε και τον πρώτο δίσκο που σας σημάδεψε;
Ο πρώτος ολοκληρωμένος δίσκος που άκουσα και αγάπησα πραγματικά ήταν το «Abbey Road» των Beatles. Τον άκουγα συνέχεια. Από εκεί και πέρα, μέσω του ξαδέρφου μου, άκουγα πολλές μουσικές της εποχής – άλλους δίσκους των Beatles, Frank Zappa, είχα γεινικά πιο προοδευτικά ακούσματα. Αλλά το «Abbey Road» ήταν η πρώτη μεγάλη αποκάλυψη.
― Πώς ήταν η Θεσσαλονίκη εκείνα τα χρόνια;
Στη Νεάπολη, όπου μεγάλωσα, υπήρχαν τότε παλιά προσφυγικά σπίτια που άρχιζαν να εγκαταλείπονται. Εκεί μέσα στήναμε με τις παρέες μας προβάδικα. Ο ένας έφερνε μια μπότα, ο άλλος ένα πιατίνι, ο άλλος μισή κιθάρα, κάτι ενισχυτές της πλάκας. Αυτά ήταν και τα στέκια μας και τα σχολεία μας. Μέσα απ’ αυτούς τους χώρους γίνονταν οι γνωριμίες, φτιάχνονταν οι πρώτες μπάντες, γεννιόταν μια σκηνή. Η Θεσσαλονίκη των 80s είχε πολύ ιδιαίτερη ενέργεια. Βέβαια, όταν είσαι νέος, όλα σου φαίνονται μαγικά. Αλλά νομίζω ότι πράγματι τότε συνέβαινε μια μεγάλη αλλαγή. Μια πραγματική ζύμωση. Δεν υπήρχε η αίσθηση ότι έπρεπε να μοιάσεις κάπου, μόνο η ανάγκη να βγει κάτι. Το πρώτο μου live το έδωσα σε ηλικία 14 ετών, έξω από έναν κινηματογράφο στη Νεάπολη, μαζί με άλλα γκρουπ της περιοχής. Όταν το σκέφτομαι τώρα, μου φαίνεται και λίγο αστείο, αλλά τότε ήταν για μένα τεράστιο γεγονός. Αυτές οι μικρές σκηνές, οι γειτονιές, τα πρόχειρα προβάδικα, οι τοπικές μπάντες ήταν το έδαφος πάνω στο οποίο χτίστηκε σιγά σιγά μια ολόκληρη ιστορία. Δεν έγινε απ’ τη μια μέρα στην άλλη. Χτίστηκε μέσα από παρέες, δοκιμές, αποτυχίες, θόρυβο, επιμονή. Αρχές 80s, μαθαίναμε όλοι μουσική από τους Μωβ, το μεγάλο γκρουπ της περιοχής τότε. Ο Πέρτσινος, μετά οι Γκρόβερ… Πρώτα γνώρισα τον Γιώργο Καρρά, μέσω στου Κώστα Φλωροσκούφη. Τότε δεν στεριώνανε οι κιθαρίστες, είχαν περάσει διάφοροι από τις Τρύπες. Εμείς με τις πρώτες πρόβες κολλήσαμε.
― Είχατε συνείδηση ότι γράφατε ένα κεφάλαιο που θα έμενε;
Καμία. Δεν νομίζω ότι το σκεφτόταν κανείς έτσι τότε, ειδικά σ’ αυτές τις μουσικές. Δεν μας απασχολούσε αν «θα έμενε κάτι». Ούτε πιστεύαμε ότι υπήρχε κάποια τέτοια πιθανότητα. Παίζαμε γιατί αυτό αγαπούσαμε. Και για πολλά χρόνια δεν ζούσαμε καν απ’ αυτό. Οι περισσότεροι κάναμε κι άλλες δουλειές. Εγώ έπαιζα νύχτα σε ρεμπετάδικα, ο Γιάννης έκανε άλλες δουλειές, μπάρμεν, dj, όλοι κάναμε κάτι για να επιβιώσουμε. Το μεγάλο μπαμ με τις Τρύπες ήρθε σταδιακά. Δεν ήταν κάτι που έγινε απότομα. Για χρόνια αλωνίζαμε τη χώρα, πηγαίναμε όπου μας καλούσαν, παίζαμε παντού. Και κάποια στιγμή αυτό μεγάλωσε πολύ. Το χαρήκαμε, το απολαύσαμε, αλλά κι αυτό κάποτε έφτασε στο τέλος του.
― Πώς βιώσατε εκείνο το τέλος;
Ήταν και απώλεια και ελευθερία. Όπως συμβαίνει με όλα τα μεγάλα πράγματα στη ζωή. Είναι άλλο να φαντάζεσαι ότι μπορεί να τελειώσουν κι άλλο να συμβαίνει πραγματικά. Ήταν μια πολύ μεγάλη τομή για μένα. Ήρθε μάλιστα σε μια περίοδο μετάβασης, όταν είχα κάνει και τον «Βραχνό προφήτη» με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Άρα υπήρχε ήδη ένα πέρασμα σε κάτι άλλο. Αλλά δεν μπαίνω ποτέ στη διαδικασία να αναρωτηθώ τι θα έκανα διαφορετικά. Δεν με απασχολεί αυτό. Ό,τι έγινε έγινε από εμένα όπως ήμουν τότε, με όσα πίστευα και ένιωθα τότε. Άρα έτσι έπρεπε να γίνει. Και τα λάθη, αν υπήρξαν, είναι κομμάτι αυτού που είμαι σήμερα.
«Ό,τι κάνουμε το κάνουμε μέσα σε μια κοινωνία. Δεν το κάνουμε στο κενό. Άρα το θέμα δεν είναι μόνο να μάθεις να παίζεις σωστά ή να ξέρεις πολλά. Είναι και το πώς συνυπάρχεις, πώς ακούς, πώς συζητάς, πώς υπερασπίζεσαι κάτι χωρίς να ακυρώνεις τον άλλον.» - Μπάμπης Παπαδόπουλος
― Τι μάθατε δίπλα στον Νίκο Παπάζογλου και τη Λοξή Φάλαγγα;
Ο Νίκος ήταν πολύ μεγάλο κεφάλαιο για τη Θεσσαλονίκη. Εκείνος ήταν που ηχογράφησε τον πρώτο δίσκο με τις Τρύπες. Ήμουν πολύ μικρός τότε, 17-18 χρονών, και για μένα ήταν σπουδαίο να βλέπω από κοντά έναν άνθρωπο με τόσο μεγάλο χάρισμα, τόση εμπειρία και τόσο μεράκι. Μια κουβέντα που μου έχει μείνει από εκείνον είναι ότι το στούντιο μοιάζει με τη φωτογραφία: κάποιοι άνθρωποι έχουν φωτογένεια, αλλά αυτή η φωτογένεια δεν έρχεται όταν ποζάρεις. Έρχεται όταν είσαι φυσικός. Το ίδιο συμβαίνει και στην ηχογράφηση. Αν καταφέρεις να μη σκέφτεσαι ότι ηχογραφείς, αλλά να παίζεις μουσική όπως τη χαίρεσαι, τότε αυτό αποτυπώνεται. Αυτή η φυσικότητα είναι πολύ σημαντική. Γι’ αυτό κι εγώ αγαπώ τη ζωντανή ηχογράφηση. Θέλω ο βασικός κορμός να γράφεται ζωντανά.
― Η παραγωγή σας στο άλμπουμ «Βραχνός προφήτης» του Θανάση Παπακωνσταντίνου θεωρείται από πολλούς τομή. Πώς προέκυψε;
Για μένα όλα ξεκινούν από το ότι η μουσική είναι μία μόνο όταν έχεις μπει βαθιά σε πολλές μουσικές. Δεν είναι μία με απλοϊκό τρόπο. Οι μουσικές είναι πολλές, γιατί γεννήθηκαν σε διαφορετικές κοινωνίες, διαφορετικές συνθήκες, από διαφορετικούς ανθρώπους. Πρέπει να τις γνωρίσεις, να τις μελετήσεις, να μπεις μέσα τους για να βρεις τι είναι αυτό που τις ενώνει. Στην περίπτωση του «Βραχνού προφήτη», η αγωνία μου ήταν το πώς όλα αυτά που είχα μέσα μου –λαϊκό, ροκ, ψυχεδέλεια, αυτοσχεδιασμός– θα μπορούσαν να υπηρετήσουν τα τραγούδια του Θανάση χωρίς να χαθεί η ουσία τους. Να μπουν μέσα τους σαν πρόταση, όχι σαν επίδειξη. Αυτό είναι πάντα το ζητούμενο: να υπάρχει λόγος ύπαρξης στην αισθητική πρόταση.
― Σας απασχολεί η τεχνητή νοημοσύνη και όλη η σημερινή συνθήκη της υπερπαραγωγής;
Δεν πιστεύω ότι όλα αυτά εμφανίστηκαν ξαφνικά. Είναι αποτέλεσμα μιας πολύ μεγάλης διαδρομής. Από τη στιγμή που μπήκαμε στον ψηφιακό κόσμο –τα CD, τα mp3, τους σκληρούς δίσκους– και τεράστια ποσότητα μουσικής έγινε εύκολα διαθέσιμη, άρχισε ν’ αλλάζει κι ο τρόπος που ακούμε, ο χρόνος που αφιερώνουμε στη μουσική αλλά και ο τρόπος που παράγουμε. Για μένα, μια σοβαρή δουλειά δύσκολα μπορεί να γίνει μέσα σ’ αυτή την ασταμάτητη ένταση παραγωγής. Δεν λέω ότι δεν θα υπάρξουν άλλοι τρόποι έκφρασης. Θα υπάρξουν και θα τους ορίσουν κυρίως οι νεότεροι, αυτοί που γεννήθηκαν μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη. Εγώ, με τις δικές μου προσλαμβάνουσες, αγαπώ ακόμα τη ζωντανή διαδικασία, την τριβή, τον χρόνο που χρειάζεται κάτι για να ωριμάσει.
― Τι είναι αυτό που σας κρατά ακόμη σε εγρήγορση;
Το ότι πάντα νιώθω πως έχω κάτι μπροστά μου. Ακόμη κι όταν φαίνεται ότι δεν κάνω τίποτα, μέσα μου κάτι δουλεύει. Από μια βόλτα στη θάλασσα της Θεσσαλονίκης, από ένα βιβλίο, από μια κουβέντα, από κάτι που θα δω, συνέχεια γεννιέται η όρεξη να φτιάξω κάτι. Αυτό ακυρώνει και τον χρόνο σαν βάρος. Δεν σκέφτομαι βιολογικά τον χρόνο. Με κρατάει ζωντανό το ότι θέλω ακόμη να ανακαλύπτω, να δοκιμάζω, να ανοίγω καινούργια κεφάλαια.
― Τι είναι για εσάς η μουσική;
Η μουσική είναι η ζωή μας. Αλλά, για να την υπηρετήσεις, πρέπει πρώτα να μάθεις να είσαι καλός ακροατής, καλός θεατής, καλός αναγνώστης. Να αφήνεις τη ζωή να σε διαμορφώνει. Όλα λειτουργούν: μια εικόνα, ένα μουσείο, ένα τοπίο, ένας άνθρωπος, μια σκηνή, μια πρόβα. Το σημαντικό είναι να μη χάσεις την επικοινωνία με το μέσα σου. Από εκεί ξεκινούν όλα. Από εκεί ξεκινούσαν τότε, από εκεί ξεκινούν και τώρα.
― Σήμερα πώς είναι η σχέση σας με τη Θεσσαλονίκη;
Παραμένει τόπος αναφοράς; Ναι, παραμένει. Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη μου και ο ρυθμός της, όσο κι αν έχει αλλάξει, εξακολουθεί να μου ταιριάζει περισσότερο από αυτόν της Αθήνας. Έχω τις σταθερές μου βόλτες εκεί. Το πιο απλό και το πιο ουσιαστικό για μένα είναι να πάω στη θάλασσα, να περπατήσω, να δω απέναντι τον Όλυμπο – υπάρχουν μέρες που το φως είναι τέτοιο, που νιώθεις ότι μπορείς να τον αγγίξεις. Αυτές είναι πολύ δυνατές στιγμές. Από την άλλη, βλέπω κι εγώ ότι η πόλη αλλάζει, όπως βέβαια αλλάζουν όλες οι πόλεις. Προσπαθεί να γίνει μεγαλούπολη, να αποκτήσει άλλους ρυθμούς, άλλες ταχύτητες. Ο τουρισμός έχει αλλάξει πολύ το κέντρο, όπως έχει αλλάξει και την Αθήνα και τη χώρα γενικά. Παρ’ όλα αυτά, για μένα η Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να έχει κάτι πολύ δικό της. Ακόμη κι όταν με κουράζει, την αγαπώ.
― Μεγαλώσατε στη Νεάπολη, μετά φύγατε, επιστρέψατε, ζήσατε και στην Άρτα. Τι κρατάτε από αυτές τις μετακινήσεις;
Μεγάλωσα στη Νεάπολη. Από εκεί ξεκίνησαν όλα για μένα, και ως μουσικό και ως άνθρωπο. Αργότερα έζησα σε διάφορα μέρη της Θεσσαλονίκης, έφυγα και έξω από την πόλη, μετά έζησα στην Άρτα για κάποια χρόνια, όταν δίδασκα στο Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής, και μετά ξαναγύρισα στο κέντρο, όπου μένω τα τελευταία χρόνια. Αυτές οι μετακινήσεις σε αλλάζουν, αλλάζουν και το βλέμμα σου. Σου δείχνουν κι άλλους ρυθμούς ζωής, άλλες ανάγκες, άλλες κοινότητες. Δεν είναι το ίδιο να ζεις στη γειτονιά όπου μεγάλωσες ή να πηγαίνεις σε μια μικρότερη πόλη για δουλειά, δεν είναι το ίδιο να επιστρέφεις μετά κουβαλώντας άλλες εμπειρίες. Όλα αυτά μπαίνουν μέσα σου και λειτουργούν.
― Η εμπειρία της διδασκαλίας στο Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τι σας έδωσε;
Ήταν μια πολύ δυνατή εμπειρία. Μου αρέσει έτσι κι αλλιώς να βρίσκομαι με νέους ανθρώπους. Οι νέοι, ειδικά στα δεκαοχτώ τους, όταν μπαίνουν σε ένα πανεπιστήμιο, είναι ένα πολύ ζωντανό δείγμα της κοινωνίας. Κουβαλούν ήδη έναν χαρακτήρα, μια αισθητική, μια στάση που δείχνει από πού έρχονται: από ποια οικογένεια, περιοχή, με ποια ακούσματα ή βιώματα. Στην Άρτα, επειδή ήταν ένα περιφερειακό ίδρυμα, έρχονταν παιδιά απ’ όλη την Ελλάδα – από την Κρήτη μέχρι τον Έβρο. Αυτό είχε μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί έβλεπες διαφορετικές νοοτροπίες, αισθητικές, άλλες κοινωνικές αφετηρίες, άλλες μουσικές επιρροές. Και το πιο ωραίο ήταν ότι μέσα στα χρόνια φοίτησης έβλεπες πώς όλα αυτά αναδιαμορφώνονταν. Πώς άλλαζε το αυτί τους, η σκέψη τους, η αισθητική τους. Αυτό είναι πολύ σημαντικό.
― Τι κάνει, τελικά, καλό έναν μαθητή και τι έναν δάσκαλο;
Δεν ξέρω αν μου αρέσουν οι λέξεις «καλός» και «κακός», νομίζω ότι το βασικό είναι η ανθρώπινη επικοινωνία. Πρέπει να υπάρχει επικοινωνία σε βάθος, για να μπορεί να προχωρήσει η γνώση και η τεχνική, αλλά και η κοινωνικοποίηση, που είναι εξίσου σημαντική. Τι νόημα έχει να είσαι άρτια καταρτισμένος, αν δεν μπορείς να επικοινωνήσεις με τους άλλους; Ό,τι κάνουμε το κάνουμε μέσα σε μια κοινωνία. Δεν το κάνουμε στο κενό. Άρα το θέμα δεν είναι μόνο να μάθεις να παίζεις σωστά ή να ξέρεις πολλά. Είναι και το πώς συνυπάρχεις, πώς ακούς, πώς συζητάς, πώς υπερασπίζεσαι κάτι χωρίς να ακυρώνεις τον άλλον. Αυτά είναι πολύ σημαντικά.
― Τι κάνει έναν κιθαρίστα καλό;
Δεν έχει νόημα να σταθούμε μόνο στο όργανο. Το σημαντικό δεν είναι η κιθάρα, αλλά ο άνθρωπος που την κρατά. Πρέπει να υπάρχει μια παράλληλη καλλιέργεια: από τη μία, να δουλεύεις τη σχέση σου με το όργανο από την άλλη, να προσπαθείς να έρθεις πιο κοντά στον εαυτό σου. Όταν μαθαίνεις, περνάς αναγκαστικά από το στάδιο της μίμησης. Κι εγώ, όταν ήμουν μικρός και έβγαζα σόλο, ήθελα να τα βγάζω νότα νότα, ακριβώς όπως ήταν. Αυτό είναι μέρος της μαθητείας. Το ζήτημα είναι τι γίνεται μετά. Αν θα μείνεις εκεί ή αν θα καταφέρεις να το κάνεις δικό σου. Εκεί αρχίζει η ουσία.
«Αυτό που με κρατάει ζωντανό είναι το ότι συνεχίζω να μαθαίνω. Συνεχίζω να ανακαλύπτω κάτι ακόμα μέσα στη μουσική, στη ζωή, στους ανθρώπους. Κι αυτή η διαδικασία δεν τελειώνει ποτέ.» - Μπάμπης Παπαδόπουλος
― Σας αρέσει περισσότερο το στούντιο ή το live;
Μου αρέσουν και τα δύο, το ένα τροφοδοτεί το άλλο. Το να κάθομαι μόνος μου να γράφω, να μελετάω, να σκέφτομαι, να διαβάζω καλλιεργεί αυτό που είμαι. Κι αυτό μετά με βοηθάει όταν βγω να παίξω ζωντανά. Αντίστοιχα, το live με επιστρέφει με άλλη ένταση και άλλη ενέργεια στη δημιουργία. Δεν μπορώ να διαλέξω. Μου αρέσει να είμαι στο δωμάτιό μου και να δουλεύω, αλλά μου αρέσει εξίσου να βγαίνω στο πάλκο. Μου αρέσει να γράφω μουσική για μια ταινία ή για μια παράσταση. Όλα συνδέονται. Το ένα κάνει καλύτερο το άλλο.
― Πώς επιλέγετε τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζεστε;
Νομίζω ότι το πρώτο είναι η αισθητική επικοινωνία. Το αν μιλάμε κάπως την ίδια γλώσσα. Το αν υπάρχει ένας κοινός στόχος, μια κοινή κατεύθυνση. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε ίδιοι. Αλλά πρέπει να υπάρχει ένα έδαφος συνεννόησης. Με τα χρόνια γίνομαι ίσως λιγότερο αυστηρός σ’ αυτό, με την έννοια ότι καταλαβαίνω καλύτερα και τις συνθήκες και τον εαυτό μου. Ξέρω πιο καθαρά τι θέλω να κάνω, άρα μπορώ και να διαχειριστώ καλύτερα τις συνεργασίες. Αυτό έρχεται με την εμπειρία.
― Πόσο σας αφορά η αυτοπροβολή;
Δεν το έχω σαν χαρακτήρας. Δεν είμαι άνθρωπος που θέλει να βγαίνει μπροστά. Και, για να είμαι ειλικρινής, έτσι κερδίζω και χρόνο. Χρόνο για να ασχοληθώ πιο ουσιαστικά με αυτό που κάνω. Δεν μου τρώει ενέργεια η διαρκής προβολή. Βέβαια, ξέρω ότι είναι απαραίτητη ως έναν βαθμό. Πρέπει να κοινοποιείς τη δουλειά σου, να έρχεσαι σε επαφή με τον κόσμο. Αλλά το πρώτο μου μέλημα είναι να έχω χρόνο και ηρεμία για να κάνω τη δουλειά μου όπως πρέπει. Αυτό με ενδιαφέρει περισσότερο.
― Σας αγχώνει ο χρόνος που περνάει;
Όχι ιδιαίτερα. Και νομίζω ότι με βοηθάει σ’ αυτό η ίδια η δουλειά μου. Επειδή πάντα έχω κάτι να κάνω, δεν σκέφτομαι πολύ τον βιολογικό χρόνο. Το παρελθόν λειτουργεί μέσα μου ως εμπειρία, ως βίωμα. Δεν το αναμασάω. Με κρατάει ζωντανό το ότι μπορώ ακόμη να ανακαλύπτω πράγματα. Να σκέφτομαι κάτι με διαφορετικό τρόπο, να δοκιμάζω κάτι που δεν είχα δοκιμάσει. Αυτό ακυρώνει τον χρόνο ως βάρος.
― Τα ταξίδια τι ρόλο έχουν παίξει στη μουσική σας διαδρομή;
Παλιότερα ταξίδευα περισσότερο, κυρίως την περίοδο που υπήρχε και μια μεγαλύτερη οικονομική άνεση. Τα τελευταία χρόνια ταξιδεύω λιγότερο και, για να είμαι ειλικρινής, δεν είναι κάτι που με συγκινεί πια όσο παλιά. Μπορεί να ακούγεται περίεργο, αλλά έχω την αίσθηση ότι οι περισσότερες πόλεις, τουλάχιστον στην Ευρώπη, έχουν αρχίσει να μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Δεν μιλάω για την αρχιτεκτονική –εκεί υπάρχουν τεράστιες διαφορές– αλλά για τον τρόπο ζωής, τη διασκέδαση, τα μπαρ, τη μουσική που ακούγεται. Πολλές φορές νιώθω ότι μπορώ να δω και να ακούσω πάνω κάτω τα ίδια πράγματα που θα έβλεπα και θα άκουγα και στη Θεσσαλονίκη ή στην Αθήνα. Όταν ταξιδεύω, αυτό που με συγκινεί περισσότερο πλέον είναι τα μουσεία. Το να δω έργα τέχνης, να μπω σε χώρους που κουβαλάνε μια άλλη ιστορία. Εκεί παίρνω πιο ουσιαστικά πράγματα. Με ταξιδεύει περισσότερο αυτό παρά μια βραδινή έξοδος σε μια πόλη.
― Θυμάστε συναυλίες που σας σημάδεψαν ως θεατή;
Θυμάμαι πολύ έντονα ένα live του Ben Harper που είχα δει, σ’ έναν μικρό χώρο στο Λονδίνο, τη δεκαετία του 1990. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακό. Εκείνη την εποχή τον άκουγα πολύ, οπότε το να τον δω ζωντανά ήταν συγκλονιστικό. Επίσης θυμάμαι τον David Byrne όταν είχε παίξει στη Θεσσαλονίκη, στον Μύλο. Ήταν μια πολύ δυνατή εμπειρία. Παρ’ όλα αυτά, με τα χρόνια πηγαίνω όλο και λιγότερο σε συναυλίες. Όχι επειδή δεν μου αρέσουν, αλλά επειδή αλλάζουν οι ρυθμοί και οι ανάγκες.
― Είστε από τους μουσικούς που συλλέγουν εξοπλισμό;
Όχι ιδιαίτερα. Δεν είμαι άνθρωπος που κυνηγάει τον εξοπλισμό. Αντίθετα, με τα χρόνια νιώθω ότι θέλω να απλοποιώ όλο και περισσότερο τα πράγματα. Το όνειρό μου είναι να μπορώ να αποτυπώσω όσα πράγματα έχω μέσα μου χρησιμοποιώντας μόνο μια ακουστική κιθάρα. Να βγαίνει όλος αυτός ο κόσμος από ένα απλό όργανο. Αυτό με συγκινεί περισσότερο από το να έχω δεκάδες μηχανήματα και εργαλεία.
― Έχετε κάποια αγαπημένη κιθάρα;
Ναι, η αγαπημένη μου είναι μια ακουστική. Είναι μια Lowden, ιρλανδική κατασκευή. Την είχα αγοράσει σ’ ένα ταξίδι μου στο Λονδίνο πριν από τριάντα και πλέον χρόνια. Εκείνη την εποχή έψαχνα να βρω μια καλή ακουστική κιθάρα. Στο Λονδίνο τα μαγαζιά με όργανα είναι απίστευτα – μπαίνεις μέσα και παθαίνεις σοκ από την ποικιλία. Εκεί τη βρήκα κι από τότε την έχω μαζί μου.
― Υπήρξατε άνθρωπος που επένδυε πολλά χρήματα σε δίσκους;
Ναι, τα περισσότερα λεφτά μου τα έκανα δίσκους. Αγόραζα πάρα πολλούς. Δεν είμαι όμως συλλέκτης με την έννοια ότι ψάχνω σπάνια βινύλια ή πολύ ακριβές εκδόσεις. Ποτέ δεν με ενδιέφερε να έχω κάτι επειδή είναι σπάνιο ή ακριβό. Μ’ ενδιέφερε να ακούω μουσική. Και πιστεύω ότι μπορείς να βρεις σπουδαία πράγματα χωρίς να χρειάζεται να κυνηγάς συλλεκτικές εκδόσεις.
― Τα μουσικά σχήματα που έχετε δημιουργήσει –Electric Solo, Duo, Trio, Acoustic Set– τι ανάγκες εξυπηρετούν;
Όλα αυτά τα σχήματα έχουν ένα κοινό στοιχείο: τη δική μου αισθητική προσέγγιση στη μουσική. Είτε παίζω μόνος μου είτε με περισσότερους μουσικούς, υπάρχει ένας κοινός τρόπος σκέψης στη σύνθεση και στην ενορχήστρωση. Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στο ηχητικό περιβάλλον. Κάθε σχήμα έχει έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης και δυνατότητες. Το σόλο έχει την ελευθερία του αυτοσχεδιασμού και της άμεσης σχέσης με το όργανο. Τα μεγαλύτερα σχήματα ανοίγουν περισσότερα ηχητικά τοπία. Βέβαια, υπάρχει και μια πρακτική πλευρά. Ένα μεγάλο σύνολο, όπως το σεξτέτο που είχαμε κάποια στιγμή, είναι πολύ δύσκολο να επιβιώσει οικονομικά και οργανωτικά. Οι μουσικοί ζουν σε διαφορετικές πόλεις, οι μετακινήσεις είναι πολλές, όπως και τα έξοδα. Αυτό παίζει ρόλο στο τι μπορεί τελικά να συνεχίσει να υπάρχει.
― Στον τελευταίο σας δίσκο δοκιμάσατε και τη φωνή σας. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;
Δεν θεωρώ τον εαυτό μου τραγουδιστή. Το λέω ξεκάθαρα. Αλλά ήταν μια εμπειρία που την απόλαυσα. Προέκυψε φυσικά μέσα από τη διαδικασία του δίσκου. Η φωνή είναι το παλαιότερο μουσικό όργανο που υπάρχει. Είναι κάτι πολύ άμεσο. Όταν τραγουδάς, η μουσική βγαίνει κατευθείαν από το σώμα σου. Προσπάθησα να το κάνω όσο πιο φυσικά μπορούσα, χωρίς να προσποιούμαι κάτι που δεν είμαι. Δεν ξέρω αν θα το ξανακάνω ή πόσο θα το εξελίξω. Αν προκύψει η ανάγκη να γράψω τραγούδια και να τα πω εγώ, θα το κάνω.
― Τελικά, τι είναι αυτό που κάνει έναν δημιουργό να συνεχίζει;
Η περιέργεια. Το ότι εξακολουθείς να ανακαλύπτεις πράγματα. Ακόμη κι όταν δουλεύεις με τα ίδια υλικά, πάντα υπάρχει κάτι καινούργιο που μπορείς να δεις. Αυτό που με κρατάει ζωντανό είναι το ότι συνεχίζω να μαθαίνω. Συνεχίζω να ανακαλύπτω κάτι ακόμα μέσα στη μουσική, στη ζωή, στους ανθρώπους. Κι αυτή η διαδικασία δεν τελειώνει ποτέ.
Δειτε περισσοτερα
Ένας από τους πιο καθοριστικούς μουσικούς της σύγχρονης ελληνικής σκηνής μάς βάζει στον ηχόκοσμό του
Νίκη Καναγκίνη, Γιάννης Χρήστου και Στάθης Λογοθέτης σε «διάλογο» μέσα από τα έργα τους και την πορεία τους
Ένα όνομα - μια ιστορία: οι μεγάλοι σταθμοί της πορείας της - Από σεκόντο στον Καζαντζίδη σε μια τεράστια καριέρα
Τα δυο αδέρφια μας μίλησαν για την παράσταση «Η τελευταία έξοδος - Ρίτα Χέιγουρθ» που σκηνοθετούν στο Άνεσις