Μια συζήτηση για το «Αλλού ο δρόμος», την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της, την τέχνη ως ανάγκη, τη φωτογραφία, την ανθεκτικότητα και εκείνο το «αλλού» που εξακολουθούμε να αναζητούμε.
- CITY GUIDE
- PODCAST
-
15°
Ειρήνη Βουρλούμη: Οι οδηγοί ταξί βιώνουν την πόλη σαν ένα διαρκές πέρασμα από τη μία ζωή στην άλλη
Ειρήνη Βουρλούμη - «Αλλού ο δρόμος»: Τρεις οδηγοί ταξί, τρεις διαφορετικές ζωές και μια νυχτερινή Αθήνα.
Η Ειρήνη Βουρλούμη κοιτάζει την Αθήνα από το πίσω κάθισμα ενός ταξί. Όχι όμως ως περαστική. Στο «Αλλού ο δρόμος», την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της, στρέφει την κάμερα σε τρεις οδηγούς ταξί -τον Κωνσταντίνο, τον Σάνι και τον Γιώργο- και μέσα από τις διαδρομές τους συνθέτει ένα πορτρέτο της πόλης, αλλά κυρίως των ανθρώπων που συνεχίζουν να ονειρεύονται μέσα σε αυτή.
Πίσω από το τιμόνι και την καθημερινή βιοπάλη, οι τρεις πρωταγωνιστές κουβαλούν επιθυμίες που δεν εγκατέλειψαν ποτέ: την υποκριτική, το τραγούδι, τη σχέση με τη φύση, την ανάγκη για δημιουργία. Η ταινία εστιάζει ακριβώς σε αυτή την απόσταση ανάμεσα σε όσα επιβάλλει η πραγματικότητα και σε όσα εξακολουθεί να διεκδικεί ο εσωτερικός μας εαυτός.
Με έντονη φωτογραφική ταυτότητα, νυχτερινή ατμόσφαιρα και χώρο για τις παύσεις, τις αναμονές και τις μικρές στιγμές της ζωής, το «Αλλού ο δρόμος» αντιμετωπίζει την Αθήνα όχι απλώς ως σκηνικό, αλλά σχεδόν ως έναν ακόμη πρωταγωνιστή: μια πόλη κουρασμένη, απρόβλεπτη, μελαγχολική και ταυτόχρονα επίμονη.
Με αφορμή την έναρξη των προβολών της ταινίας στις κινηματογραφικές αίθουσες, στις 22 Οκτωβρίου 2026 στον κινηματογράφο ΔΑΝΑΟΣ, μιλήσαμε με την Ειρήνη Βουρλούμη για τους ανθρώπους που γνώρισε πίσω από το τιμόνι, για τη μετάβαση από τη φωτογραφία στο σινεμά, για την τέχνη ως ανάγκη και για εκείνο το «αλλού» που μπορεί τελικά να βρίσκεται πιο κοντά απ’ όσο νομίζουμε.
Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το «Αλλού ο δρόμος»; Τι ήταν αυτό που σας έκανε να στρέψετε την κάμερα στους οδηγούς ταξί και να αναγνωρίσετε στις ιστορίες τους κάτι που άξιζε να γίνει ταινία;
Χρησιμοποιώ ταξί από την εφηβεία μου και, ενώ ο κόσμος των ταξιτζήδων μού φαινόταν πάντα κάπως αινιγματικός, νιώθω μια συγγένεια και μια εγγύτητα με τους οδηγούς. Τους βλέπω σαν τη λυρική φωνή της πόλης — σαν αφηγητές του ρυθμού, του αγώνα και της ψυχής της.
Το ταξί δεν είναι απλώς ένα μέσο μεταφοράς. Είναι χώρος εργασίας, χώρος εξομολόγησης, αλλά και ένα σημείο παρατήρησης της πόλης και των ανθρώπων της. Και ίσως, μέσα σε μια τέτοια διαδρομή, να ανακαλύψεις κάτι για έναν άγνωστο άνθρωπο, αλλά και κάτι για τον ίδιο σου τον εαυτό.
Η ιδέα της ταινίας ξεκίνησε πριν από περίπου μία δεκαετία, μέσα στην οικονομική κρίση, όταν εργαζόμουν ως φωτορεπόρτερ καλύπτοντας τα γεγονότα. Ήθελα να εξερευνήσω τι βίωναν οι οδηγοί μέσα από τα ταξί τους. Βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της πόλης και αντιλαμβάνονται πολύ γρήγορα τις αλλαγές της — από τα κλειστά καταστήματα και τον παλμό της κίνησης μέχρι την ψυχολογία των ίδιων των Αθηναίων.
Μέσα από μια μακρά διαδικασία γυρισμάτων και περισσότερα από δύο χρόνια μοντάζ, η ταινία σταμάτησε να αφορά απλώς τις κρίσεις που πέρασε η Αθήνα. Σταδιακά επικεντρώθηκε στην ευθραυστότητα της καθημερινής ζωής και, κυρίως, στην ανθεκτικότητα των ανθρώπων που εξακολουθούν να φαντάζονται μια ζωή με νόημα και ομορφιά, παρά την αβεβαιότητα και όλα όσα έχουμε περάσει ως χώρα.
Ο τίτλος της ταινίας παραπέμπει σε μια άλλη κατεύθυνση, σε μια επιθυμία να βρεθεί κανείς κάπου αλλού. Τι σημαίνει αυτό το «αλλού» για τους τρεις πρωταγωνιστές σας; Και πόσο μακριά βρίσκεται από τη ζωή που ζουν σήμερα;
Ο Κωνσταντίνος, ή Πούμα, αγαπά αυτό που κάνει και για πολύ καιρό δεν ήθελε καν να σκεφτεί τη σύνταξη. Έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τη φύση και με την κουκουβάγια της Αθήνας, μια σχέση σχεδόν μεταφυσική.
Ο Σάνι κατάγεται από τη Νιγηρία, είναι ηθοποιός και κουβαλά μέσα του την επιθυμία να επιστρέψει στην τέχνη, ενώ παράλληλα προσπαθεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της καθημερινότητας και της οικογένειάς του.
Ο Γιώργος, πάλι, ζει για το τραγούδι και τη σκηνή, για αυτή την ανάγκη να εκφράζεται μέσα από τη μουσική.
Σήμερα όλοι τους είναι περισσότερο προσηλωμένοι στα όνειρά τους. Ο Σάνι έχει συνταξιοδοτηθεί και διαθέτει περισσότερο χρόνο για την υποκριτική. Ο Γιώργος, μέσα από την ταινία, υπέγραψε με την EMI Universal για το πρωτότυπο τραγούδι μας «Δεν με νίκησε η πόλη». Και ο Πούμα έχει πλέον συμφιλιωθεί με τη συνταξιοδότησή του και περνά όσο περισσότερο χρόνο μπορεί κοντά στη φύση.
Οι ταξιτζήδες έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με την Αθήνα: τη διασχίζουν καθημερινά, γνωρίζουν τις γειτονιές και τους ρυθμούς της, συναντούν εκατοντάδες ανθρώπους. Τι είδατε εσείς στην πόλη μέσα από το δικό τους βλέμμα που ίσως διαφεύγει από τους υπόλοιπους Αθηναίους;
Νομίζω ότι οι οδηγοί ταξί βιώνουν την πόλη σαν ένα διαρκές πέρασμα από τη μία ζωή στην άλλη. Κάθε διαδρομή τούς φέρνει σε επαφή με διαφορετικούς ανθρώπους, γειτονιές και πραγματικότητες. Ταυτόχρονα, όμως, οι ίδιοι παραμένουν μέσα στο αυτοκίνητο, σε έναν δικό τους, σχεδόν προστατευμένο χώρο.
Με ενδιέφερε αυτή η ιδέα: να βρίσκεσαι διαρκώς σε κίνηση, χωρίς να γνωρίζεις απαραίτητα αν πηγαίνεις κάπου και ο ίδιος. Το ταξί γίνεται ένας τρόπος να παρατηρείς την πόλη, αλλά και να σκέφτεσαι τη δική σου ζωή, τις επιλογές σου, το πού βρίσκεσαι και το πού θα ήθελες να είσαι. Νομίζω ότι υπάρχει κάτι πολύ ανθρώπινο σε αυτή την αντίφαση.
Οι οδηγοί ταξί είναι μια επαγγελματική ομάδα που συχνά συνοδεύεται από στερεότυπα και αρνητικές προκαταλήψεις. Στην ταινία σας αναδύεται μια πιο τρυφερή, ανθρώπινη και συχνά μελαγχολική πλευρά τους. Ήταν πρόθεσή σας να ανατρέψετε αυτή την εικόνα;
Ο οδηγός ταξί είναι μια φιγούρα που όλοι συναντάμε στην καθημερινότητά μας, αλλά στην πραγματικότητα γνωρίζουμε ελάχιστα γι’ αυτόν. Συχνά μένουμε στην εικόνα που έχουμε για το επάγγελμα, χωρίς να βλέπουμε τον άνθρωπο πίσω από αυτή.
Ήθελα να αναδείξω αυτή την άλλη πλευρά: τις επιθυμίες, τα όνειρα, τις ευαισθησίες τους. Κανένας άνθρωπος δεν εξαντλείται στην επαγγελματική του ιδιότητα ή στην εικόνα που έχουμε σχηματίσει γι’ αυτόν. Και αυτή ακριβώς η αθέατη πλευρά των ανθρώπων είναι που με ενδιαφέρει περισσότερο.
Η μελαγχολία της ταινίας προέκυψε εντελώς οργανικά, ίσως κατά κάποιον τρόπο μέσα από την ίδια την πόλη. Με όλα όσα έχουμε περάσει τα τελευταία χρόνια —από την οικονομική κρίση μέχρι την πανδημία— η ατμόσφαιρα γύρω μας κουβαλά τα ίχνη αυτής της διαδρομής.
Τι σας έκαναν να ανακαλύψετε ο Κωνσταντίνος, ο Σάνι και ο Γιώργος για τους ίδιους, αλλά και για τον εαυτό σας, που δεν θα μπορούσατε να φανταστείτε πριν τους γνωρίσετε;
Μου έδειξαν ότι πίσω από τη ρουτίνα ενός επαγγέλματος μπορεί να κρύβεται μια βαθιά εσωτερικότητα και μια αστείρευτη ανάγκη για δημιουργία.
Αυτό που άλλαξε ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο τους έβλεπα ήταν η απόλυτη άρνησή τους να εγκαταλείψουν τα όνειρά τους εξαιτίας της καθημερινότητας. Θαυμάζω την ανθεκτικότητά τους και το γεγονός ότι συνεχίζουν να παλεύουν γι’ αυτά, ακόμη και κοντά στα εβδομήντα τους.
Οι τρεις πρωταγωνιστές έχουν διαφορετικές διαδρομές, καταβολές και όνειρα. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να τους συνδέσετε σε μία ταινία;
Αρχικά τους συνδέει η παρόμοια φάση της ζωής στην οποία βρίσκονται. Είναι όλοι βαθιά δημιουργικοί άνθρωποι. Το σημαντικότερο κοινό νήμα, όμως, είναι ότι ο καθένας τους πιστεύει σε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο, κάτι που του δίνει τεράστια εσωτερική δύναμη για να συνεχίζει.
Αυτή η πίστη εκφράζεται διαφορετικά στον καθένα: στον Σάνι μέσα από την αφοσίωσή του στην υποκριτική, στον Γιώργο μέσα από την απόλυτη αγάπη του για τη μουσική και τη σκηνή, και στον Πούμα μέσα από τη βαθιά, σχεδόν πνευματική σχέση του με τη φύση και την κουκουβάγια της Αθήνας.
Παρά τις διαφορετικές καταβολές τους, αυτή η κοινή ανάγκη για δημιουργία και η εσωτερική τους πίστη ήταν που με έκανε να τους ενώσω σε μία ταινία. Για μένα, είναι τρεις διαφορετικές εκδοχές της ανθρώπινης ανθεκτικότητας.
Οι πρωταγωνιστές σας έχουν καλλιτεχνικές ανησυχίες και όνειρα που δύσκολα βρίσκουν χώρο στην καθημερινότητά τους. Είναι η αντίφαση ανάμεσα σε αυτό που θέλει να γίνει ένας άνθρωπος και σε αυτό που αναγκάζεται να κάνει μια συνειδητή πολιτική και κοινωνική τοποθέτηση της ταινίας; Και ποια θέση έχει τελικά η τέχνη στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;
Ναι, είναι μια συνειδητή πολιτική και κοινωνική τοποθέτηση. Ήθελα να αναδείξω πώς η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες συχνά περιορίζουν τους ανθρώπους, αναγκάζοντάς τους να βάζουν την καθημερινή επιβίωση πάνω από την έκφραση, και πώς η τέχνη αντιμετωπίζεται πολλές φορές ως πολυτέλεια αντί ως ανάγκη.
Ταυτόχρονα, όμως, η ταινία θέλει να δείξει ότι, ανεξάρτητα από την ηλικία και ανεξάρτητα από όσα έχουμε περάσει ως χώρα, μπορούμε ακόμη να διεκδικούμε τους στόχους μας και να συνεχίζουμε να ελπίζουμε.
Η ιστορία του Σάνι, με την καταγωγή του από τη Νιγηρία και την αγάπη του για την υποκριτική, προσθέτει μια διαφορετική διάσταση στο πορτρέτο της Αθήνας. Τι μας λέει η δική του εμπειρία για το ποιος αισθάνεται ότι ανήκει πραγματικά σε αυτή την πόλη;
Η εμπειρία του είναι προφανώς διαφορετική, καθώς βιώνει την πόλη ως Αφρικανός άντρας. Μέσα από την ιστορία του Σάνι βλέπουμε επίσης στοιχεία της νιγηριανής κοινότητας, τη σχέση της με την εκκλησία, τον χορό και τη ζωή.
Είναι ένας άνθρωπος που έχει έρθει αντιμέτωπος και με ξενοφοβικές συμπεριφορές, αλλά αντλεί τεράστια δύναμη από την αγάπη της οικογένειάς του.
Μέσα από όλη αυτή τη διαδρομή γίνεται σαφές ότι έχει βρει το σπίτι του στην Αθήνα - τόσο μέσα από την κοινότητά του όσο και μέσα από τα χρόνια που πέρασε οδηγώντας στους δρόμους της πόλης.
Η Αθήνα στην ταινία σας δεν είναι απλώς το σκηνικό, αλλά σχεδόν ένας ακόμη πρωταγωνιστής. Γιατί επιλέξατε να κινηματογραφήσετε μεγάλο μέρος της ταινίας τη νύχτα;
Η νύχτα έχει κάτι πολύ κινηματογραφικό, αλλά αυτό που με ενδιέφερε δεν ήταν μόνο η αισθητική της. Είμαι κι εγώ νυχτοπούλι. Με γοητεύει η νύχτα και είναι η στιγμή της ημέρας κατά την οποία αισθάνομαι πιο άνετα και πιο κοντά στον εαυτό μου. Η Αθήνα τη νύχτα αλλάζει πρόσωπο. Αποκτά μια δική της, αυτόνομη ζωή. Ήθελα να αποτυπώσω αυτή την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, αλλά και την αίσθηση της αναζήτησης, εκεί όπου κάθε νυχτερινή διαδρομή μπορεί να εξελιχθεί σε μια μοναδική ανθρώπινη αποκάλυψη. Πιστεύω ότι η νύχτα μπορεί να είναι πιο αποκαλυπτική από την ημέρα, ακριβώς επειδή ποτέ δεν ξέρεις πού μπορεί να σε οδηγήσει. Είναι πολύ πιο απρόβλεπτη.
Η ταινία έχει ιδιαίτερη οπτική ταυτότητα, μέσα από τη φωτογραφία, τον φωτισμό και τη χρωματική της παλέτα. Πώς διαμορφώσατε αυτή τη φωτογραφική γλώσσα;
Η αισθητική της ταινίας προέκυψε πολύ φυσικά μέσα από τη φωτογραφική μου δουλειά. Σίγουρα με έχει επηρεάσει και ο παππούς μου, ο ζωγράφος Ανδρέας Βουρλούμης, με τα σκίτσα του για την Αθήνα, που μου έμαθαν να παρατηρώ την καθημερινότητα της πόλης. Ως φωτογράφος, οι οπτικές πτυχές της ταινίας ήταν πολύ σημαντικές για μένα. Δουλέψαμε, όμως, πολύ στενά με τον διευθυντή φωτογραφίας, Μιχάλη Γκατζόγια, ώστε να συνδιαμορφώσουμε ένα κοινό όραμα. Προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε μια διαφορετική φωτογραφική γλώσσα για κάθε χαρακτήρα, έτσι ώστε η συνολική οπτική ταυτότητα να προκύπτει οργανικά από τους ίδιους τους ανθρώπους και τη διαδικασία των γυρισμάτων, προσφέροντας παράλληλα μια δυναμική και πολυεπίπεδη αντανάκλαση της πόλης.
Το ντοκιμαντέρ δίνει χώρο στις παύσεις, στις αναμονές και στις μικρές στιγμές της καθημερινότητας. Πώς βρίσκει κανείς κινηματογραφική ένταση σε πράγματα που, εκ πρώτης όψεως, μοιάζουν απολύτως συνηθισμένα;
Η ταινία θέλει ακριβώς να φωτίσει την καθημερινή ζωή και τις ρουτίνες της - πράγματα με τα οποία όλοι είμαστε εξοικειωμένοι. Μέσα από αυτές τις παύσεις δίνουμε χρόνο στον θεατή να σταθεί, να αναλογιστεί, να «καθίσει» μαζί με τις μικρές στιγμές. Έτσι αποκτούν το δικό τους κινηματογραφικό βάρος, χωρίς να χρειάζεται να είναι δραματικές ή γεμάτες δράση. Η ένταση μπορεί να γεννηθεί απλώς από την αλήθεια της ίδιας της καθημερινότητας.
Προέρχεστε από τον χώρο της φωτογραφίας. Τι σας έδωσε το σινεμά που δεν μπορούσε να σας δώσει η στατική εικόνα; Και τι κρατήσατε από τη φωτογραφική σας ματιά;
Από τη φωτογραφική μου ματιά κράτησα σίγουρα το ενδιαφέρον μου για τους άδειους εσωτερικούς χώρους και για όσα μπορούν να μαρτυρούν σχετικά με τα ίχνη των ανθρώπων. Όταν όμως περνάς στη διάρκεια και στην κίνηση, η στατική εικόνα αποκτά μια άλλη ζωντάνια. Μαθαίνεις να μην αναζητάς μόνο το ένα, τέλειο «κλικ», αλλά να αφήνεις τον χρόνο να κυλήσει και να αποκαλύψει την ιστορία μέσα από τη ροή του. Το σινεμά μού έδωσε επίσης την ομορφιά της συλλογικής δουλειάς. Η φωτογραφία είναι μια περισσότερο μοναχική διαδικασία, ενώ στον κινηματογράφο συνεργάζεσαι με άλλους ανθρώπους και καλείσαι να αντιμετωπίσεις εντελώς νέες προκλήσεις - τον ήχο, την κίνηση, τον χρόνο. Αυτή η συνδημιουργία με βοήθησε να εξελιχθώ και ως άνθρωπος και να μάθω να συνδυάζω τις ματιές των άλλων με τη δική μου.
Σε ένα ντοκιμαντέρ που βασίζεται στην πραγματική ζωή ανθρώπων, η εμπιστοσύνη είναι καθοριστική. Πώς χτίστηκε η σχέση σας με τους τρεις πρωταγωνιστές; Υπήρξαν στιγμές που αισθανθήκατε ότι η κάμερα έπρεπε να υποχωρήσει;
Για μένα, ένα από τα σημαντικότερα πράγματα στο ντοκιμαντέρ είναι να δημιουργείται ένας πραγματικός δεσμός ανάμεσα στον σκηνοθέτη και στους ανθρώπους που κινηματογραφεί. Πέρασα έξι μήνες με τον καθένα τους χωρίς να κάνουμε καν γυρίσματα, απλώς για να χτίσουμε μια σχέση εμπιστοσύνης και ασφάλειας. Χωρίς αυτή την αμοιβαία φροντίδα δεν θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει αυτή την ταινία. Συνεργαζόμασταν στενά μαζί τους για να αποφασίζουμε κάθε φορά τι θα γυρίσουμε. Αυτός ο αμοιβαίος σεβασμός ήταν που τους επέτρεψε να μας εμπιστευτούν και να αφεθούν. Σήμερα είμαστε όλοι πάρα πολύ κοντά και αποτελούν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής μου.
Η ταινία παρακολουθεί ανθρώπους που κινούνται διαρκώς μέσα στην πόλη, αλλά ταυτόχρονα μοιάζουν να αναζητούν κάτι που δεν έχουν ακόμη βρει. Είναι αυτή η αναζήτηση ειδικά αθηναϊκή ή βαθύτερα ανθρώπινη;
Πιστεύω ότι ξεκινά από τη σημερινή Αθήνα, αλλά καταλήγει σε κάτι πολύ βαθύτερα ανθρώπινο. Με όλα όσα έχουμε περάσει ως χώρα, έχει γίνει σίγουρα δυσκολότερο να ακολουθούμε τα όνειρά μας και να διατηρούμε την ελπίδα μας. Η διαρκής αναζήτηση των ηρώων καθρεφτίζει ακριβώς αυτή τη δυσκολία. Όμως η ίδια η ταινία δείχνει ότι η ανάγκη να παλεύεις για τους στόχους σου και να συνεχίζεις να ελπίζεις ξεπερνά τις συγκυρίες. Έτσι, αυτή η αναζήτηση μετατρέπεται από ένα τοπικό, αθηναϊκό βίωμα σε μια παγκόσμια και διαχρονική ανθρώπινη ανάγκη για νόημα και δημιουργία.
Το «Αλλού ο δρόμος» είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία σας. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη δημιουργία της και τι ανακαλύψατε για τον εαυτό σας περνώντας από τη φωτογραφική καταγραφή σε μια ολοκληρωμένη κινηματογραφική αφήγηση;
Ήταν μια τεράστια πρόκληση, γιατί ήταν η πρώτη μου ταινία. Δεν είχα σπουδάσει κινηματογράφο ούτε είχα προηγουμένως κάνει κάποια ταινία μικρού μήκους. Ουσιαστικά μάθαινα στην πορεία, μέσα από την ίδια τη διαδικασία. Υπήρξαν στιγμές που ήταν πολύ δύσκολο ψυχολογικά. Όταν κάνεις μια ταινία, υπάρχουν φορές που θέλεις απλώς να τα παρατήσεις. Το δυσκολότερο κομμάτι ήταν σίγουρα το μοντάζ, το οποίο διήρκεσε περισσότερο από δύο χρόνια. Αρχικά είχαμε ουσιαστικά δημιουργήσει μια ταινία περίπου μίας ώρας για τον καθένα από τους τρεις πρωταγωνιστές. Στη συνέχεια έπρεπε να πλέξουμε τις ιστορίες τους μεταξύ τους και να δημιουργήσουμε μία ενιαία αφήγηση. Το να βρούμε τις συνδέσεις, τον ρυθμό και την ισορροπία ανάμεσα στις τρεις διαφορετικές διαδρομές ήταν εξαιρετικά απαιτητικό. Ταυτόχρονα, όμως, ήταν ακριβώς το σημείο στο οποίο η ταινία άρχισε πραγματικά να αποκτά την τελική της μορφή.
Αν οι τρεις πρωταγωνιστές μπορούσαν να δουν την Αθήνα μέσα από την ταινία σας, τι θα θέλατε να αναγνωρίσουν στην πόλη τους και τι στον ίδιο τους τον εαυτό; Και τι θα θέλατε να αλλάξει στο βλέμμα του θεατή απέναντι στους ανθρώπους που συναντά καθημερινά στον δρόμο;
Θα ήθελα να συνειδητοποιήσουν ότι υπάρχουν κομμάτια και πτυχές της Αθήνας που ακόμη και οι ίδιοι, παρά τα τόσα χρόνια στους δρόμους, ίσως δεν είχαν βιώσει ή παρατηρήσει. Όσον αφορά τους ίδιους, θα ήθελα να καταλάβουν ότι είναι πραγματικοί ήρωες. Εργάζονται καθημερινά σε μια πόλη γεμάτη προκλήσεις και αντίξοες συνθήκες. Θα ήθελα, βλέποντας την ταινία, να αναγνωρίσουν όλα όσα έχουν καταφέρει. Να νιώσουν περηφάνια, να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση γι’ αυτό που κάνουν και να συνεχίσουν να πιστεύουν στα όνειρά τους. Για τον θεατή, θα ήθελα η ταινία να λειτουργήσει ως μια μικρή μετατόπιση του βλέμματος. Να αντιμετωπίζει με περισσότερο σεβασμό τους οδηγούς ταξί, αλλά και γενικότερα τους ανθρώπους που συναντά καθημερινά και συχνά προσπερνά χωρίς δεύτερη σκέψη. Γιατί, όπως κι εμείς, έτσι κι εκείνοι έχουν τους δικούς τους αγώνες, τις δυσκολίες τους και, κυρίως, τις δικές τους βαθιές ελπίδες.
Δειτε περισσοτερα
Από το χωριό Αγάπι μέχρι τους περιστερώνες, η Τήνος αποκαλύπτει μια διαφορετική, πιο ήσυχη και βιωματική πλευρά της
Δεκατέσσερις φωνές δίνουν ραντεβού στις 18 Νοεμβρίου στο Telekom Center Athens για μια μεγάλη συναυλία με ξεχωριστό σκοπό και μιλούν για όσα τους ενώνουν
Ελληνική μόδα, πολιτισμός και βιωσιμότητα στις Βρυξέλλες, στην έκθεση του Δημήτρη Γραμματικογιάννη
Η κωμικός και συγγραφέας μιλάει στην ATHENS VOICE για τη ζωή πίσω από τα viral
Ο ιδρυτής του σωματείου Σύγχρονη Ελληνική Φωτογραφία μιλάει στην ATHENS VOICE