Life in Athens

Urban Lines: Νομισματοκοπείο

Διάβασα κάπου πρόσφατα, σε ένα διήγημα νομίζω, ότι ο χρόνος δεν πάει πουθενά

Ελένη Χελιώτη
ΤΕΥΧΟΣ 722
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Urban Lines Νομισματοκοπείο: Η Ελένη Χελιώτη αφηγείται urban ιστορίες από το μετρό της Αθήνας.

Είναι 5.20 το πρωί. Το μετρό μόλις άνοιξε. Καθώς περιμένω σκέφτομαι ότι θα ήθελα να περάσω ένα βράδυ εδώ, σε ένα μέρος χωρίς μέρα, νύχτα ή χρόνο. Θυμάμαι το μετρό του Βερολίνου το οποίο έχει μια πολύ συγκεκριμένη μυρωδιά: γη. Σαν τη γεύση της ρόκας. Χώμα και μπαχάρι. Το δικό μας είναι πιο ουδέτερο. Χρόνια μετά το ντεμπούτο του φαίνεται ακόμα καινούριο, γυαλιστερό, του κουτιού. Καταφέραμε να κρατήσουμε κάτι καθαρό. Μετά αναρωτιέμαι γιατί τα μετρό δεν έχουν δέντρα και φυτά. Γιατί δεν γίνονται μικροί υπόγειοι κήποι;

Ενώ χαζεύω γύρω μου, το βλέμμα μου πέφτει στις ράγες και βλέπω μια μικρή κούκλα. Κάποιο κοριτσάκι κλαίει ακόμα. Την πήρε άραγε ο ύπνος χθες βράδυ; Τι όνομα της είχε δώσει; Αν το βρω και την φωνάξω, θα απαντήσει; Ξεχνάω πράγματα παντού, αλλά παραδόξως δεν τα χάνω ποτέ. Εγώ είχα ένα λούτρινο ποντικάκι μικρή. Το έχω ακόμα, 30 χρόνια μετά. Μόνο η ουρά του λείπει. Δεν του έδωσα ποτέ όνομα. Αναρωτήθηκα πολλές φορές γιατί αλλά δεν έχω απάντηση. Κάθε φορά που άλλαζα χώρα ερχόταν μαζί μου, έβρισκε μια γωνιά και μου κρατούσε παρέα. Έχει μπει μέσα σε πλοία, αεροπλάνα, αυτοκίνητα, βαλίτσες και κούτες. Ξέρει ίσως περισσότερα για μένα από οποιονδήποτε άλλον. Φοράει έναν χριστουγεννιάτικο σκούφο. Ήταν δώρο Χριστουγέννων από τη θεία μου η οποία ήρθε να μας επισκεφτεί στη Νάπολη της Ιταλίας το 1988. Τώρα βρίσκεται ανάμεσα στα βιβλία μου.

Διάβασα κάπου πρόσφατα, σε ένα διήγημα νομίζω, ότι ο χρόνος δεν πάει πουθενά. Στη γλώσσα μας όμως, όπως και σε πολλές άλλες, τον σκοτώνουμε, τον σπαταλάμε ή λέμε ότι τρέχει σαν νερό. Και εν πάση περιπτώσει, ωραία, τρέχει. Πού πάει; Εμείς τον φοβόμαστε επειδή μεγαλώνουμε, αυτός γιατί να έχει τάσεις φυγής; Στον Χάρι Πότερ (ναι, είμαι φαν), υπάρχει μια μαγική κλεψύδρα της οποίας η άμμος κυλάει πιο αργά όταν η κουβέντα που λαμβάνει χώρα στο δωμάτιο είναι ενδιαφέρουσα, και αντίστροφα. Αν και σε μας τους θνητούς ο χρόνος φαίνεται να «τρέχει» όταν περνάμε καλά, ταυτόχρονα ισχυριζόμαστε πολλές φορές, σε στιγμές έντονες συναισθηματικά, ότι ο χρόνος «είχε σταματήσει», ίσως γιατί αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο σε άμεση συσχέτιση με το περιβάλλον μας, και όταν ζούμε κάτι έντονο, παύει να μας απασχολεί οτιδήποτε έξω από αυτό.

«Πότε ήταν η τελευταία φορά που έζησες κάτι τόσο έντονο που σταμάτησε ο χρόνος;» Αυτό το γκάλοπ θα ήθελα να κάνω μια μέρα στο μετρό. Είμαι σίγουρη ότι μία από τις απαντήσεις που θα πάρω θα είναι: τι εννοείς; (Τεχνάσματα για να κερδίσουν χρόνο θα είναι αυτά.) Η πιο κοινή ενδεχομένως να είναι «ούτε που θυμάμαι». Η παύση του χρόνου φαντάζει πλέον μια πολυτέλεια όμως... φαντάζομαι μια σουρεάλ εικονογράφηση της καθημερινότητας στην Αθήνα μας... τον χρόνο να μας κυνηγάει σαν τον Jason από το Παρασκευή και 13.

Ξαφνικά γυρνάω στα δεξιά μου και βλέπω έναν άντρα γύρω στα 45-50 με τη σύντροφό του να περιμένουν λίγα μέτρα μακριά μου. Φοράνε μεγάλα σακίδια στην πλάτη και μιλάνε γαλλικά. Με κοιτάνε, μου χαμογελούν και έρχονται προς το μέρος μου. «Do you speak English?» με ρωτάνε. «Υes, I do,» τους απαντώ, «can I help you?» Αφού με ρωτούν πώς πάνε στο αεροδρόμιο και εάν έβγαλαν το σωστό εισιτήριο, μου λέει ο κύριος «το μετρό σας είναι πολύ καθαρό, μας έκανε φοβερή εντύπωση. Το είχαμε ακούσει αλλά ξεπέρασε τις προσδοκίες μας». «Όταν θέλουμε κάνουμε όμορφα πράγματα» τους λέω, «μπορεί να αργήσαμε αλλά το πετύχαμε». «Τι αργήσατε;» «Το μετρό μας. Το δικό σας είναι πάνω από 100 ετών». «Ναι, αλλά είναι άθλιο πια» μου λέει ξεφυσώντας. «Καμιά φορά έχει πλεονεκτήματα το να καθυστερείς κάτι» του λέω.

«Πόσο καιρό μείνατε στην Ελλάδα;» τους ρωτάω θέλοντας να συνεχίσω την κουβέντα. «Δύο εβδομάδες,» μου λέει η κυρία η οποία μέχρι εκείνη την ώρα με περιεργαζόταν. «Ήταν υπέροχα» συνέχισε, «αλλά μας φάνηκε να περνάει αστραπιαία ο χρόνος». «Νιώθετε ήδη την αντίστροφη μέτρηση;» τους ρωτάω χαμογελώντας. «Excusez-moi?» μου λέει ο κύριος. «Για την επιστροφή σας στην πραγματικότητα» τους εξηγώ. Βλέπω την κυρία να ακουμπάει απαλά το χέρι της στον πήχη του συντρόφου της, τύπου «Don’t worry, I got this». «Le temps s’arrête quand vous prenez des vacances*» τους λέω με τα σκουριασμένα μου γαλλικά (στο πιάνο ακόμα τα καταφέρνω καλά). Η κυρία μειδιάζει, γνέφει καταφατικά και μου λέει «c’est vrais, tu mesures le temps différement*». «Je crois qu’il n’y a pas de temps*» της λέω κοιτώντας της στα μάτια.

«Ο χρόνος ξεκίνησε ξανά να μετρά την ώρα που έκλεισε η πόρτα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου». «Και πού πήγαν αυτές οι δύο εβδομάδες;» με ρωτάει. «Εσύ τις τοποθετείς εκεί που θες μέσα σου. Ακόμα όμως και όταν φτιάξεις τον φάκελο φωτογραφιών στον υπολογιστή και το ονοματίσεις με μήνα και έτος, στο μυαλό σου θα παραμείνει ο τόπος. Ο χρόνος θα είναι πια ασήμαντος. Όταν θα ’σαι στη δουλειά αύριο και θα προσπαθείς να συγκεντρωθείς, θα σου σκάνε εικόνες, γεύσεις, και ακούσματα του τότε περίγυρού σου, όχι το τικ-τοκ του ρολογιού που σήμανε το επικείμενο τέλος τους». Τις τελευταίες κουβέντες έσβησε η άφιξη του τρένου, και κλείνοντας τα μάτια μου για 2 δευτερόλεπτα σκέφτηκα το βίντεο κλιπ του τραγουδιού «My Friend» των Groove Armada. «Εσένα», ακούω την κυρία να μου λέει ενώ άνοιγαν οι πόρτες, «πότε σταμάτησε ο χρόνος τελευταία φορά;» «Χθες βράδυ».


*Ο χρόνος σταματά όταν κάνεις διακοπές.
*Είναι αλήθεια, μετράς τον χρόνο διαφορετικά.
*Εγώ πιστεύω ότι δεν υπάρχει χρόνος.