Πολιτικη & Οικονομια

Τι είναι ρατσισμός;

Η πηγή του ρατσισμού και των προκαταλήψεων δεν είναι η έλλειψη γνώσης. Είναι η έλλειψη κρίσης.

Παύλος Ελευθεριάδης
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Σχόλιο για τον ρατσισμό, την απαξία του και το πρόβλημα των εθνικών και θρησκευτικών γενικεύσεων.

Αρκετοί δημοσιογράφοι σχολίασαν καυστικά ή ειρωνικά το περιστατικό της συγκέντρωσης μεταναστών στο Σύνταγμα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Δυστυχώς κάποια σχόλια δεν εστίασαν στους κινδύνους της πανδημίας από τον συνωστισμό, αλλά αναφέρθηκαν στον προβληματικό –κατ’ αυτούς– ρόλο της Πακιστανικής κοινότητας στην Αθήνα.

Σταχυολογώ από κάποια άρθρα τις φράσεις: οι Πακιστανοί «κάπου θα είναι πάντα χωμένοι», ήταν «αλαλάζοντες Ταλιμπάν». Ένας άλλος αρθρογράφος τούς ειρωνεύτηκε γράφοντας «άγνωστες οι βουλές του Αλλάχ». Άλλος έγραψε «Ανεξαρτήτως αν πρόκειται για φιλήσυχους ή εριστικούς, για επιθετικούς ή καλοκάγαθους, θα διαιωνίσουν τη ράτσα τους, τη θρησκεία τους, τα (κατά βάση υπανάπτυκτα) χούγια τους». Το κύριο μήνυμά των αρθρογράφων είναι ότι οι Πακιστανοί είναι οι ίδιοι το πρόβλημα.  

Ο σύνδεσμος του περιστατικού του Συντάγματος και της επιδιωκόμενης «ενσωμάτωσης» είναι, όμως, απρόσφορος. Με τον όρο «ενσωμάτωση» εννοούμε ότι οι μετανάστες πρέπει να συμμετέχουν δημιουργικά στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας, να σέβονται τους νόμους της χώρας, να μιλούν τα ελληνικά, να στέλνουν τα παιδιά τους κανονικά στο σχολείο. Το περιστατικό του Συντάγματος δεν ήταν παράδειγμα ελλιπούς «ενσωμάτωσης». Τι πιο νεοελληνικό θα μπορούσε να κάνει μια παρέα την παραμονή της Πρωτοχρονιάς από το να βγει έξω;

Όσοι πήγαν στο Σύνταγμα ήθελαν να γιορτάσουν έξω και με τους φίλους τους ακούγοντας ζωντανή μουσική και όχι κλεισμένοι στο σπίτι. Το μόνο λάθος τους ήταν ότι δεν ήξεραν ότι η γιορτή είχε ματαιωθεί από τον Δήμο. Και η μουσική που προσδοκούσαν να ακούσουν ήταν ελληνική, όχι πακιστανική. Κακώς πήγαν στο Σύνταγμα. Το λάθος τους όμως δεν ήταν πρόβλημα «ενσωμάτωσης».

Οι αρθρογράφοι όμως υπονοούσαν, έστω και αν δεν το έλεγαν όλοι, κάτι βαθύτερο.  Η ουσία νομίζω είναι στις λέξης «ράτσα» και «υπανάπτυκτη» που χρησιμοποίησε ένας εξ αυτών. Κι εκεί βρίσκεται το πρόβλημα των εθνικών και θρησκευτικών γενικεύσεων τις οποίες χρησιμοποιούν οι αρθρογράφοι. Οι προκαταλήψεις για «ράτσες» και «φυλές» άνθησαν κατά τον 18ο και 19ο αιώνα σε διάφορες ψευδο-επιστήμες. Σήμερα αναπαράγονται σε σκοτεινές άκρες του διαδικτύου. Πρόκειται για ανόητες και αμαθείς προκαταλήψεις που έχουν αποδειχθεί εσφαλμένες από κάθε επιστημονική άποψη.

Η απαξία τους είναι όμως και ηθική. Υποβιβάζουν την αξιοπρέπεια όχι μόνο αυτού που καταδικάζεται ως υποδεέστερος στη βάση της καταγωγής του, αλλά και αυτού που διατυπώνει την κρίση, αφού βάζει και τον εαυτό του στην κρίση της νοητής ιεραρχίας δήθεν «φυλών» και δήθεν «ράτσας». Όπως πολύ σωστά παρατήρησε ο Τζέιμς Μπώλντουιν για την φύση του ρατσισμού, το μίσος του ρατσιστή πηγάζει από την δική του έλλειψη αυτό-σεβασμού.

Γι' αυτούς και άλλους λόγους, η διεθνής κοινότητα, υιοθέτησε τη διεθνή σύμβαση για την καταπολέμηση του ρατσισμού ήδη από το 1965, καθώς η από-αποικιοποίηση οδηγούσε περισσότερες χώρες της Αφρικής και της Ασίας στην ανεξαρτησία. Η σύμβαση έχει κυρωθεί σήμερα από 182 κράτη, σχεδόν ολόκληρη την υφήλιο. Αντίστοιχοι κανόνες υπάρχουν σήμερα στο δίκαιο της ΕΕ αλλά και σε εθνικά δίκαια, όπως και το ελληνικό.

Δυστυχώς η ελληνική δημοσιογραφία δεν έχει αναλογιστεί τι ακριβώς είναι ρατσισμός και πού ακριβώς βρίσκεται η απαξία του. Έτσι αναπαράγει σχεδόν σε καθημερινή βάση παραδοσιακά εθνικά και θρησκευτικά στερεότυπα που ακούγαμε παλιά στα σχολεία, στα καφενεία και γενικότερα στο δημόσιο λόγο στην Ελλάδα. Η αλήθεια για τα στερεότυπα αυτά όμως είναι απλή και αυτήν την αλήθεια εκφράζουν τα νομικά κείμενα που απαγορεύουν τις φυλετικές και άλλες διακρίσεις. Από που προκύπτει ότι υπάρχει μια «ράτσα» Πακιστανών ή άλλων, των οποίων τα χαρακτηριστικά δεν έχουν σχέση με την ατομική εκπαίδευση, την οικονομική ευρωστία, την οικογενειακή κατάσταση, τις ευκαιρίες ή προσδοκίες που έχει ο καθένας τους ως άτομο; Από που προκύπτει ότι κάποια εθνική κοινότητα δεν μπορεί να προοδεύσει με εκπαιδευτικές και άλλες ευκαιρίες; Δεν γνωρίζουμε. Το παράδειγμα των πολυπολιτισμικών κοινωνιών της εποχής δείχνει το αντίθετο. Όλες οι κοινότητες μπορούν να προοδεύσουν, αν έχουν τις αντίστοιχες ευκαιρίες.

Δεν είναι ανάγκη να γνωρίζουμε την τεράστια και πλούσια ιστορία της Ινδικής χερσονήσου, ή προικισμένους Πακιστανούς ή Ινδούς για να καταλάβουμε το σφάλμα των προκαταλήψεων εναντίον τους. Υπάρχουν σήμερα πολλά δημόσια πρόσωπα, όπως ο προοδευτικός δήμαρχος του Λονδίνου Σαντίκ Καν ή ο φιλόσοφος και οικονομολόγος Αμάρτυα Σεν (που γεννήθηκε στο σημερινό Μπαγκλαντές), οι Ινδικής καταγωγής συγγραφείς Σαλμαν Ρασντί και Αρουντάτι Ρόυ, δημοσιογράφοι, γιατροί, οικονομολόγοι και άλλες διεθνείς προσωπικότητες. Τα στατιστικά δεδομένα του Pew Center δείχνουν μάλιστα ότι η πακιστανική κοινότητα πετυχαίνει πιο υψηλά επίπεδα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από τον μέσο όρο στις ΗΠΑ. Δεν υπάρχει κανείς λόγος, λοιπόν, να υποθέσουμε ότι αν οι Πακιστανοί της Ελλάδας είχαν τις ευκαιρίες που έχουν αλλού δεν θα είχαν εξίσου επιτυχημένη ενσωμάτωση. Και διαφορετικά να ήταν όμως τα στατιστικά δεδομένα, το ηθικό σφάλμα των εθνικών γενικεύσεων θα ήταν εξίσου σοβαρό.

Η πηγή του ρατσισμού και των προκαταλήψεων δεν είναι η έλλειψη γνώσης. Είναι η έλλειψη κρίσης. Ο κλειστός ορίζοντας είναι ένα ερμηνευτικό πλαίσιο. Υποθέτει ότι οι ξένοι, οι αλλόθρησκοι, οι αλλόγλωσσοι κλπ. είναι αντίπαλοί μας ή όντα που μας απειλούν και ότι, αντίστοιχα, εμείς είμαστε «θύματα» της μοχθηρίας τους. Ο ανοικτός ορίζοντας αντίθετα, υποθέτει ότι οι ξένοι είναι άνθρωποι όπως εμείς, ούτε τέρατα αλλά ούτε και άγιοι, και μπορεί να είναι και κακοί και καλοί, ανάλογα με τις περιστάσεις και τις ατομικές αποφάσεις τους. Ο μόνος τρόπος να μην κάνεις απλουστευτικές γενικεύσεις για ανθρώπους που δεν γνωρίζεις είναι η καλλιέργεια. Είτε με ταξίδια είτε διαβάζοντας, μπορείς να κατανοήσεις ότι η ανθρώπινη εμπειρία είναι κοινή για όλους.

Αυτό το νόημα εξάλλου έχουν τα μεγάλα κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, φιλοσοφίας ή θεολογίας, καθώς και τα μεγάλα έργα μουσικής, ή του θεάτρου, που έχουν ακριβώς οικουμενικό χαρακτήρα. Η οικουμενικότητα αυτή δεν είναι δημιούργημα του Διαφωτισμού. Ήταν στοιχείο της κλασικής παιδείας στην Ελλάδα και τη Ρώμη και θεμέλιο του ρωμαϊκού δικαίου, ενώ οι μεγάλες θρησκείες του κόσμου είναι επίσης οικουμενικές, όπως οικουμενικά είναι και όλα τα χριστιανικά δόγματα και φυσικά και η Ορθοδοξία, η οποία ποτέ δεν ήταν κτήμα ενός μόνο έθνους. Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης δεν είναι ελληνικό αλλά «Οικουμενικό». Καταλαβαίνουμε άραγε τι σημαίνει αυτό;

Η ισότιμη ηθική αξία κάθε ανθρώπου ως ελεύθερου υποκειμένου που επιλέγει, βρίσκεται στο επίκεντρο της παμπάλαιας ερμηνείας της οικουμενικότητας. Αυτήν ακριβώς την αναγνώριση αρνούνται οι ρατσιστές. Δυστυχώς στη χώρα μας η οικουμενική θεώρηση των πραγμάτων είναι συχνά λόγος καχυποψίας, όχι μόνο από αρθρογράφους αλλά και από μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης και του πολιτικού κόσμου. Υπάρχει διάχυτη δυσπιστία για κάθε τι ξένο ή νεωτερικό, είτε είναι η τεχνολογία, είτε η επιστήμη, είτε η τέχνη. Η οικονομική κρίση επιδείνωσε τα φαινόμενα αυτά όταν πολλοί βρήκαν καταφύγιο στο οικείο και κοντινό. Η τάση αυτή ενισχύεται από τον βάλτο της ιδιωτικής τηλεόρασης, που για να αυξήσει την τηλεθέαση χαϊδεύει τα πιο ποταπά ένστικτα του ακροατήριού της. Έχουμε σήμερα φτάσει στο σημείο να ακούμε πολιτικούς να λένε στα σοβαρά ότι «προστατεύουν» τα σύνορά μας από παιδιά που πεινάνε και κρυώνουν. 

Όπως όμως δείχνει το παράδειγμα των πετυχημένων κρατών της εποχής μας, η μετανάστευση από μόνη της δεν είναι το πρόβλημα. Οι πολυπολιτισμικές κοινωνίες που αναπτύχθηκαν με οργανωμένη νόμιμη μετανάστευση, μη διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και σοβαρή δημόσια διοίκηση (π.χ. Αμερική, Καναδάς, Γαλλία, Βρετανία, Ολλανδία), είναι σήμερα από τις πιο επιτυχημένες κοινωνίες του κόσμου μας.

Τα προβλήματα που κάποτε έρχονται μαζί με την μετανάστευση μπορούν να είναι πολύπλοκα και δισεπίλυτα, ιδίως σε συνθήκες αυξημένων ανισοτήτων. Η σωστή απάντηση στα προβλήματα αυτά δεν είναι όμως η περιφρόνηση ή ταπείνωση εθνικών και θρησκευτικών ομάδων. Είναι η προσεκτική ανάλυση των μηχανισμών του κοινωνικού αποκλεισμού, που έχει θύματα τόσο ξένους όσο και ντόπιους. Αυτήν την απλή αλήθεια αγνοούν όσοι, αντί να ασχοληθούν με την έλλειψη φροντίδας για τους φτωχούς και μη προνομιούχους στις γειτονιές της Αθήνας, περιπαίζουν τους μετανάστες με αναίτιες προσβολές.