Πολιτικη & Οικονομια

Το σχολείο της επόμενης ημέρας

Η υπουργός Ν. Κεραμέως επιχειρεί κάποιες σημαντικές αλλαγές στο σχολείο και μένει να δούμε την υποδοχή τους από την κοινή γνώμη

Λεωνίδας Καστανάς
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Σχόλιο για το «νέο, αναβαθμισμένο σχολείο» σύμφωνα με το νομοσχέδιο που παρουσίασε η υπουργός Παιδείας, Νίκη Κεραμέως

Τα τελευταία 20 χρόνια οι μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση δεν είχαν και την καλύτερη τύχη. Από τους νόμους του Γεράσιμου Αρσένη μέχρι και της Άννας Διαμαντοπούλου οι μεγάλες τομές που επιχειρήθηκαν σύντομα «μεταρρυθμίστηκαν». Δηλαδή φαλκιδεύτηκαν, υποχώρησαν και ακυρώθηκαν από τους επόμενους υπουργούς ακόμα και του ίδιου κόμματος με τους εμπνευστές τους. Αιτία; Μα φυσικά το πολιτικό κόστος. Επί της ουσίας κανείς δεν τις ήθελε, έστω και αν για την εποχή τους κρίθηκαν απαραίτητες. Δεν τις ήθελαν οι εκπαιδευτικοί, οι συντεχνίες, το πολιτικό σύστημα και φυσικά η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών.

Οτιδήποτε έκανε τη διδασκαλία πιο ουσιαστική, το σχολείο πιο εντατικό και την απόκτηση πτυχίου πιο επίπονη, ήταν και είναι ανεπιθύμητο. Κι ας δηλώνουν πολλοί, τελείως υποκριτικά, ότι λαχταρούν ένα σύγχρονο, ευρωπαϊκού τύπου, σχολείο. Η πλειοψηφία όταν ακούει αλλαγές στην εκπαίδευση σκέφτεται μεγαλύτερα έξοδα για φροντιστήρια και αγριεύει. Μετά την κρίση του 2010 και την εποχή των «Συριζανέλ», υποτίθεται ότι οι διαθέσεις της πλειοψηφίας έχουν αλλάξει. Το βλέπουμε και στις ποιοτικές μετρήσεις. Οι Έλληνες θέλουν επιτέλους μια άλλη ποιοτική εκπαίδευση για τα παιδιά τους, με περισσότερες απαιτήσεις και όχι μόνο με δικαιώματα. Αλλά είναι έτσι; Να μου επιτρέψετε, μετά από 40χρονη θητεία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, να αμφιβάλλω. Αλλά μόνο η ίδια η ζωή θα αποδείξει αν έχω δίκιο ή άδικο.

Ήδη έχουμε την πρώτη ευκαιρία μπροστά μας. Η υπουργός Ν. Κεραμέως επιχειρεί κάποιες σημαντικές αλλαγές στο σχολείο και μένει να δούμε την υποδοχή τους από την κοινή γνώμη, γονείς, μαθητές και εκπαιδευτικούς. Αν αντέξουν και δεν «μεταρρυθμιστούν», θα έχει ενδιαφέρον η επιβίωσή τους στο περιβάλλον του βαθέως σχολείου και του βαθύτερου υπουργείου που συνήθως έχουν τον τρόπο, με «διορθωτικές» ή παρελκυστικές κινήσεις να φέρνουν τα πάντα στα δικά τους μέτρα και σταθμά.

1. Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών είναι φυσικά η πιο σημαντική αλλαγή. Καινοτομία, ή για πολλούς «τα ύστερα του κόσμου». Όταν μάλιστα αυτή θα γίνεται όχι μόνο από τον Σχολικό Σύμβουλο αλλά και από τον διευθυντή σχολικής μονάδας σε 3 επίπεδα, γενική και ειδική διδακτική, διαχείριση τάξης και υπηρεσιακή συνέπεια. Αν αναλογιστούμε ότι σήμερα κανείς δεν γνωρίζει, ούτε επιτρέπεται να γνωρίζει πως και τι διδάσκει ο κάθε δάσκαλος στην τάξη του και ότι ο διευθυντής δεν τολμά να κάνει την παραμικρή κρίση για το έργο των υφισταμένων του, ο νέος νόμος είναι «επανάσταση».

Η αξιολόγηση είναι υποχρεωτική και υποθέτω ότι η αποφυγή της θα επιφέρει ποινές. Ωστόσο το όποιο αποτέλεσμα δεν θα έχει σοβαρές συνέπειες. Στην χειρότερη θα συνεπάγεται κάποια επιμόρφωση και στην καλύτερη θα συνεκτιμάται για την επιλογή σε θέση ευθύνης. Είναι όμως μια αρχή, ένα κίνητρο αυτοβελτίωσης, μια πενιχρή δικαίωση των αρίστων, μια προσέγγιση στο παγκόσμιο κεκτημένο. Και επειδή το σχολείο είναι εν πολλοίς ο διευθυντής του, είναι πολύ θετικό ότι θα αξιολογείται στην αρχή, στο τέλος, αλλά και στο μέσον της θητείας του και αν δεν κάνει θα αντικαθίσταται. To σημαντικότερο που δεν λέγεται; Κάποιοι και κάποιες εκ των διδασκόντων βαθμολογούν γραπτά πανελλαδικών εξετάσεων και καθορίζουν το μέλλον νέων ανθρώπων. Αν δεν αξιολογούνται κι αυτοί…

Δύσκολα μπορεί να στηθεί κίνημα αγανάκτησης κατά της «νεοφιλελεύθερης αξιολόγησης». Και δύσκολα θα βρει συμπαράσταση στην κοινωνία. Αυτοί που έχουν αξιολογήσει όλους τους πολίτες ως μαθητές, αρνούνται να αξιολογηθούν και μάλιστα light; Όταν ένας εργαζόμενος του ιδιωτικού τομέα αξιολογείται κάθε λεπτό, από εργοδότη, συνεργάτη, πελάτη, με άμεσες συνέπειες για τη σταδιοδρομία αλλά και την επιβίωσή του; Φυσικά και τα κόμματα της αντιπολίτευσης τάσσονται λίγο έως πολύ κατά, μιας και βλέπουν παντού τιμωρίες και αυταρχισμό. Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών είναι για την αριστερά μια μεγάλη πρόκληση. Δεν ξέρω γιατί, ούτε το κατάλαβα ποτέ. Υποθέτω ότι γίνεται προς άγρα ψήφων. Απομένει να δούμε την αντίδραση των πολιτών. Πιστεύουν οι γονείς ότι η αξιολόγηση θα βοηθήσει την ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου; Θα συμπαρασταθούν στην κυβέρνηση και στην υπουργό όταν θα αρχίσουν οι καταλήψεις; 

2. Η αυτονομία της σχολικής μονάδας, που ζητούσε και η «επιτροπή Πισσαρίδη», είναι το άλλο σημαντικό του νομοσχέδιου. Προφανώς και η αυτονομία θα είναι λελογισμένη στο μέτρο που, όπως έχω ξαναγράψει, ολόκληρη η μέση εκπαίδευση χορεύει αποκλειστικά στο ρυθμό των πανελλαδικών εξετάσεων και η εξεταστέα σε αυτές ύλη είναι συγκεκριμένη. Εκτός και αν πάψει κάποια στιγμή να είναι και γίνει όλη η διδακτέα ύλη του Λυκείου. Συνεπώς κάθε σχολείο ακολουθεί το Πρόγραμμα Σπουδών με μια σχετική ελευθερία, αλλά δεν διδάσκει και ότι θέλει, ούτε όπως θέλει. Οι όποιες διοικητικές ελευθερίες είναι θετικές αν και δίνουν περισσότερες ευθύνες στο σύλλογο διδασκόντων και στον διευθυντή που δεν νομίζω ότι τις επιθυμούν. Οι ευθύνες μάλλον θα μειώσουν παρά θα αυξήσουν τις εξωδιδακτικές δραστηριότητες. Για παράδειγμα θα μπορεί ο Σύλλογος να αλλάζει σχολικό περιβάλλον σε μαθητή αν το κρίνει απαραίτητο τόσο για το καλό του μαθητή, όσο και του σχολείου; 

Το πολλαπλό βιβλίο και οι ανοικτές ψηφιακές πηγές θα φέρουν φρέσκο αέρα στις αίθουσες. Αρκεί να είναι σύγχρονο σχολικό εγχειρίδιο, γραμμένο για να διαβάζεται από μαθητές. Ως εκπαιδευτικός θα προτιμούσα να επιλέγω από βιβλία που έχουν κρίνει η εκπαιδευτική κοινότητα και οι μαθητές, δηλαδή η αγορά και όχι κάποια επιτροπή του ΙΕΠ. Η διαδικασία επιλογής από βιβλία που έχει κρίνει μια κρατική δομή δεν συνιστά αυτονομία. Και γι αυτό και πάλι η κοινότητα θα επιλέξει τα βιβλία της αγοράς που της κάνουν και το όποιο σχολικό και δωρεάν σύντομα θα απαξιωθεί, όπως γίνεται 50 χρόνια τώρα. Κυρίως αν δεν έχει τη δυνατότητα να ανανεώνεται.

Το μεγάλο όμως στοίχημα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης είναι τα νέα προγράμματα σπουδών. Τεράστιο και επίπονο έργο που οργανώνει και παρακολουθεί το ΙΕΠ. Μεγάλα όμως και τα ερωτήματα. Θα γίνουν βαθιές τομές; Θα γίνουν μικρές επαναστάσεις; Θα γίνουμε Ευρώπη; Θα τολμήσουν να φέρουν οι σοφοί τον 20 αιώνα στις σχολικές αίθουσες; Για τον 21ο δεν συζητάμε, είναι επιστημονική φαντασία. Θα επανέλθει μια σοβαρή, αντικειμενική Κοινωνιολογία στη θέση των Λατινικών; Θα διδάξουμε κάποτε την ιστορία της Ευρώπης μετά τον 2ο μεγάλο πόλεμο και την ιστορία της ΕΕ; Θα πάψουμε να βλέπουμε την αρχαιογνωσία μέσα από τον παραμορφωτικό φακό των γραμματικών τύπων; Θα διδάξουμε ολίγη από σύγχρονη πολιτική οικονομία για να μη νομίζουν τα παιδιά μας ότι οι λέξεις «καπιταλισμός» και «φιλελευθερισμός» είναι βρισιές; Θα διδάξουμε κάτι από σύγχρονη φυσική έστω μέχρι το 1920, να μάθουν τουλάχιστον χοντρικά πως επικοινωνούν τα κινητά τηλέφωνα μεταξύ τους; Θα απαλλαγούμε από τη στείρα ασκησιολογία; Θα «ανακαλύψουμε» το πείραμα; Θα αξιοποιήσουμε τις τεράστιες ψηφιακές δυνατότητες; Ο διαδραστικός πίνακας σε κάθε αίθουσα είναι μια προσωπική υπόσχεση της Ν. Κεραμέως και μακάρι να εκπληρωθεί.

Αν από όλα αυτά γίνουν τα μισά θα έχουμε νικήσει γιατί θα έχουμε αλλάξει προς το καλύτερο. Η ηγεσία του υπουργείου είναι σίγουρη ότι θα γίνουν όλα. Μακάρι. Η ποιότητα της εφαρμογής και οι διορθώσεις που θα γίνουν εν λειτουργία θα καθορίσουν και το αποτέλεσμα σε βάθος χρόνου. Και γι αυτό ο διευθυντής της σχολικής μονάδας και οι διδάσκοντες έχουν τον πρώτο λόγο. Ταυτόχρονα όμως είναι αναγκαία η αποτίμηση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου από ανεξάρτητο μηχανισμό, διότι χωρίς μετρήσεις όλα είναι στον αέρα. Ελπίζω η «Ελληνική PISA» για μαθητές Στ’ Δημοτικού και Γ’ Γυμνασίου να αποδειχθεί ένα καλό και αξιόπιστο εργαλείο.

Με τα μάτια στραμμένα στην Ευρώπη αλλά και στον κόσμο και σε καιρούς εξάλειψης των ορίων φυσικού, ψηφιακού και βιολογικού κόσμου το ελληνικό σχολείο αναζητά τη δική του ευκαιρία. Ελπίζω να την βρει και να μην την αφήσει ως συνήθως να φύγει, στο όνομα του πολιτικού κόστους.