Πολιτικη & Οικονομια

Γαλλικές περιφερειακές εκλογές και μελαγχολική δημοκρατία

Αποχή 66%. Γιατί;

Σώτη Τριανταφύλλου
ΤΕΥΧΟΣ 791
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γαλλικές εκλογές: Η Σώτη Τριανταφύλλου αναλύει τις αιτίες της εκλογικής συμπεριφοράς των Γάλλων

H αύξηση των ποσοστών της αποχής είναι παγκόσμιο φαινόμενο, θα περιοριστώ όμως εδώ στη γαλλική περίπτωση: στις πρόσφατες περιφερειακές εκλογές η αποχή έφτασε και στους δύο γύρους το 66%. Πρόκειται για φιάσκο της κυβέρνησης Μακρόν-Καστέξ και για φιάσκο της Πέμπτης Δημοκρατίας γενικότερα: οι σημερινοί Γάλλοι, που επί αιώνες καταπιάνονταν με την πολιτική –είναι, μαζί με τους Έλληνες, ο πιο ακτιβιστικός, κινηματικός και απεργιακός λαός της Ευρώπης– έχουν εξελιχθεί σε ανενεργούς πολίτες. Να, κατά τη γνώμη μου, ποιες είναι οι αιτίες. 

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στα οποία ο καθένας μπορεί να διατυπώσει τη γνώμη του, να ξεδώσει, να ουρλιάξει, να κατηγορήσει, να τιμωρήσει, έχουν εν πολλοίς αντικαταστήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς. Στα μάτια των ανθρώπων που ζουν στον ηλεκτρονικό κόσμο, ένα χαρτάκι με ονόματα δεν έχει νόημα: δεν είναι η ευκαιρία του πολίτη να εκφραστεί· ο πολίτης εκφράζεται κάθε λεπτό και μάλιστα χωρίς να μετακινηθεί από την άνεση του σπιτιού του. Οι εκλογές με κάλπες φαίνονται αναχρονιστικές τόσο από την άποψη της μορφής (βιβλιάριο, παραβάν, στιλό, υπογραφές), όσο κι από την άποψη του περιεχομένου. Πράγμα που μας οδηγεί στη δεύτερη αιτία. 

Η απαξίωση των πολιτικών ανδρών και γυναικών έχει προκαλέσει, όπως είναι φυσικό, την απαξίωση της πολιτικής και της ίδιας της ιδιότητας του πολίτη. Και πάλι, εκτός από την ευθύνη του πολιτικού προσωπικού ―το οποίο ίσως είναι ελαφρώς γελοιωδέστερο από εκείνο του παρελθόντος― τίθεται ένα γενικότερο ζήτημα σεβασμού ή και απλής αποδοχής στην «αρχή», στην αυθεντία και στην εξουσία. Καθώς έχει καταρρεύσει το κύρος του δασκάλου, του γονέα, του ειδήμονα, έχει συμπαρασύρει το κύρος των ανθρώπων που εκλέγονται για να λαμβάνουν αποφάσεις και να τις εκτελούν. Οι πολιτικοί έχουν υπονομεύσει το ίδιο τους το κύρος με φαιδρότητες και μ’ εκείνο το είδος του μοντέρνου λαϊκισμού όπου καταργείται η απόσταση από τον απλό πολίτη. Έτσι, ο Νικολά Σαρκοζί τρώει σφαλιάρα, ο Μακρόν χαστούκι κι ο Μελανσόν δέχεται κατάμουτρα ένα σακί αλεύρι και γίνεται έτοιμος για τηγάνισμα. Στο μεταξύ, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας των εν λόγω περιφερειακών εκλογών οι πολιτικοί περί άλλα τυρβάζουν και ο Γάλλος πρόεδρος, σε χαλαρή και νόστιμη περιοδεία, απαγγέλλει παραμύθια του Λα Φονταίν σε ντουέτο με τον ηθοποιό Φαμπρίς Λουκινί. Στην απαξίωση των πολιτικών συμμετέχουν και πάλι τα ΜΜΕ και τα social media όπου η κριτική, η σάτιρα, η συκοφαντία και η μπούρδα είναι αξεχώριστα. Από την πλευρά τους, οι πολιτικοί ολισθαίνουν όλο και περισσότερο προς το κουτσομπολιό, τη λαϊκή κουλτούρα, την ποπ γλώσσα και το ποπ ιδίωμα: ο Μακρόν βγάζει σέλφι με γυμνόστηθο νεαρό και αράζει παρέα με ράπερς και YouTubers. 

Η τρίτη αιτία συνδέεται με την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού: η αποχή ξεκινάει από αυτούς· στη Γερουσία και στη Βουλή πλείστες συζητήσεις εκτυλίσσονται με άδεια έδρανα. Πού βόσκουν οι εκλεγμένοι; Παρότι δεν τους επιτρέπεται πια η γκλαμουριά και η high life που διήγαγαν μέχρι πριν από είκοσι-τριάντα χρόνια –ο έλεγχος του στιλ της ζωής είναι σήμερα αυστηρότερος– οι πολιτικοί, όπως όλοι οι άνθρωποι, γίνονται όλο και πιο οκνηροί, όλο και πιο καλο-κακο-μαθημένοι. 

Αυτή η τάση επηρεάζει τα ποσοστά συμμετοχής στις εκλογές. Η καλοκαιρία αποτρέπει τους εκλογείς διότι πάνε για ψάρεμα και η κακοκαιρία διότι κρυώνουν ή διότι πρέπει να περπατήσουν με την ομπρέλα στη βροχή. Οι νέοι 18-24 ετών, οι οποίοι στις περιφερειακές απείχαν σε ποσοστό 84%, επηρεάζονται από όλους τους παραπάνω παράγοντες κι από έναν ακόμα: τη δημόσια παιδεία η οποία καλλιεργεί συνήθειες κακού πολίτη. Το γαλλικό σχολείο δεν λύνει τα πολιτικά προβλήματα της ΓαλλίαςΏ επιδεινώνει τα υπάρχοντα και επινοεί καινούργια. Μακρά συζήτηση αυτή. 

Για παράδειγμα, ο προσανατολισμός του μαθήματος της κοινωνιολογίας και της ιστορίας δεν είναι θεσμικός, είναι κινηματικός· ενθαρρύνει τις εκδηλώσεις δρόμου. Κι όποιος νέος δεν έχει όρεξη για δρόμο δεν ασχολείται με τίποτα πολιτικό: αν εμπιστευτούμε τις δημοσκοπήσεις, πάνω από το 50% των Γάλλων 18-24 ετών δεν ήξεραν ότι διενεργούνταν περιφερειακές εκλογές, ούτε τι είναι οι περιφερειακές εκλογές. Πιθανότατα, κανείς δεν τους το εξήγησε. 

Κάθε κοινωνική και οικονομική κατηγορία έχει διαφορετικούς λόγους για να απέχει. Οι φτωχότεροι Γάλλοι –όσοι έχουν μηνιαίο ατομικό εισόδημα κάτω από 900 ευρώ– εμφάνισαν μεγαλύτερο ποσοστό αποχής από τον μέσο όρο: η αιτία πρέπει να αναζητηθεί στην πεποίθηση ότι κανείς και τίποτα δεν θα αλλάξει την οικονομική τους κατάσταση. Και παρότι σ’ αυτό το οικονομικό στρώμα το κόμμα της Μαρίν Λεπέν έχει τη μεγαλύτερη δύναμη, ούτε οι ψηφοφόροι του Rassemblement National προσήλθαν στις κάλπες.  

Τέλος, η αντίληψη ότι οι εκλογές, ιδιαίτερα οι τοπικές εκλογές, δεν θα αλλάξουν τίποτα, σχετίζεται με μια ευρύτερη αντίληψη που καταστρέφει την έννοια του Γάλλου πολίτη: οι Γάλλοι, ιδιαίτερα όσοι δεν έχουν ανώτερη μόρφωση, πιστεύουν ότι όλες οι καίριες αποφάσεις λαμβάνονται στις Βρυξέλλες κι ότι έχουν χάσει προ πολλού την εθνική τους κυριαρχία. Άλλωστε, αυτό ήταν ένα από τα ατού της Μαρίν Λεπέν που ωστόσο δεν το έχει πια διότι έχει τροποποιήσει τη θέση της έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ευρώ. Έτσι κι αλλιώς, στις ευρωεκλογές και στο δημοψήφισμα για το ευρωπαϊκό σύνταγμα, η συμμετοχή ήταν ισχνή: οι ευρωπαϊκές υποθέσεις αφήνουν αδιάφορο τον απλό λαό, τον οποίον προσπαθούν να απομακρύνουν ακόμα περισσότερο από το όραμα της Ευρώπης ακροαριστεροί και ακροδεξιοί δημαγωγοί. Ξεφυτρώνουν διαρκώς διάφοροι νοσταλγοί της παλιάς Γαλλίας, του Ντε Γκολ, ακόμα και του Ναπολέοντα, υποσχόμενοι μεγαλεία. 

Ακριβώς επειδή στις περιφερειακές ψήφισαν παραδοσιακοί ψηφοφόροι ευνοήθηκε η παραδοσιακή κεντροδεξιά και η παραδοσιακή αριστερά: ακόμα και όσοι θεωρούνται εξτρεμιστές και φανατικοί δεν μπήκαν στον κόπο να ψηφίσουν. Αν και η αποχή μπορεί να εκληφθεί ως διαμαρτυρία παραμένει άναρθρη και συγκεχυμένη – δεν μπορεί να παίξει αποτελεσματικά αυτόν τον ρόλο.