Πολιτικη & Οικονομια

«Γλωσσική Αγγλοκρατία»: Μύθος ή υπαρκτός κίνδυνος;

«Θα πάρω delivery από το νέο app που ‘χω στο smartphone, γιατί βαριέμαι να πάω για takeaway»

Βασίλης Ρουσόπουλος
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Με αφορμή την «υπόθεση Μπαμπινιώτη»: είναι μύθος η «γλωσσική αγγλοκρατία» ή υπαρκτός κίνδυνος;

Μεγάλη αίσθηση προκάλεσαν στον δημόσιο διάλογο οι απόπειρες εξελληνισμού, από τον καθηγητή Γλωσσολογίας κ. Γεώργιο Μπαμπινιώτη, ορισμένων ξένων όρων που τυγχάνουν εκτεταμένης χρήσης κατά την πανδημική περίοδο που διανύουμε, όπως “lockdown”, “takeaway” “delivery” κ.λπ. Με αφορμή αυτό το θέμα, προκύπτουν νομίζω δύο γενικότερα ζητήματα γλωσσικού ενδιαφέροντος που αξίζει ναδιερευνηθούν. Το ένα αφορά στο εάν υπάρχει πράγματι –ή επαπειλείται- μια «γλωσσική αγγλοκρατία» και το άλλο άπτεται ευρύτερα της υφιστάμενης γλωσσικής κατάστασης.

Ξεκινώντας, μου προκαλεί εντύπωση, είναι η αλήθεια, το γεγονός ότι όποτε γίνεται κάποιου είδους συζήτηση ή αντιπαράθεση γύρω από τη γλώσσα εν Ελλάδι εμφανίζονται αυτόματα -σχεδόν αταβιστικά- δύο αντιτιθέμενες τάσεις, που επιχειρούν να προσαρμόσουν προκρούστεια την πραγματικότητα στα μέτρα τους. Προφανώς, υπάρχουν και εξαιρέσεις μετριοπάθειας και νηφαλιότητας, φοβάμαι όμως ότι απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να εξετάσουμε τις δύο αυτές αντιτιθέμενες μανιχαϊστικές αντιλήψεις.

Η πρώτη προσέγγιση καταφεύγει σε μια ακατάσχετη θρηνολογία για την Ελληνική που βρίσκεται μονίμως «σε παρακμή» και που έχει «αλλοιωθεί ριζικά» από μια πρωτοφανή «εισβολή ξένων λέξεων», για τα νέα παιδιά που είναι «άγλωσσα» και συνεννοούνται με 300 ή 500 (ανάλογα τον βαθμό γενναιοδωρίας του θρηνολογούντος) λέξεις – ενώ όλοι οι επιστήμονες γλωσσολόγοι θα μας διαβεβαιώσουν ότι κανένας φυσικός ομιλητής της Ελληνικής (και κάθε γλώσσας) δεν γνωρίζει μόνο 300 ή 500 λέξεις, αφ’ης στιγμής ο εγκέφαλός μας λειτουργεί ομαδοποιητικά-συνδυαστικά, κατατάσσοντας τις λέξεις σε οικογένειες προκειμένου να τις αφομοιώσει. Φυσικά, η εν λόγω θρηνολογία συμπληρώνεται πάντα από την περιβόητη «κρίση αξιών», την «έκπτωση των ηθών», τον βδελυρό «υλιστικό τρόπο ζωής» και τις λοιπές ρηχές ηθικολογίες και κενολογίες της σχολικής έκθεσης ιδεών.

Από την άλλη πλευρά, ως τάχα προοδευτικό ανάχωμα σε αυτή την αντιδραστική μεμψιμοιρία -που δεν εδράζεται σε κανένα σοβαρό επιχείρημα ή τεκμήριο αλλά που, παραφράζοντας τον Κονδύλη, έχει ως ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης της την άγνοια των πραγματικών δεδομένων και την εξιδανίκευση του παρελθόντος- ορθώνεται μια εξίσου ανεπέρειστη και υπεραισιόδοξη γλωσσική αμεριμνησία. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, «όλα πάνε καλά», η χρήση της γλώσσας δεν αντιμετωπίζει κανένα απολύτως πρόβλημα, τα νέα παιδιά είναι επαρκέστατοι χειριστές και γνώστες της Ελληνικής, δεν πρέπει να είμαστε λαθοθήρες και να μας απασχολεί ιδιαίτερα η ετυμολογία όταν εξετάζουμε την ορθή γραφή μιας λέξης, τα greeklish δεν εγκυμονούν κανέναν κίνδυνο, είναι θεμιτό να χρησιμοποιούμε ανετότατα πλειάδα ξένων όρων αφού η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται κ.τ.τ.

Ανάμεσα σε αυτές τις δύο προσεγγίσεις, που σχηματικά παρουσιάστηκαν εδώ, ας μου επιτραπεί να προτείνω μια μέση οδό, όχι με συμβιβαστική διάθεση, αλλά η οποία σεμνά φρονώ ότι βρίσκεται πιο κοντά στην γλωσσική πραγματικότητα, την οποία τουλάχιστον εγώ, ως νέος άνθρωπος, βιώνω.

Αρχικά, όσον αφορά στην περιβόητη «γλωσσική αγγλοκρατία» ή μη: Ασφαλώς η γλώσσα, όπως συχνά λέγεται, ζει στο στόμα των ομιλητών της κι είναι πράγματι ένας ζωντανός οργανισμός που εξελίσσεται και μεταβάλλεται αυτόνομα, χωρίς να ρωτάει καθηγητές, λεξικογράφους και γραμματολόγους, ούτε μπορεί να πατροναριστεί και να ποδηγετηθεί. Επίσης είναι πασίδηλο ότι η «χρήση είναι ο κανόνας της γλώσσας» (“ususnormaloquendi”, κατά το γνωστό λατινικό ρητό) και σε πολλές περιπτώσεις έχει αποδειχθεί σε βάθος χρόνου ότι μια λέξη, μια γραφή ή μια σημασία που σήμερα μας φαίνεται λανθασμένη ή ακόμα και «απαράδεκτη» μετά από κάποιες δεκαετίες συχνά καθίσταται απολύτως αποδεκτή και καθιερωμένη μέσα από τη χρήση.

Ωστόσο, για να επανέλθω στο ζήτημα της εκτεταμένης παρουσίας ξένων (κυρίως αγγλικών) όρων στην Νέα Ελληνική, δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι σε συγκριμένες κρίσιμες ιστορικές στιγμές ήταν οι τόσο συκοφαντημένοι «συντηρητικοί λόγιοι» αυτοί που έσπευσαν να αποκαταστήσουν χρόνιες γλωσσικές αδυναμίες. Ας μην λησμονούμε (σήμερα που δεν υπάρχει πλέον -ευτυχώς- γλωσσικό ζήτημα και σχεδόν όλοι γράφουμε στη δημοτική) ότι αν δεν υπήρχε το τόσο λοιδορημένο αυτό κίνημα του «καθαρισμού» τον 19ο αιώνα, πρωτοστατούντος του Κοραή, πιθανώς να λέγαμε ακόμα τον αστυνόμο «πολιτσμάνο», τον ναύαρχο «αμιράλιο» και τον υπουργό «μινίστρο». Κάποιες φορές δηλαδή, η παρέμβαση μιας ορισμένης «πνευματικής ελίτ» με τη δημιουργία νεολογισμών, εφόσον δε γίνεται με νοοτροπία αυταρχισμού κι άσκησης εξουσίας αλλά προς μια κατεύθυνση εξυπηρέτησης των εκφραστικών αναγκών των ανθρώπων, μπορεί να φανεί ιδιαίτερα ωφέλιμη. Η περίφημη «Συναγωγή Νέων Λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων» του Στέφανου Κουμανούδη μαρτυρεί του λόγου το αληθές.

Ερχόμενος, λοιπόν, στο σήμερα και χωρίς προφανώς να εξισώνω -ούτε καν να συγκρίνω- το γλωσσικό αποτύπωμα αιώνων τουρκικής και ενετικής κατάκτησης με τις -σε μεγάλο βαθμό εύλογες- επιδράσεις που ‘χει η Αγγλική στην Ελληνική, παρατηρώ ότι αρκετοί επιτίθενται ή και ειρωνεύονται τον κ. Μπαμπινιώτη για τις πρόσφατες – επιτυχημένες ή μη, δεν είναι αυτό το θέμα μας- προτάσεις εξελληνισμού του. Δεν είδαμε όμως κανέναν από τους εντόνως διαφωνούντες με αυτή καθεαυτήν την απόπειρα απόδοσης αγγλικών όρων στα Ελληνικά να ενοχλείται (ούτε φυσικά να του πιστώνει το επίτευγμα) από την ιδιαίτερα επιτυχή (από τον κ. Μπαμπινιώτη πάντα) απόδοση του “Internet” ως «Διαδικτύου» (που μας δίνει και τα παράγωγα «διαδικτυακός-η-ο», «διαδικτυώνομαι» κ.λπ.) ή των «Multimedia» με τον όρο «Πολυμέσα».

Σε αυτές τις περιπτώσεις, δηλαδή, επειδή οι αποδόσεις ήταν επιτυχείς και «πέρασαν» δεν υπάρχει πρόβλημα, αλλά αν ένας προτεινόμενος εξελληνισμός μας φαίνεται κωμικός ή προσκρούει στο γλωσσικό μας αίσθημα ή αν, εν πάση περιπτώσει, δεν επικρατήσει, τότε κατακεραυνώνεται; Δεν είμαστε συνεπώς επί της αρχής κατά της απόπειρας μεταφοράς στην Ελληνική ξένων όρων, αλλά μόνο αν δε μας αρέσει το αποτέλεσμα; Ή πρέπει κάποιοι ξένοι όροι να εξελληνίζονται και κάποιοι όχι; Και με ποιο κριτήριο;

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, σαφώς και είναι εκ των ων ουκ άνευ να επιχειρούνται αποδόσεις ξένων όρων που χρησιμοποιούνται ευρύτατα στην καθημερινή μας ομιλία (τη εξαιρέσει επωνυμιών εταιρειών κι ίσως ορισμένων τεχνικών όρων που αφορούν κυρίως σε τεχνολογικές συσκευές, όπου πράγματι οι προσπάθειες εξελληνισμού συνήθως προκαλούν θυμηδία). Ας προτείνονται από την Ακαδημία Αθηνών ή από ειδικούς επιστήμονες κύρους, όπως ο κ. Μπαμπινιώτης κι άλλοι, κι αν υιοθετηθούν από τους ομιλητές καλώς - αν όχι, προφανώς και δεν είναι προς θάνατον η λελογισμένη και περιορισμένη χρήση αγγλικών λέξεων και φράσεων. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και των πολλαπλών ξένων ερεθισμάτων είναι αναμενόμενο να δεχόμαστε γλωσσικά δάνεια (κάτι που άλλωστε συμβαίνει διαχρονικά στην ιστορία της γλώσσας), από τη στιγμή μάλιστα που οι ΗΠΑ βρίσκονται κατά κορυφήν πάσης τεχνολογικής εξέλιξης κι η Αγγλική αποτελεί τη σύγχρονη lingua franca.

Μολαταύτα, αδυνατώ να κατανοήσω γιατί αυτό πρέπει να μας αποτρέπει από την απόπειρα εύρεσης αντίστοιχων ελληνικών αποδόσεων κι οι ανάλογες προσπάθειες να αποδοκιμάζονται ή να χλευάζονται εκ προοιμίου. Δεν μιλώ εδώ φυσικά για τον χαριτωμένο και καλοπροαίρετο χιουμοριστικό σχολιασμό που έλαβε χώρα στο Διαδίκτυο, αλλά για όσους, στα σοβαρά, βρίσκουν αυτή την προσπάθεια αφόρητα «συντηρητική», «οπισθοδρομική», «γραφική» κ.τ.τ. Εκτός αν είναι της άποψης ότι προτάσεις της μορφής: «Θα πάρω delivery από το νέο app που ‘χω στο smartphone, γιατί βαριέμαι να πάω για takeaway» ή «Μετά το break ο/η marketing director θα μας μιλήσει για το event» είναι διατυπωμένες σε εξαιρετικά Ελληνικά και δεν υφίσταται κανένα απολύτως πρόβλημα.

Τα παραδείγματα αυτά ίσως να θεωρηθούν από κάποιους τραβηγμένα, μας φέρνουν όμως αντιμέτωπους με ένα ακόμα κρισιμότερο ζήτημα: τη χρήση ξένων λέξεων εκεί που υπάρχουν οι αντίστοιχες ελληνικές. Γιατί αν για το lockdown και το delivery έχουμε το «ελαφρυντικό» ότι δεν υπάρχουν ακόμη καθιερωμένες ή έστω ιδιαίτερα δημοφιλείς ελληνικές εκδοχές, για την διαρκή χρήση -ιδιαίτερα από τα ΜΜΕ- των λέξεων “break” αντί για διάλειμμα, “event” αντί για εκδήλωση-γεγονός, “serial killer” αντί για κατά συρροήν δολοφόνος κ.λπ., εκεί ποια δικαιολογία έχουμε; Να διευκρινίσω εκ νέου ότι δεν αναφέρομαι στη μεμονωμένη, εν τη ρύμη του λόγου, χρήση αγγλικών όρων στην οποία οι περισσότεροι από μας καταφεύγουμε σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά στην συστηματική, διαρκή κι επίμονη υποκατάσταση ελληνικών λέξεων από αγγλικές. Ακόμα κι αν ο όρος «αγγλοκρατία» μας τρομάζει ή μας φαίνεται υπερβολικός, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε στρουθοκαμηλίζοντας το γεγονός ότι διαπιστώνεται, κυρίως στον προφορικό αλλά και στον γραπτό λόγο, μια άνευ νοήματος κατάχρηση αγγλικών όρων.

Ωστόσο το μείζον θέμα κατ’ εμέ δεν είναι το γεγονός αυτό καθεαυτό, αλλά η βαθύτερη αιτία λόγω της οποίας συμβαίνει. Δεν χρησιμοποιούμε διαρκώς αγγλικούς όρους μόνο από άγνοια της Ελληνικής. Ίσως να γίνεται κι αυτό σε κάποιον βαθμό, αλλά, αλήθεια, ποιος δεν γνωρίζει τις λέξεις «διάλειμμα» και «εκδήλωση»; Τι είναι αυτό λοιπόν που μας ωθεί να αποκαλούμε τον/την κομμωτή/τρια “hairstylist”, τον φούρνο “bakery-bakehouse”, τη διοίκηση συνεχώς “management” κ.ο.κ.; Φοβάμαι ότι θεωρούμε πως μιλώντας και γράφοντας στα Αγγλικά είμαστε πιο σύγχρονοι, πιο μοντέρνοι, αισθανόμαστε πολίτες του κόσμου, νιώθουμε “in” και “high” (για να μεταχειριστώ κι εγώ επίτηδες αγγλικές λέξεις) και νομίζουμε ότι δι’ αυτού του τρόπου αποκτούμε κύρος και αίγλη. Αναδύεται, δηλαδή, μια έμμεση περιφρόνηση προς την ελληνική γλώσσα (κι άρα προς τον ελληνικό πολιτισμό για τον οποίο τόσο κομπάζουμε) κι ένα, ενδεχομένως ασυνείδητο, έλλειμμα εθνικής αυτοπεποίθησης που μας οδηγεί να χρησιμοποιούμε αγγλικούς όρους για να αισθανόμαστε «κάποιοι».

Κλείνοντας, για να ξαναγυρίσουμε στο ευρύτερο ζήτημα που ετέθη στην αρχή του κειμένου, περί της εν γένει επικρατούσας γλωσσικής κατάστασης, θεωρώ ότι η γλώσσα μας ούτε βρίσκεται σε παρακμή, ούτε, προφανώς, κινδυνεύει να εξαλειφθεί -αυτά είναι φαιδρότητες. Υπάρχει ωστόσο πράγματι –όπως σε κάθε εποχή, αλλά στις μέρες ίσως περισσότερο εξαιτίας και της έντονης αγγλικής επιρροής- ένα ζήτημα που αφορά στην ποιότητα των Ελληνικών μας, το οποίο επισημαίνει έντονα και ο κ. Μπαμπινιώτης. Αρκετοί νέοι άνθρωποι, μην έχοντας τα ανάλογα ερεθίσματα-διαβάσματα κι ακούσματα όντως δεν γνωρίζουν πολλές λέξεις (κι άρα έννοιες), όχι απαραιτήτως απαιτητικές ή δύσκολες της καθαρεύουσας αλλά και της απλής καθομιλουμένης δημοτικής. Συχνά παρατηρείται, ιδιαίτερα στους νέους, μια εκφραστική ένδεια και μια αδυναμία διατύπωσης ολοκληρωμένων συλλογισμών (χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει από την άλλη πως είναι «άγλωσσοι») που δε θα έπρεπε να μας αφήσει αδιάφορους, ενώ και η συστηματική κι άκριτη χρήση αγγλικών όρων αντί για ελληνικούς είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα.

Η αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού θεωρώ ότι συνιστά μια μελλοντική πρόκληση για όσους αγαπούν και νοιάζονται για την ελληνική γλώσσα. Για όσους δηλαδή, χωρίς να ενστερνίζονται εθνικιστικούς μύθους κι αντιεπιστημονικές θεωρίες συνωμοσίας, την αντιμετωπίζουν ως ένα συστατικό στοιχείο του πολιτισμού και της ταυτότητάς μας κι όχι σαν ένα απλό εργαλείο συνεννόησης.

Αποφεύγοντας, λοιπόν, τόσο τους υστερικούς θρήνους και τις πομπώδεις οιμωγές για την υποτιθέμενη «κατάντια» και τον «ευτελισμό» της γλώσσας, όσο και τη δήθεν ανεκτική αμεριμνησία που επιμένει να παραβλέπει τα υπαρκτά προβλήματα και τις πραγματικές παθογένειες, ας παλέψουμε όλοι, όσο μπορούμε, για μια υψηλότερη ποιότητα των Ελληνικών που μιλάμε και γράφουμε, χωρίς ξενοφοβικούς παροξυσμούς αλλά κι αστόχαστους αγγλισμούς.