Πολιτικη & Οικονομια

Κάν’ το όπως οι Γερμανοί (και όχι μόνο)

Στη χώρα όπου «γεννήθηκε η δημοκρατία», η πολιτική δείχνει να ασκείται με βάση το «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εχθρός μας»

Ανδρέας Παππάς
ΤΕΥΧΟΣ 462
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Στο προηγούμενο κείμενό μου εδώ, στην Athens Voice, έγραφα ότι προϋπόθεση για την εφαρμογή της απλής αναλογικής είναι η ύπαρξη μιας άλλης πολιτικής κουλτούρας. Μιας κουλτούρας συνεργασιών και συγκλίσεων, στοιχείων που κάθε άλλο παρά χαρακτηρίζουν την ελληνική πολιτική πραγματικότητα.

Στη Γερμανία, το εκλογικό σύστημα είναι ένα είδος απλής αναλογικής, τουλάχιστον ως προς τα κόμματα που υπερβαίνουν το κρίσιμο όριο του 5%. Μάλιστα, η Γερμανία ήταν η πρώτη χώρα –αν δεν κάνω λάθος– που καθιέρωσε όριο προκειμένου ένα κόμμα να αντιπροσωπευτεί στη Βουλή. Όποιος έχει καεί στο χυλό της Βαϊμάρης, φυσάει και το γιαούρτι… Στις πρόσφατες ομοσπονδιακές εκλογές, η Μέρκελ, ή για την ακρίβεια ο συνασπισμός Χριστιανοδημοκρατών και Χριστιανοκοινωνιστών της Βαυαρίας, συγκέντρωσε το 42% περίπου των ψήφων (πρωτοφανές ποσοστό). Kάτι ελάχιστες έδρες τους έλειπαν για να σχηματίσουν αμιγή κυβέρνηση, χωρίς εταίρους αυτή τη φορά.

Ας υποθέσουμε ότι αντίστοιχο αναλογικό σύστημα (ή, περίπου, τελοσπάντων) ίσχυε στην Ελλάδα. Τι θα είχε γίνει σε μια τέτοια περίπτωση, αν δηλαδή ένα κόμμα είχε πάρει 42% και είχε αγγίξει την αυτοδυναμία σε έδρες; Πιθανότατα, ο νικητής των εκλογών θα είχε φροντίσει να προκηρυχθούν νέες εκλογές, «στο καπάκι» που λέμε, βέβαιος ότι το εκλογικό σώμα θα του έδινε αυτό το κάτι παραπάνω που «του έλειπε». Δεν αποκλείεται, πάντως, και να είχε προσφύγει σε μια άλλη αυθεντικά και παραδοσιακά ελληνική πρακτική: θα επιδίωκε να κορφολογήσει πέντε-δέκα βουλευτές απ’ το δεύτερο ή κάποιο άλλο κόμμα, εγχείρημα που είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα είχε ευτυχή (για εκείνον) έκβαση.

Τι έγινε, λοιπόν, στην «επάρατη» Γερμανία, η οποία, σύμφωνα με το πάντα πανίσχυρο αφήγημα του εθνολαϊκισμού, το μόνο που θέλει είναι να μας πίνει το αίμα (αφήσαμε τους «φονιάδες των λαών» Αμερικανούς και πιάσαμε τους Γερμανούς που «έχουν το ναζισμό στο DNA τους»); Εκεί λοιπόν, σ’ αυτούς τους απόγονους βελανιδοφάγων, που ξυπνάνε και βλέπουν το Ράιχσταγκ ενώ ο βαθύς γνώστης του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού Τσίπρας ατενίζει εκστατικός την Ακρόπολη, το πρώτο κόμμα, με 42%, και το δεύτερο, με 24%, κάθισαν σ’ ένα τραπέζι και συζητώντας επί δύο ολόκληρους μήνες κατάφεραν να συμφωνήσουν σε κοινό κυβερνητικό πρόγραμμα. Εδώ έκανε λίγο πίσω ο ένας, εκεί ο άλλος, «τα βρήκαν». Έτσι ασκείται η πολιτική στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Αυτή είναι η έννοια του διαλόγου και της διαπραγμάτευσης. Μόνο παρ’ ημίν η λέξη διαπραγμάτευση θεωρείται βρισιά ή συνώνυμο της μειοδοσίας και η λέξη διάλογος σημαίνει ουσιαστικά «ή δέχεσαι όλα μου τα αιτήματα, ή σε καταγγέλλω».

Εκτός απροόπτου, λοιπόν, τα τέσσερα επόμενα χρόνια η Γερμανία θα κυβερνηθεί από κόμματα που, αθροιστικά, θα αντιπροσωπεύουν περισσότερο απ’ το 65% του εκλογικού σώματος. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, θέλω να πιστεύω, τι δυνατότητες άσκησης μακρόπνοης και αποτελεσματικής πολιτικής έχει μια τέτοια κυβέρνηση.

Άλλωστε, ακόμα και όταν τη Γερμανία δεν την κυβερνούσε Μεγάλος Συνασπισμός, όπως αποκαλείται παραδοσιακά η συγκυβέρνηση Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλδημοκρατών (πρώτη φορά που έγινε κάτι τέτοιο ήταν την περίοδο 1966-69, με καγκελάριο τον Κουρτ Κίζινγκερ), πάντα υπήρχε μεταξύ των μεγάλων –και όχι μόνο– κομμάτων η απαραίτητη ελάχιστη συναίνεση και συνεννόηση, που απέτρεπε το να καταγγέλλεται εξ ορισμού απ’ τον έναν ό,τι και αν προτείνει ή προωθεί ο άλλος. Έτσι, οι Χριστιανοδημοκράτες στήριξαν εν πολλοίς –και, εν πάση περιπτώσει, δεν πολέμησαν– την Ατζέντα 2010 του σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου Σρέντερ, η οποία βέβαια έχει συμβάλει σημαντικά στη σημερινή ανθηρή οικονομική κατάσταση της Γερμανίας.

Αντίθετα, στη χώρα όπου «γεννήθηκε η δημοκρατία», μπλα, μπλα, μπλα, η πολιτική δείχνει να ασκείται με βάση το «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εχθρός μας» (προσοχή: «εχθρός», όχι πολιτικός αντίπαλος), το «είστε προδότες και δοσίλογοι», το «βρισκόμαστε σε πόλεμο» (κατά τον στρατηγό Βούτση) κ.ο.κ.

Ο καθείς και η πολιτική του κουλτούρα.