Πολιτικη & Οικονομια

Τρεις σημειώσεις για την Ανώτατη Παιδεία

Σοφία Ριζοπούλου
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Σημείωση 1: Φωτιά

Τη φωτιά την είδαν πολλοί. Είδαν αναμμένα κουκουνάρια να διαγράφουν πύρινες τροχιές. Άκουσαν το τρίξιμο κορμών που πέθαιναν. Αισθάνθηκαν τη μυρωδιά του ρετσινιού και του καμένου. Φύσαγε δυνατά. Προς την κατεύθυνση του μοναστηριού. Ο κήπος του μαζί με κάποιες φυτεμένες εκτάσεις κάηκε ολοσχερώς. Η συσσωρευμένη ενέργειά του έγινε καπνός και στάχτη που σκόρπισαν.

Ως πίσω από τους λόφους φαινόταν η φωτιά που έκαιγε και με το ηλιοβασίλεμα έβαφε στα κόκκινα τον ουρανό. Τα κόκκινα έπαιρναν το νου και τον ταξίδευαν. Το μοναστήρι ήταν εκεί πολλούς αιώνες. Στην αρχή περιορισμένο και αποκλεισμένο σε κλειστές αυλές, σαν τον παράδεισο. Άλλωστε η λέξη παράδεισος αυτό ακριβώς σημαίνει, μια περιορισμένη, περίκλειστη αυλή... (και είναι Περσικής προέλευσης

Σημείωση 2: Υπενθύμιση

Η πόλη έζησε πολλές φορές. Η πρώτη ζωή είχε μεγάλη διάρκεια. Οι πόλεις τότε ζούσαν πολύ και οι άνθρωποι λίγο. Βίος πολυτάραχος, με διακυμάνσεις, με συνέχεια και οιωνούς. Το μοναστήρι ζωντάνευε όταν η πόλη άκμαζε. Απορροφούσε φως από τη λάμψη της. Σκεπαζόταν με τη σκόνη της παρακμής της. Ωστόσο, πολλές φορές μεταμορφώθηκε. Το μοναστήρι ήταν γεμάτο με κειμήλια. Τα κειμήλια μοιάζουν με τους ανθρώπους. Αφήνουν απογόνους και σημάδια της ύπαρξης τους.

Ο τόπος που υπέφερε από καταστροφές και άλλαξε. Όμως η ζωή κρατάει ακόμη. Δεν υπάρχουν πια μοναστήρια. Τώρα γέφυρες, μικρά και μεγάλα κτήρια με τετραγωνικά που πρέπει να υποστηριχτούν... Υπάρχουν και δέντρα που μεγαλώνουν ανάμεσα σε οικιστικές μεταμορφώσεις, αρχιτεκτονικές διαμορφώσεις του παλιού σε νέο. Οι σπόροι που βρέθηκαν εκεί, αμετακίνητοι ανάμεσα σ’ επίπεδα γης και σε χρόνους ιστορίας, θα φυτρώσουν.

Άνθρωποι που έκαναν συνειρμούς και ταξινομήσεις, μπόρεσαν να διακρίνουν λεπτεπίλεπτες διαφορές και ομοιότητες, να ορίσουν προσεκτικά και αξιόπιστα ιδιότητες. Έμαθαν να πετούν τ’ άχρηστα. Άλλοι άνθρωποι καθάρισαν παλιά κτίσματα. Αναζήτησαν, βρήκαν και άνοιξαν λησμονημένα πηγάδια. Έχτισαν με πέτρες φούρνο. Έσπερναν σπόρους σε μικρές επιφάνειες εδάφους.

Η επαφή έφτανε μέχρι την εναπόθεση της ψυχής. Η πνευματική προσέγγιση με ανθρώπους ξεκινά σαν μια διάχυτη ευχαρίστηση. Περνά από την απορία και μπορεί να καταλήξει στον θαυμασμό. Η πνευματική ένωση μπορεί ν΄ αγγίξει την αθανασία. Όσον αφορά στην καθημερινότητα, εξακολουθεί να ερεθίζεται από μυρωδιές. Να νοσταλγεί πήλινες στάμνες, ατελέσφορες αγάπες, μοναχικά λουλούδια του αγρού, παλιά βιβλία, μια συστάδα δένδρων κι ένα πλαϊνό βλέμμα.

Σημείωση 3: Τοπίo ελέους

Στεκόταν ώρα πολλή και κοιτούσε δέντρα και θάμνους ανθισμένους. Μύριζε βρεγμένο το χώμα, ύστερα από την πρόσφατη βροχή. Έβλεπε τον κήπο που φούντωνε κι ομόρφαινε. Φυλλώματα εγκράτειας οριοθετούσαν την απόλαυση. Σπόροι χρόνια αφημένοι στο σκοτάδι είχαν μεγάλη ανάγκη να φανερώσουν το δυναμικό τους και φύτρωσαν όλοι, δίνοντας χρώμα, μυρωδιά και ομορφιά στο τοπίο. Οι ροδιές γεμάτες με ρόδια μικρά και μεγάλα, άλλα βαθυκόκκινα, άλλα τριανταφυλλιά και άλλα κιτρινοπράσινα. Κάθε Πέμπτη απόγευμα, πήγαινε φρούτα και λαχανικά, από τον κήπο, στο μοναστήρι. Έμπαινε στη μικρή εκκλησία με το φως των κεριών και παρέμενε για λίγο. Ύστερα, έξω ακουμπώντας στο πέτρινο τείχος, που έσωζε την αυλή της μονής, έβλεπε μακριά.

Θαλερά φυλλώματα ορίζουν τις εγκαταλειμμένες αναβαθμίδες. Πιο πέρα πέτρες στρογγυλεμένες από το χείμαρρο. Από πάνω περνά, μια χαμηλή, πέτρινη γέφυρα (δεν φαίνεται από μακριά). Μετά, μια διπλή δενδροστοιχία από γέρικες ελιές. Στις πιο απάνεμες γωνιές, άνθη των χρωμάτων αποδυναμώνουν το χρόνο. Ανάσαινε φρέσκο αέρα, ανακατεμένο με μυρωδιές από πεύκα, κυπαρίσσια, κέδρα. Έτσι θα έπρεπε να είναι η ζωή μας, σκέφτηκε, σαν φυσική ιστορία!

Πιο κοντά αειθαλή και φυλλοβόλα. Έβλεπε φαιά, πράσινα και βαθυκόκκινα φύλλα. Καθόταν εκεί λίγη ώρα και ήταν για πάντα. Έπρεπε να φτάσει ως εδώ, σκεφτόταν, για ν’ αποφύγει απληστία, δειλία, μεροληψία, υπεροψία, νευρικότητα, επίδειξη. Ο κάμπος έστελνε μαζί με τον καπνό από νοικοκυριά, θύμισες από την κούραση της παραπλάνησης, του ψέματος, της προσβολής, της ματαίωσης.

Διστακτικά, άνοιξε και διάβασε, για πολλοστή φορά, το σημείωμα που είχε στην τσέπη: «Στην ευτυχία που έτυχε να δανειστούμε, αναγνωρίζω λάμψη από αγάπη που μοιάζει μ’ ένα λαδί, από τη σκιά που ρίχνει ένα μοναδικό λιόδεντρο».

Όταν το φως πυκνώνει, είναι φως από ελιές που μεγαλώνουν εκεί όπου ρέει νερό από αιώνια πηγή.

Όταν το φως αραιώνει, είναι φως από ελιές που ορίζουν τη διαδρομή που οδηγεί ανυποψίαστα ως το ενδιαίτημα της κουκουβάγιας.

Όταν κρυμμένο από το φως ένα τόσο δα μικρό φιδάκι, ζει μέσα στο φύλλωμα μιας ελιάς, τότε το έλεος είναι σε αναμονή.

Όταν ένα κομμάτι αναλλοίωτο τυρκουάζ αιωρείται από ακραίο βλαστό ελιάς, τότε από το φύλλωμα διαχέεται φως, όμοιο με το φως της αγάπης που δραπετεύει από τη σκιά που ρίχνει ένα δέντρο, καθώς καθρεφτίζεται στα νερά μιας εγκαταλειμμένης παραλίας. Από τη δειγματοληψία φαίνεται πως αυτή είναι η ελιά του ελέους.

Το τυρκουάζ, από την άλλη, είναι γαλαζοπράσινο ορυκτό και σύμβολο καλοτυχίας. Λέγεται πως όταν αλλάξει το χρώμα του μεταβάλλονται οι ιδιότητές του και στερεύει η καλή του τύχη. Τότε, αυτή η πέτρα που περιέχει νερό, σιγά-σιγά αφυδατώνεται, χάνει τη λάμψη της και μεταβάλλεται. Λέγεται πως το τυρκουάζ αλλάζει χρώμα για να προειδοποιήσει για επερχόμενο κίνδυνο. Λέγεται πως ο λίθος είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στη δράση ορισμένων εκπορεύσεων, με χθόνια εκδοχή.