Πολιτικη & Οικονομια

Μετά τον Τιτάνα ποιος έχει σειρά;

Τι συμβαίνει με την ελληνική οικονομία και αποχωρούν οι μεγάλες επιχειρήσεις; Ο ανένδοτος Παπαλεξόπουλος και η αγωνία Δραγασάκη.

Τριαντάφυλλος Δελησταμάτης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μπορεί η υπόθεση της «αποχώρησης» του Τιτάνα από τα ελληνικά «πράγματα» να είχε πολλαπλές αναγνώσεις, το κεντρικό της όμως συμπέρασμα δεν είναι άλλο από την ανάδειξη του χρόνιου προβλήματος της ελληνικής οικονομίας και του χρηματιστηρίου. Μία εμβληματική ελληνική βιομηχανία που άντεξε στην Ελλάδα δύο παγκόσμιους πολέμους, έναν εμφύλιο, μερικές δικτατορίες και επιβίωσε από τις υποτιμήσεις της δραχμής, μεταφέρεται στο εξωτερικό μετά από 110 χρόνια λειτουργίας και παρουσίας στη χώρα μας. Οι ιδιοκτήτες της είχαν προειδοποιήσει για ένα τέτοιο ενδεχόμενο εδώ και πολλά χρόνια. Και ίσως υπό την οπτική αυτή γωνία, η εξέλιξη να μην πέφτει ως κεραυνός εν αιθρία.

Ο όμιλος παρά την υγιή του χρηματοοικονομική διάρθρωση και τη διεθνή του παρουσία «πληρώνει το λογαριασμό» της διατήρησης της έδρας του σε μια χώρα με πολύ υψηλό οικονομικό ρίσκο

Η συγκυρία, ωστόσο, προβληματίζει σοβαρά την κυβέρνηση, που δείχνει να μην μπορεί να κρατήσει στη χώρα τα μεγάλα ονόματα του επιχειρείν. Ιδιαίτερα δε, καθώς τον δρόμο που χάραξε ο Τιτάνας σκέπτονται να ακολουθήσουν και άλλοι μεγάλοι όμιλοι. Και τα αίτια αφορούν είτε την υπερφορολόγηση, είτε το υψηλό κόστος χρήματος για τις ελληνικές επιχειρήσεις, είτε το αδύναμο και «ρηχό» χρηματιστήριο, είτε την αδυναμία του ελληνικού περιβάλλοντος να στηρίξει σημαντικές χρηματορροές. Λόγοι όλοι τους που αποτυπώνουν το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, όπως έχει προκύψει μετά από οκτώ χρόνια κρίσης, αλλά και από τρία της σημερινής διακυβέρνησης, η οποία παρά το άνοιγμά που διατυμπανίζει προς στους ξένους επενδυτές, δείχνει να μην μπορεί να «κρατήσει» τους εγχώριους επιχειρηματίες.

Όσοι διάβασαν τις ανακοινώσεις του Τιτάνα στα τέλη της περασμένης εβδομάδας δεν έπεσαν και από τα σύννεφα. Ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου, Δημήτρης Παπαλεξόπουλος,  είχε προαναγγείλει από την τακτική γενική συνέλευση του περασμένου Ιουνίου την εξέλιξη: «Η παραμονή της έδρας μας στην Ελλάδα μάς έχει στοιχίσει κατά το παρελθόν και συνεχίζει να μας στοιχίζει. Κάτι που μας έχει επισημανθεί και από αναλυτές του εξωτερικού. Εμείς παλεύουμε στα ίσα με τα ξένα μεγαθήρια ως μια ανεξάρτητη ελληνική εταιρεία. Επιθυμία μας είναι να μείνουμε στην Ελλάδα, αλλά έχουμε την υποχρέωση να εξετάζουμε όλα τα ενδεχόμενα, ώστε να παραμείνουμε ανεξάρτητοι και ανταγωνιστικοί», είχε δηλώσει…

Και δεν ήταν η πρώτη φορά. Oι πλέον μνήμονες δεν ξεχνούν πως η πρώτη φορά που ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος είχε χτυπήσει το καμπανάκι μιας πιθανής αποχώρησης του Τιτάνα από την Eλλάδα, με μεταφορά της έδρας στο εξωτερικό, ήταν πίσω, στον Mάρτιο του 2013. Έγινε μάλιστα μέσω μιας συνέντευξής του στην γερμανική Welt am Sonntag που προκάλεσε σάλο στην αγορά. Αποδέκτης των τότε μηνυμάτων ήταν ο Αντώνης Σαμαράς.

Το 2015, ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος έστειλε άλλο ένα μήνυμα, επίσης στη γενική συνέλευση του ομίλου του: «Πρόθεσή μας είναι να μείνουμε στην Eλλάδα. Ωστόσο θα πρέπει να ζυγίσουμε όλα τα ενδεχόμενα και να γνωρίζουμε μέχρι πότε οι επιβαρύνσεις μας δεν θα είναι δυσβάσταχτες». Τότε μάλιστα διευκρίνιζε πως «...το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι αυτό της χρηματοδότησης καθώς και το ύψος του επιτοκίου το οποίο είναι υψηλότερο σε σχέση με εκείνο των ανταγωνιστών». Για την περίσταση, το «καμπανάκι» του 2015 είχε ηχήσει από την πλευρά του Τιτάνα, λίγη ώρα μετά το «πακέτο των μέτρων» που είχε υποβάλει η Aθήνα στους δανειστές και μεταξύ των άλλων προέβλεπε την επιβολή και νέας έκτακτης εισφοράς 12% επί των κερδών των υγιών επιχειρήσεων (με κέρδη υψηλότερα των 500.000 ευρώ) και νέα επιβάρυνση του συντελεστή φορολόγησης στο 29% (από το 26%, του2014).

Από το 2016, οι γνωρίζοντες υποστηρίζουν ότι ο Τιτάνας είχε στην ουσία λάβει τις αποφάσεις του, και οι σύμβουλοί του είχαν εγκρίνει ως «απολύτως ενδεδειγμένη» τη μεταφορά της έδρας. Σύμφωνα με αυτούς, ο βασικός λόγος δεν ήταν τόσο το φορολογικό καθεστώς όσο το γεγονός ότι ο όμιλος παρά την υγιή του χρηματοοικονομική διάρθρωση και τη διεθνή του παρουσία «πληρώνει το λογαριασμό» της διατήρησης της έδρας του σε μια χώρα με πολύ υψηλό οικονομικό ρίσκο.

Η ανάλυση που είχε γίνει τότε, και ισχύει και σήμερα, αναδείκνυε δύο κεντρικά ζητήματα, τα οποία ισχύουν και για όλους τους «μεγάλους» του ελληνικού επιχειρείν. Πρώτον, την αποτίμηση του ομίλου που παραμένει σε χαμηλά επίπεδα λόγω του αδύναμου χρηματιστηρίου και, δεύτερον, την αδυναμία άντλησης χρηματοδότησης από τις αγορές. Τότε μάλιστα οι σύμβουλοι του ομίλου είχαν επισημάνει πως σε ό,τι αφορά στην αποτίμηση (η οποία συνδέεται σε ένα βαθμό και με τη δυνατότητα άντλησης χρηματοδότησης), ακόμα και αν δεν ληφθεί υπό όψιν η δραστηριότητα στις ΗΠΑ όπου η αγορά τρέχει με υψηλούς ρυθμούς, η παρουσία στις υπόλοιπες αγορές αποτιμάται στο 60% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, πράγμα αδιανόητο καθώς η Τιτάν έχει μόλις το 5% των εσόδων της από την Ελλάδα.

Η ανάλυση προσέθεσε ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ: Δηλαδή ότι ο Τιτάνας έχει τον κύριο όγκο των δραστηριοτήτων του στο εξωτερικό, αλλά φορολογείται, χρηματοδοτείται και αποτιμάται με ελληνικούς όρους. Κάτι που, όπως αποδείχθηκε, κρίθηκε μη αποδεκτό… Τα δεδομένα της επόμενης χρονιάς, 2016-2017, απλά επισφράγισαν τις αποφάσεις. Με το 80% της δραστηριότητας του ομίλου να βρίσκεται εκτός Ελλάδας (και ανεπηρέαστο από τις εσωτερικές εξελίξεις) και το 48% του τζίρου να προέρχεται από την παραγωγή των ΗΠΑ, ο κύβος ερρίφθη. Μάλιστα σε μια πρόβα τζενεράλε ο Τιτάνας προχώρησε τον Ιούνιο της χρονιάς εκείνης σε μια μεγάλη κίνηση αναδιάρθρωσης του δανεισμού του και ακολούθως στην εξαγορά μονάδας στη Βραζιλία. Σε μια ένδειξη των υγιέστατων οικονομικών του ο Τιτάν προχώρησε στην εξαγορά με δικά του κεφάλαια, θέλοντας έτσι να δείξει τη δυναμική του.

Έτσι, με βάση τις αποφάσεις και τη δημόσια πρόταση που υπέβαλαν οι βασικοί μέτοχοι της τσιμεντοβιομηχανίας, ο Τιτάνας κινείται να γίνει ένας όμιλος που θα διατηρήσει την παραγωγή του εκεί που ήδη βρίσκεται (δηλαδή στην Ελλάδα και το εξωτερικό), αλλά θα έχει ως έδρα το Βέλγιο, ως κέντρο διοίκησης την Κύπρο και θα είναι εισηγμένος σε τρία χρηματιστήρια: το Euronext Βελγίου, το Euronextστο Παρίσι και το ελληνικό ΧΑ.

Άλλοι άνοιξαν την πόρτα της εξόδου

Η εξέλιξη αποτελεί ουσιαστικά συνέχεια άλλων παρόμοιων κινήσεων στις οποίες προχώρησαν τα τελευταία χρόνια μεγάλοι ελληνικοί βιομηχανικοί όμιλοι, όπως ηCoca-Cola HBC και η ΒΙΟΧΑΛΚΟ ως συνέπεια των δομικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας και της αντανάκλασής τους στο Χρηματιστήριο της Αθήνας. Ειδικότερα για το ΧΑ, ο προβληματισμός είναι έντονος καθώς οι νέες εισαγωγές είναι ελάχιστες, οι μεγάλες εταιρείες επιλέγουν η μία μετά την άλλη μια νέα χρηματιστηριακή έδρα, ενώ οι δημόσιες προτάσεις των βασικών μετόχων διαδέχονται η μία την άλλη. Ανάμεσά τους, τον τελευταίο χρόνο αυτές των Μάρμαρα Κυριακίδη, της ΚΟΡΡΕΣ και της Nexans, ενώ κατά τις πληροφορίες ακολουθούν και άλλες, όπως των ιχθυοτροφείων Νηρέας και Σελόντα.

Το ερώτημα για τον Γιάννη Δραγασάκη και την κυβέρνηση είναι, πλέον, αν θα μπορέσουν να αποτρέψουν άλλες παρόμοιες εξελίξεις και κυρίως τι θα πράξουν για να το αποφύγουν

Σε αναμμένα κάρβουνα ο  Γ. Δραγασάκης

Βέβαια, ο Τιτάνας δεν είναι μια απλή υπόθεση. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας και ένα ιστορικό επιχειρηματικό «τζάκι», η αποχώρηση του οποίου είναι ταυτόχρονα σημειολογική και οικονομικά βαρύνουσα. Για αυτό και την «επομένη» των ανακοινώσεων, ο Γιάννης Δραγασάκης έσπευσε να συναντηθεί με τον επικεφαλής του ομίλου, Δημήτρη Παπαλεξόπουλο. Για να εισπράξει απλά το «τελεσίδικο» των αποφάσεων. Η ενέργεια αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο του εξωστρεφούς προσανατολισμού της εταιρείας και της αναβάθμισης της πρόσβασής της στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, ήταν το μήνυμα που πέρασε ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος στον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης.

Το ερώτημα για τον Γιάννη Δραγασάκη και την κυβέρνηση είναι, πλέον, αν θα μπορέσουν να αποτρέψουν άλλες παρόμοιες εξελίξεις και κυρίως τι θα πράξουν για να το αποφύγουν. Στην επιχειρηματική κοινότητα, και ιδιαίτερα μεταξύ των μεγάλων του χρηματιστηρίου, είναι εκδηλη η απογοήτευση από το γεγονός ότι λόγω των εγγενών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας, εταιρείες κολοσσο, δεν μπορούν να ξεφύγουν από τα δεδομένα των χαμηλών χρηματιστηριακών αποτιμήσεων, παρά τα εξαιρετικά τους αποτελέσματα. Μετοχές όπως ο Μυτιληναίος, η ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ και η Αεροπορία Αιγαίου (Aegean) παραμένουν καθηλωμένες σε χαμηλά επίπεδα, παρά τις εκρηκτικές τους επιδόσεις, ενώ την ίδια στιγμή φορολογούνται υπέρμετρα.

Δεν είναι τυχαίο ότι στο πλαίσιο της εταιρικής ενοποίησης η Μυτιληναίος έχει δημοσιοποιήσει τις προθέσεις της να προχωρήσει σε παράλληλη εισαγωγή στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου, για τους ίδιους λόγους με τους οποίους αποχώρησε ο Τιτάνας. Και βέβαια ο επικεφαλής του ομώνυμου ομίλου Ευαγγελος Μυτιληναίος μπορεί να έχει διαβεβαιώσει ότι η «καρδιά» του «χτυπά ελληνικά» (υπονοώντας ότι δεν προτίθεται να αλλάξει έδρα), πλην όμως μια χρηματιστηριακή μετακόμιση θα ήταν ένα ακόμη σημαντικό πλήγμα.

Για την ιστορία

Η Coca-Cola Hellenic έφυγε από το ελληνικό χρηματιστήριο για να εισαχθεί σε εκείνο του Λονδίνου το 2012, η ΦΑΓΕ την ίδια χρονιά μετέφερε την έδρα της στο Λουξεμβούργο, ενώ η Βιοχάλκο μεταφέρθηκε επίσης στις Βρυξέλλες το 2013. Οι τρεις όμιλοι (όπως και παλαιότερα η μεταλλευτική S&B της οικογένειας Κυριακόπουλου) έπραξαν το επιχειρηματικά αυτονόητο: μετέφεραν δηλαδή τη έδρα τους και εισήγαγαν τις μετοχές τους σε πολύ μεγαλύτερες χρηματιστηριακές αγορές, για να διασφαλίσουν  ανταγωνιστικότητά τους, εξασφαλίζοντας επιτόκια δανεισμού στον ευρωπαικό μέσο όρο (δηλαδή στο 3% αντί του ελληνικού 6-9%) αλλά και χαμηλότερο κόστος παραγωγής, στα επίπεδα του ανταγωνισμού.

Έτσι, και η παράλληλη εισαγωγή σε ξένα χρηματιστήρια (του λεγόμενο duallisting) αποδείχθηκε η διέξοδος για να επιτραπεί η άντληση φθηνότερων κεφαλαίων, που με τη σειρά της μπορεί να χρηματοδοτήσει νέες επενδύσεις για να διατηρηθεί τόσο η ανταγωνιστικότητα όσο και οι πολύτιμες θέσεις εργασίας στην Ελλάδα.

Για το χρηματιστήριο, όμως, όλα αυτά οδηγούν σε αποψίλωση. Μπορεί η CocaCola HBC να πείσθηκε από (την τότε κυβέρνηση) να κάνει duallisting και να μην αποχωρήσει, μπορεί και η Viohalco να παρέμεινε τελικά, άλλες εταιρείες οδεύουν στην οδό της διαγραφής (delisting) από το Χ.Α.

Η ΑΓΕΤ Ηρακλής ήταν η πιο πρόσφατη σημαντική τέτοια περίπτωση, μετά την Υποχρεωτική Δημόσια Πρόταση που κατέθεσε η Lafarge. Αν και αναμενόμενη εν πολλοίς κίνηση, ο Ηρακλής (εισηγμένος στο Χ.Α. σημειωτέον από το 1919) προστέθηκε στη μακρά λίστα των εταιρειών που δεν έβρισκαν λόγο ύπαρξης στο ελληνικό Χρηματιστήριο. Είχε προηγηθεί το delisting της Ηellason Line μετά την εξαγορά από τη Vodafone, η S&B, η ΣΙΔΕΝΟΡ μετά τη συγχώνευση με τη Viohalco, η Μοχλός μετά την απορρόφηση από την Τεχνική Ολυμπιακή, και νωρίτερα η Eurodrip μετά την εξαγορά από την Payne.