Πολιτικη & Οικονομια

Ανακεφαλαιοποίηση χωρίς εμπιστοσύνη;

Θανάσης Οικονόμου
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Όπως ήταν φυσικό η «όψιμη μετάνοια» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου πυροδότησε πλήθος αντιδράσεων, που στην Ελλάδα αντιμετωπίστηκαν με τον αναμενόμενο τρόπο. Κάποιοι έσπευσαν να δηλώσουν δικαιωμένοι, αν και τις κρίσιμες στιγμές κατείχαν θέσεις ευθύνης και τα άλλοθι άγνοιας δύσκολα γίνονται ανεκτά πλέον. Άλλοι έσπευσαν να επαναφέρουν την προ τριετίας ρητορική τους, με βολική αδιαφορία απέναντι στις ρεαλιστικές δυνατότητες που υπάρχουν κάθε φορά, όπως έδειξε και το παράδειγμα της Κύπρου. Υπήρξαν και οι σοβαρές φωνές που στράφηκαν στο παρόν διατυπώνοντας αιτήματα που δεν εντάσσονται στη σφαίρα της πολιτικής σπέκουλας αλλά στην ανακούφιση της κοινωνίας. Δηλαδή, στο τι μπορεί να γίνει από εδώ και πέρα που είναι και το μείζον.

Σε κάθε περίπτωση, είναι λάθος η Έκθεση του ΔΝΤ να ερμηνευθεί με όρους εσωτερικής μικροπολιτικής. Γιατί πίσω από τις γραμμές, η Έκθεση του ΔΝΤ κατηγορεί την Ευρώπη ότι επέτρεψε εθελοτυφλώντας και χρονοτριβώντας να εξελιχτεί μια χρηματοπιστωτική κρίση σε δημοσιονομική, για να μην θρηνήσει την δική της Lehman Brother.

Όσον αφορά την περίπτωση της Ελλάδας υπήρξαν και από την πλευρά της Ευρώπης φωνές -ακόμη και θεσμικές- που υπονοούν ότι στη χώρα μας το τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίστηκε ως άλλη μία ιερή αγελάδα. Η κοινή, δίκαιη, λογική λέει εξάλλου ότι σε κάθε επιχείρηση ή εταιρία με προβλήματα είναι οι διοικήσεις και οι μέτοχοι που έχουν τις ευθύνες και άρα και τις συνέπειες και όχι οι πελάτες, οι φορολογούμενοι, οι απλοί πολίτες.

Οι παραπάνω διαπιστώσεις δεν είναι ασύνδετες με την τρέχουσα συγκυρία. Τώρα που ολοκληρώνεται η ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών, με χάσιμο πολύτιμου χρόνου, πρέπει να διασφαλιστεί η ρευστότητα στην πραγματική οικονομία. Κάτι που συνεπάγεται ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα πρέπει να αναλάβει έστω και με καθυστέρηση τις ευθύνες που του αναλογούν, παρέχοντας στις επιχειρήσεις την απαραίτητη πρόσβαση στη ρευστότητα και δη με φθηνότερο χρήμα. Αυτό και η εγγραφή των 50 δις της ανακεφαλαιοποίησης στο μηχανισμό στήριξης και όχι στο δημόσιο χρέος, είναι καίριες προϋποθέσεις στην προσπάθεια ανάκαμψης.

Όπως καίριο είναι να προχωρήσει, ταυτόχρονα, ο εξορθολογισμός των δημοσίων δομών, με αλλαγές και μεταρρυθμίσεις που θα μειώνουν το κρατικό κόστος. Γιατί ενώ έχει συμπιεστεί το εργατικό κόστος, είναι η φορολογία και η γραφειοκρατία που ισοπεδώνουν τα πενιχρά έστω οφέλη από την αμφισβητούμενη επιλογή της μείωσης του, δημιουργώντας πολλαπλάσια αναχώματα σε κάθε προσπάθεια επένδυσης. Στον ίδιο ανασταλτικό τροχό μπαίνει φυσικά και το ενεργειακό κόστος, όπου μία αναπτυξιακή προσέγγιση πρέπει να ενσωματώνει ενεργειακές πρόνοιες για το σήμερα, δηλαδή μειώσεις στο τιμολογιακό κόστος, αλλά και για το αύριο, δηλαδή εξασφάλιση δικτύωσης, ενεργειακό χάρτη και όχι απλά υποδομές τράνζιτ π.χ για το φυσικό αέριο.

Σε κάθε περίπτωση και ενώ η συζήτηση για τη βιωσιμότητα του χρέους είναι ανοιχτή, γίνεται σαφές ότι ο δείκτης της ανάπτυξης θα πρέπει να αντιμετωπισθεί όχι μονάχα ως δημοσιονομικό μέγεθος αλλά ως εργαλείο κοινωνικής ηρεμίας. Που κατά τη γνώμη μου, οφείλει να συμπεριλαμβάνει την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας του κράτους και της αναδιάταξης της οικονομίας, υπονοώντας ότι ναι πρέπει να βρούμε τρόπο να βγούμε πάλι στο ξέφωτο αλλά θα πρέπει να διασφαλίσουμε ότι δεν θα μπούμε ξανά στο τούνελ.

Υπό αυτή την έννοια, έχει ενδιαφέρον να συνειδητοποιήσουμε ότι μπορεί το ΔΝΤ, ως αγγλοσαξονικός παράγοντας, να έβαλε πάνω στο ευρωπαϊκό, για να μην πω γερμανικό, τραπέζι το τυρί -βλέπε ευρωπαϊκά λάθη και αδυναμίες του τραπεζικού συστήματος- αλλά είναι δική μας ευθύνη να μην επιτρέψουμε αυτή η συζήτηση να εξωκοίλει σε μετάνοιες, διακηρύξεις, τακτικές αναβλητικότητας ή εσωτερικές μικροπολιτικές κορώνες. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ρευστότητα, χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, εμπιστοσύνη και ανασύνταξη του παραγωγικού ιστού της χώρας. Σ’ αυτό πρέπει να επιμείνουμε.