Πολιτικη & Οικονομια

Στην χώρα που οι φόροι ξεπερνούν τα εισοδήματα

Γιώργος Παπασπυρόπουλος
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γράφεται συχνά ότι στην Ελλάδα το 57% των εισοδημάτων αρμέγονται από το κράτος ως φόροι. Αλήθεια είναι, αλλά όχι πραγματικότητα... Γιατί, πού υπάρχει πλέον αρκετό εισόδημα για να φορολογηθεί;

Οι φόροι δεν είναι ποσοστό έστω επί υπαρκτού εισοδήματος, αλλά επί τεκμαρκτού, φανταστικού ή επιθυμητού στα όνειρα του εκάστοτε υπουργού Οικονομικών!

Η πραγματικότητα είναι ότι με τόσους φόρους, φόρους σε ό,τι κινείται, σε ό,τι μένει ακίνητο και αναξιοποίητο, σε ό,τι υπάρχει στη γη, στον αέρα και το νερό (η εφευρετικότητα των φορομπηχτών δεν έχει όρια) αλλά και σε ό,τι υπάρχει ακόμη σαν σκέψη (τα σχέδια για νέες δουλειές, για διέξοδο από την ανεργία που έχει κανείς στο μυαλό του), τελικά όχι μόνο δεν περισσεύει εισόδημα αλλά γίνεται και αρνητικό.

Κι αυτή είναι η πραγματικότητα: οι κάτοικοι αυτής της χώρας προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα με αρνητικό εισόδημα!

Η συντεχνία των πολιτικών έχει άλλη ατζέντα από την επιστροφή στην ανάπτυξη. Η ατζέντα της είναι η επιστροφή στο χθες, με όσο λιγότερες απώλειες για τους ίδιους. Την ώρα που οι φόροι πέφτουν καταιγιστικά στα κεφάλια των χωρίς εισόδημα ή χωρίς επαρκές –για να φορολογηθεί– εισόδημα, ο οργανισμός αποξήρανσης της Κωπαΐδας ζει και βασιλεύει – και με το πάσο του περνά από την «κρίσιμη» και μακρόχρονη διακομματική διαβούλευση, εκείνη που θα εξασφαλίσει ότι δεν θα απολυθεί κανείς μετά τη μελλοντική κατάργησή του. «Κι αυτό είναι δέσμευση»... ή «κόκκινη γραμμή». Εκεί είναι το μυαλό των πολιτικών: στην πελατεία. Από την παραμονή της οποίας γύρω τους προερχεται άλλωστε και το εισόδημά τους...

Δεξιά και Αριστερά στην Ελλάδα είναι αντιαναπτυξιακές. Ιδεολογία έχουν μία: το Δημόσιο. Και οικονομική πολιτική επίσης μία: τους Φόρους. Δεν καταλαβαίνουν από «ανάπτυξη». Δεν γνωρίζουν τι είναι αυτό. Μια ζωή είτε ανήκαν σε πολιτικές οικογενειακές κάστες είτε στην κομματική επετηρίδα, έζησαν και συνεχίζουν να ζουν από το μισθό τους (απευθείας ή ως επιδότηση του κόμματός τους) από το Δημόσιο. Άνθρωποι σαν τον Στουρνάρα ή τον Σταυρίδη είναι εξαιρέσεις και συχνά η παρουσία τους ένα απλό άλλοθι για τη συνέχεια του πελατειακού συστήματος.

Απέναντι σε μια τέτοια πραγματικότητα μόνο μία διέξοδος υπάρχει. Οι εξαγωγές. Ή η μεταφορά της έδρας των επιχειρήσεων σε ξένο έδαφος. Μακριά από την τρέλα του «φόροι παντού, και σε αυτούς που έχουν και σε αυτούς που δεν έχουν»...

Όσοι και όσες παραμένουν μέσα στον οικονομικό κύκλο του ελληνικού κράτους βρίσκονται σε αδιέξοδο. Δεν μπορούν να βρουν συνεργάτες, πελάτες ή προμηθευτές της επιλογής τους, δεν μπορούν καν να νιώσουν ότι συμμετέχουν σε κάποια «αγορά» με τις στρεβλώσεις που έχει επιβάλει η κρατική παρέμβαση και οι κρατικοδίατη οικονομία, δεν μπορούν να γλιτώσουν τους φόρους υπέρ τρίτων ή τη μονοπωλιακή λειτουργία των συντεχνιών (π.χ. φόρος 1% επί οιουδήποτε κεφαλαίου εταιρείας... για το ταμείο πρόνοιας νομικών...). Απλά, δεν μπορούν να βρουν δουλειά...

Λεφτά δεν υπάρχουν, δεν περισσεύουν για την ανεξάρτητη από το κράτος δραστηριότητα. Θεωρείται εχθρική και παρασιτείται μέχρι θανάτου. Κανείς δεν ρωτά πώς θα φορολογηθεί ο άνεργος, το άδειο οικόπεδο ή αγροτεμάχιο, το άδειο σπίτι. Κανείς δεν ρωτά πώς θα πληρώσει ο ελεύθερος επαγγελματίας το φόρο του ΤΕΒΕ/ΟΑΕΕ, που είναι άκαμπτος χωρίς αναφορά στο εισόδημα ή έστω στον τζίρο εργασιών. Κανείς δεν ρωτά πώς ένας νέος ή μια νέα θα ξεκινήσουν μια δουλειά με τόσους φόρους με το καλημέρα. Κανείς δεν ρωτά πώς θα εξοφληθούν παλιά δάνεια, όταν οι φόροι έρχονται πρώτοι να αφαιμάξουν τα ισχνά εισοδήματα.

Όταν η μόνη ελπίδα να επιβιώσει κανείς είναι έξω από τον «οικονομικό κύκλο», δεν είναι καθόλου παράξενο ότι η ανασφάλιστη εργασία αγγίζει το 50% και η αφορολόγητη εργασία το ίδιο.

Οι εργαζόμενοι, οι μικροεπιχειρούντες, οι ελεύθεροι επαγγελματίες φυτοζωούν και, συχνότερα πλέον από ποτέ, κάνουν σχεδόν χωρίς εναλλακτική το μεγάλο βήμα: βγαίνουν οικειοθελώς από την ασφάλιση για να γίνουν πιο φτηνοί σε μια ανύπαρκτη αγορά εργασίας, διακόπτουν τα μπλοκάκια και τα τιμολόγιά τους (και την εισφορά στο ασφαλιστικό τους ταμείο) για να τους μείνει κάτι από την εργασία τους.

Και οι πολιτικοί, δήθεν άφωνοι, ανακοινώνουν καμπάνιες αυστηρών μέτρων για όσους όσες δραπετεύουν από τον «οικονομικό κύκλο» τους – μήπως και επιβιώσουν. Και αποτελειώνουν όσους και όσες παραμένουν εντός οικονομικού κύκλου, μόνο και μόνο γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.

Κι όλα αυτά για να παραμείνουν οι οργανισμοί που δεν χρειάζονται, οι υπάλληλοι που δεν δουλεύουν, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί που δεν δίνουν συντάξεις (αλλά τρέφουν το προσωπικό τους), τα επιμελητήρια που δεν έχουν καμιά χρησιμότητα, οι φόροι υπερ τρίτων που τρέφουν τις συντεχνίες, και όλα αυτά για να έχουν οι πολιτικοί της Ελλάδας σίγουρο εισόδημα: κι ας μην κάνουν τίποτα...

Ένα σύστημα δομημένο με αυτό τον τρόπο σηκώνει μόνο ανατροπή. Όχι εκείνη του Συριζα, «φυγέτε εσείς να έρθουμε εμείς», ούτε εκείνη της Χρυσής Αυγής, «να φύγουν οι ξένοι, να μείνουμε οι Έλληνες». Την ανατροπή των μεταρρυθμίσεων. Ειδικά εκείνων που όλο το σύστημα πολέμησε με μίσος και που ακόμη αναγγέλλονται για να πραγματοποιηθούν πετσοκομμένες στα μέτρα τους και όσο γίνεται πιο αντιδημοφιλείς «κατά παραγγελία και εκβιασμό» της τρόικας.

Τέτοιες μεταρρυθμίσεις, αντίθετες στο σύστημα δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν οι συστημικοί κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι. Τα παιδιά του παλιού συστήματος.

Δεν θέλουν ούτε πρόκειται να κάνουν την υπέρβαση, όσο επιζούν εις βάρος των άλλων, όσο οι «άλλοι» συνεχίζουν να τους επιλέγουν στις δημοσκοπήσεις έστω και με ψαλιδισμένα ποσοστά. Και, κυρίως, δεν πρόκειται να δεχτούν οποιαδήποτε αλλαγή όσο ελέγχουν τα κόμματά τους και οι «μεταρρυθμιστές» αποτελούν ισχνές μειοψηφίες μέσα σε αυτά: στη ΝΔ, στον ΣΥΡΙΖΑ, στο ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ, στη Δράση και τη Δημιουργία Ξανά. Όσο οι μηχανισμοί των κομματικών ελιτ ελέγχουν τα πράγματα και οι προσωπικές ατζέντες των ηγεσιών εξοντώνουν κινήσεις προς ένα μεγάλο ριζοσπαστικό μεταρρυθμιστικό κίνημα απαραίτητο για να έχει αύριο αυτός ο τόπος.

Μέχρι στιγμής οι μεταρρυθμιστές έχουν χάσει όλες τις μάχες. Επαφίενται στη μεγάλη μητέρα, Ευρωπαϊκή Ένωση, και την αμφίβολη απόφασή της να ενοποιηθεί πραγματικά και να σαρώσει έτσι τις τοπικές βαρονείες, όπως η ένταξη σε αυτή σάρωνε τους συνοριακούς και στρατιωτικούς ανταγωνισμούς στην ήπειρό μας. Ο χρόνος, όμως, δεν επαρκεί.

Ίσως η εξέγερση των παρίων της πολιτικής, η πρωτοβουλία ούτε «από τα πάνω» ούτε «από τα κάτω», αλλά των μεσαίων και καταρτισμένων στελεχών κάθε οιονεί μεταρρυθμιστικού χώρου και η συνεργασία τους σε ένα μη ιδεολογικό, ενωτικό ομοσπονδιακό σχήμα Μεταρρύθμισης και Ανοικοδόμησης της χώρας να έχει κάποιες ελπίδες.

Πριν τη σιωπή και τη μετανάστευση, συμβολικά και πραγματικά σε χώρους και χώρες κανονικών ανθρώπων. Αφού αυτή είναι η πραγματική πραγματικότητα...