Πολιτικη & Οικονομια

Αρκεί ένα αντιρατσιστικό νομοσχέδιο;

Δημήτρης Σκάλκος
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η ενίσχυση του νομικού οπλοστασίου της δημοκρατίας απέναντι στην απειλή που ορθώνει το αιματοβαμμένο χέρι του ρατσισμού είναι επιβεβλημένη. Τόσο σε συμβολικό επίπεδο, με την επαναβεβαίωση του δημοκρατικού χαρακτήρα της πολιτείας μας, όσο και με την αναγκαία προσαρμογή των υφιστάμενων νομικών κανόνων στη νέα πραγματικότητα. Κάθε άλλη αντιμετώπιση που αδυνατεί να αντιληφθεί ότι η πολιτική οφείλει να προσαρμόζεται στις ιστορικές συνθήκες, έστω και άθελά της ρίχνει νερό στο μύλο του ρατσιστικού εξτρεμισμού. Ωστόσο, η θεσμική ρύθμιση του ζητήματος σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί επαρκή πρόβλεψη για την αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτού του αποκρουστικού φαινομένου. Ένα πλήθος παραγόντων συντελούν στην ενίσχυσή του και ανάμεσά τους οι οικονομικές συνθήκες, κάτι που παραδόξως δεν έχει απασχολήσει όσο θα έπρεπε.

Σε αυτή την κατεύθυνση, οι πολιτικοί οικονομολόγοι Hans Peter Gruner και Markus Bruckner μελέτησαν τα εμπειρικά δεδομένα της ακραίας ψήφου δεκαέξι κρατών-μελών του ΟΟΣΑ την περίοδο 1970-2002 αναδεικνύοντας την αρνητική συσχέτιση της οικονομικής ανάπτυξης με την υποστήριξη εξτρεμιστικών πολιτικών κομμάτων (“Economic Growth and the Rise of Political Extremism: Theory and Evidence”, CEPR discussion paper, 2010). Ειδικότερα, κατέδειξαν ότι μία ποσοστιαία μείωση 1% του ΑΕΠ συνδέεται με αντίστοιχη αύξηση 1% της ψήφου κυρίως σε ακροδεξιά κόμματα, με την απουσία προοπτικών ανάκαμψης να επηρεάζει τη συνάρτηση. Σε λίγο παλαιότερη μελέτη τους, οι Armin Falk, Andreas Kuhn και Josef Zweimoller, εξετάζοντας τα διαθέσιμα στοιχεία στις πρώην Ανατολική και Δυτική Γερμανία, συνέδεσαν την ακροδεξιά βία με τα υψηλά ποσοστά της ανεργίας (“Unemployment and Right-wing Extremist Crime”, CEPR discussion paper, 2009).

Στην Ελλάδα της κρίσης όπου η οικονομία συρρικνώνεται σε πρωτοφανή μεγέθη (τρίτη μεγαλύτερη μείωση του ΑΕΠ από τις αρχές του εικοστού αιώνα) και η ανεργία καταστρέφει ολόκληρες κοινωνικές ομάδες, στην Ελλάδα όπου το σύστημα κοινωνικής προστασίας είναι αναποτελεσματικό, η κοινωνική κινητικότητα ανύπαρκτη και οι οικονομικές ανισότητες διευρύνονται, θεωρούμε ότι οι κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες της μακρόχρονης ύφεσης πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ειδικής αντιμετώπισης. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι επιτακτική ανάγκη να ανακατανείμουμε τα βάρη της οικονομικής προσαρμογής, να αναπτύξουμε ένα λειτουργικό «δίχτυ ασφαλείας» για την προστασία των ασθενέστερων μελών της κοινωνίας μας, καθώς και να δώσουμε προτεραιότητα σε εκείνες τις μεταρρυθμίσεις που θα κάνουν απτά και αντιληπτά τα οφέλη σε ευρείες ομάδες του πληθυσμού.

Είναι λοιπόν ζήτημα αποφασιστικής σημασίας να αντιληφθούμε ότι, στην προσπάθεια της (αναγκαίας) δημοσιονομικής προσαρμογής, δεν πρέπει να αδιαφορήσουμε για την κοινωνική διάσταση των ακολουθούμενων οικονομικών πολιτικών. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να ανταλλάξουμε την επιθυμητή βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών με την ποιότητα της δημοκρατίας μας και τις πολιτικές μας ελευθερίες. Και τούτο σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μία πολιτικά αποδεκτή, κοινωνικά λειτουργική, αλλά ούτε και οικονομικά βιώσιμη ανταλλαγή για τη χώρα μας.