Πολιτικη & Οικονομια

ΠΑΣΟΚ: Σημίτης ή Κατσιφάρας;

Βαγγέλης Αγγελής
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αναλύσεις επί αναλύσεων διαβάζουμε τελευταία για την πτώση του φαινομένου ΠΑ.ΣΟ.Κ. Πολλές αναφέρονται στη συγκυρία που έφερε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην εξουσία τη στιγμή που ξέσπασε η κρίση. Κάποιες άλλες προσωποποιούν τα αίτια, δείχνοντας τον Παπανδρέου ή το Βενιζέλο.

Δεν φταίει όμως μόνο ο καημένος ο Γιώργος, ούτε ο άτυχος ο Βαγγέλης. Ή μήπως φταίνε αυτοί και για το γεγονός ότι, όπως μέτρησα και από τη σελίδα της Wikipedia για το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, μόνο σε 6 από τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ κυβερνούν ηγέτες που ανήκουν σε σοσιαλδημοκρατικά κόμματα;

Φαίνεται πως πρέπει να αναζητηθούν ευρύτερες αιτίες στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής, εκτός από τις τοπικές και τις επιμέρους. Ίσως και η πρόσφατη κρίση στους κόλπους της Σοσιαλιστικής Διεθνούς να αντανακλά αυτές τις αιτίες.

Πριν από 35 περίπου χρόνια, η κραταιά ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία άρχισε να υποχωρεί. Ένας σημαντικός δεσμός που τη συνέδεε με τις κοινωνίες, δηλαδή το Κράτος Πρόνοιας, δεν μπορούσε πια να στηριχθεί εύκολα από τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Η παγκοσμιοποιημένη οικονομία έκανε όλο και ευκολότερη τη δυνατότητα των μεγάλων επιχειρήσεων να αποφεύγουν τη φορολόγηση, η οποία χρηματοδοτούσε το κοινωνικό κράτος. Κάποια σοσιαλδημοκρατικά κόμματα λοιπόν, κυρίως αυτά του ευρωπαϊκού βορρά, άλλαξαν ρότα. Μίλησαν για την ανάγκη μείωσης του κράτους πρόνοιας και ταυτόχρονα στράφηκαν στο χρηματιστικό κεφάλαιο και στον τραπεζικό τομέα, για να βρουν πόρους που θα χρηματοδοτούσαν τις εναπομείνασες κοινωνικές παροχές. Κατά άλλους, πουλήθηκαν στους τραπεζίτες.

Άλλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που δεν ήταν ποτέ στην πρωτοπορία του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος (η Ελλάδα για παράδειγμα, δεν είχε στην ουσία σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ως τη δεκαετία του ’80), προσπάθησαν να ακολουθήσουν. Τα αδερφά κόμματα του νότου (συμπεριλαμβανομένου και του σημιτικού ΠΑΣΟΚ) προσπάθησαν να αναπτύξουν τους χρηματοπιστωτικούς τομείς των χωρών τους και να τους χρησιμοποιήσουν με αμφιλεγόμενους τρόπους. Επέβαλλαν ας πούμε τη χρηματοδότηση των ασφαλιστικών ταμείων και του κράτους πρόνοιας με χρηματιστικά προϊόντα, με παράγωγα, με ομόλογα κτλ.

Στις βόρειες χώρες το μοντέλο αυτό καρποφόρησε εν μέρει, στις νότιες καθόλου. Τα κράτη του βορρά απώλεσαν μεν σημαντικό μέρος του κοινωνικού τους κράτους, αλλά δεν δέχθηκαν συντριπτικά πλήγματα στην οικονομία τους και στην κοινωνική τους συνοχή, όπως οι χώρες του νότου. Γιατί;

Καταρχάς, οι χώρες του βορρά είχαν ένα παρελθόν χρηματοπιστωτικής οικονομικής παράδοσης. Υπήρχε ένας ολόκληρος τομέας της οικονομίας ανεπτυγμένος, με ανάλογες βάσεις: παλιές ιερόδουλες σε κάτι τέτοια. Όμως, στην Ελλάδα ειδικά, δεν υπήρχαν τέτοιες βάσεις, κι ας νόμισε το 1999 η κυρα-Βασιλική του Μήτσου ότι έγινε ειδήμων στις μετοχές τις προνομιούχες, ενώ ως το 1998 μπέρδευε το χρηματιστήριο με το καθαριστήριο. Άλλο City όμως, άλλο Σοφοκλέους. Τα οικονομικά μας στελέχη, οι ηγεσίες των ταμείων και οι επιχειρηματίες ήταν ανεπαρκείς για αυτό το βήμα, ενώ το οικονομικό υπόβαθρο της χώρας εν γένει δεν ήταν συμβατό με τη συγκεκριμένη μορφή οικονομικής δραστηριότητας: η οικονομία μας πήγε να μετατραπεί σε χρηματιστική, χωρίς καν να έχει περάσει από κάποια φάση ιδιαίτερα παραγωγική, ενώ σε πολλά σημεία μόλις που είχε ξεπεράσει το στάδιο της αγροτικής.

Ταυτόχρονα, τα περισσότερα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα του νότου επέλεξαν να στηρίξουν υπέρμετρα το κοινωνικό τους κράτος στο δανεισμό, παράλληλα με το άνοιγμα στα έσοδα από χρηματιστικά προϊόντα. Έτσι, η φούσκα έγινε ακόμα μεγαλύτερη.

Αρνητικό ρόλο έπαιξε και η διαφθορά, η οποία, μολονότι συναντάται σε όλη την Ευρώπη όπως φαίνεται τελευταία, είναι πιο συνηθισμένη στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, για λόγους που έχουν να κάνουν με την ιστορική τους εξέλιξη. Η διαφθορά είχε ως αποτέλεσμα, όχι μόνο τη μείωση των χρημάτων που κανονικά θα πήγαιναν σε κοινωνικές παροχές, αλλά και το μοίρασμά τους με βάση διαβλητά κριτήρια και πελατειακές σχέσεις.

Την ίδια ώρα που αυτά γίνονταν στο νότο, κάποια σοσιαλδημοκρατικά κόμματα του βορρά προσπάθησαν να σταθεροποιήσουν το κόστος εργασίας (ας μην ξεχνάμε ότι στη Γερμανία η προσπάθεια ξεκίνησε από τον Σρέντερ και όχι από τη Μέρκελ) και επένδυσαν στη γνώση, στην καινοτομία και στον εξαγωγικό προσανατολισμό των οικονομιών τους. Το ίδιο όμως μπορούσαν να κάνουν εξίσου καλά και τα κεντροδεξιά κόμματα, χωρίς να έχουν τάξει σε κανέναν τις κοινωνικές παροχές των σοσιαλδημοκρατών. Μετά από αλλεπάλληλες φούσκες και διαψευσμένες προσδοκίες, ο λόγος περί νοικοκυροσύνης και συμμαζέματος έμοιαζε πλέον πιο θελκτικός από τις μεγαλόστομες φανφάρες περί «Τρίτου Δρόμου» κτλ. Όλα αυτά ίσως να εξηγούν γιατί η μισητή σε εμάς Μέρκελ, της οποίας πολλές επιλογές πληρώνουμε, ψηφίζεται σταθερά από τους συμπατριώτες της.

Φυσικά, τα πράγματα δεν ήταν παντού τόσο ξεκάθαρα, αφού οι επιτυχίες και ο επικοινωνιακός λόγος των σοσιαλδημοκρατών παρέσυραν και πολλά κεντροδεξιά κόμματα σε ανάλογες πολιτικές, με αποτέλεσμα να πληρώσουν και αυτά τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Η θητεία του Καραμανλή του νεότερου για παράδειγμα, δεν διέφερε και πολύ από αυτό το μοντέλο-φούσκα. Σε γενικές γραμμές όμως, η πορεία των πραγμάτων ήταν αυτή. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κεντροαριστερά πρέπει να αναζητήσει την απαραίτητη, για την ίδια και για την κοινωνία, ανάκαμψή της.

Αλλά εδώ προκύπτει το ερώτημα: ποιος κερδίζει από την παρακμή της σοσιαλδημοκρατίας; Τα κεντροδεξιά κόμματα, σίγουρα. Θα μπορούσαν όμως να εξαργυρώσουν ακόμα περισσότερα κέρδη. Αυτό δεν συμβαίνει για δύο κυρίως λόγους. Ο πρώτος αναφέρθηκε ήδη: πολλά συντηρητικά κόμματα δεν ακολούθησαν και πολύ διαφορετική πολιτική από τους σοσιαλδημοκράτες και χρεώθηκαν επίσης τη φούσκα. Έγιναν έτσι μέρος του failure story και ενός αποτυχημένου πολιτικού «συστήματος». Ο δεύτερος λόγος είναι ότι έχουν αναδυθεί έντονα πολιτισμικοί παράγοντες που καθορίζουν τις επιλογές μας. Εδώ, το μεγαλύτερο μερίδιο του κέρδους πάει στη Χρυσή Αυγή και στην ευρωπαϊκή ακροδεξιά και όχι στους μετριοπαθείς συντηρητικούς.

Κατά περιόδους, η πορεία προς φιλελεύθερες επιλογές ή απλώς η επικράτηση κάποιων φαινομένων που ενδημούν στο σύγχρονο κόσμο, γεννούν αντιδράσεις. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που αισθάνονται να χάνουν τον κόσμο κάτω από τα πόδια τους βλέποντας τη μαζική παρουσία των μεταναστών στις παλιές τους γειτονιές, ακούγοντας για γάμους ομοφυλοφίλων ή για τρομοκρατικές επιθέσεις και βιώνοντας τις συνεχείς εναλλαγές της τεχνολογικής καινοτομίας. Ο κόσμος μας δε φαντάζει πια τόσο ωραίος, τόσο κατανοητός ή τόσο ασφαλής όσο θα τον θέλαμε. Η Χρυσή Αυγή βέβαια (και όχι η κεντροαριστερά) είναι αυτή που παίζει στο δικό της γήπεδο όταν προκύπτουν τέτοια θέματα και υπόσχεται δυναμικές και άμεσες «λύσεις» που μπορούν, πριν τελειώσουν όλα, να κάνουν τον κόσμο μας όμορφο και πάλι.

Την ίδια στιγμή, η πολιτισμική ηγεμονία της αριστεράς μοιάζει να χάνεται και η ακροδεξιά θέλει να γεμίσει το κενό. Ειδικά στην Ελλάδα, την ευθύνη για την απώλεια της πολιτισμικής της επιρροής την κουβαλά η ίδια η αριστερά. Ένα μέρος της απαξίωσε τον ριζοσπαστισμό που τη διέκρινε, υποβιβάζοντάς τον σε lifestyle ή σε ένα ξύλινο λόγο χωρίς νόημα. Ένα άλλο κομμάτι της, και συγκεκριμένα εκείνο που διεκδίκησε για τον εαυτό του την επωνυμία της Σοσιαλδημοκρατικής παράταξης, ήταν αυτό που στη δεκαετία του ’80 αντικατέστησε τον Μάνο Χατζιδάκη με τη Ρίτα Σακελλαρίου, που ξεκίνησε με τη Μελίνα για να καταλήξει στη Μιμή. Ο σταδιακός εξευγενισμός του κόμματος αργότερα, δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Κατά βάθος, η περσόνα του Κατσιφάρα στάθηκε πιο δυνατή από εκείνη του Σημίτη.