Πολιτικη & Οικονομια

Πρόσβαση σε αξιοπρεπή στέγη για όλους

Ρόδη Κράτσα
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η κρίση ανέδειξε και μεγέθυνε τα προβλήματα, τις αδυναμίες μας και τις επιπτώσεις τους στον κοινωνικό ιστό. Η υποβάθμιση των συνθηκών διαβίωσης, οι δυσκολίες για την πρόσβαση και τη διατήρηση της στέγης αναδεικνύονται σε βασικό κοινωνικό πρόβλημα και πρόκληση για την πολιτική μας σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Την τελευταία πενταετία τα φαινόμενα αυτά γίνονται ολοένα και πιο αισθητά σε τουλάχιστον 15 κράτη-μέλη της Ε.Ε. μεταξύ των οποίων βρίσκεται και η χώρα μας, όπως τα ζούμε καθημερινά ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα.

Παρότι τα κριτήρια και οι εθνικές στατιστικές είναι ανομοιογενείς στον τομέα αυτό, οι άστεγοι στις χώρες της Ε.Ε. αυξήθηκαν στα τέσσερα εκατομμύρια και παράλληλα δημιουργήθηκαν νέες πληθυσμιακές ομάδες που χρίζουν άμεσης στήριξης για την πρόσβαση σε στέγη: οι νέοι και τα νοικοκυριά της μεσαίας τάξης που μαστίζονται από την ανεργία, την ανασφάλεια αλλά και την προσωρινή απασχόληση χωρίς ιδιόκτητη κατοικία, οι οποίοι αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις του ενοικίου και της υποθήκης στεγαστικού δανείου με αποτέλεσμα εξώσεις και προσωπικά δράματα. Στη χώρα μας παρά την έλλειψη επακριβών δεδομένων, ο αριθμός αστέγων συμπολιτών μας πιθανόν ανέρχεται σε 20.000, ενώ η εμφάνιση του φαινομένου γίνεται πλέον αντιληπτή και στις μικρότερες ελληνικές πόλεις. Η αλληλεγγύη των κοινωνικών φορέων για την αντιμετώπιση των άμεσων αναγκών δεν λύνει τα προβλήματα.

Είναι ξεκάθαρο πως η κρίσιμη και πολύπλοκη οικονομική και κοινωνική συγκυρία διαμορφώνει νέες συνθήκες και δεδομένα, αναδεικνύει νέες προκλήσεις για την αποτελεσματική προσέγγιση του προβλήματος της στέγης.

Το ζήτημα αυτό αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της στρατηγικής Ευρώπη 2020 για βιώσιμη ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή και αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την αντιμετώπιση της κρίσης αλλά και τον προγραμματισμό της μετά-κρίση εποχής. Ωστόσο, ο καθορισμός των πολιτικών στέγασης είναι αρμοδιότητα των κρατών-μελών με αποτέλεσμα να μην υφίσταται στην Ε.Ε. ένας κοινός ορισμός και ένα σαφές ευρωπαϊκό πλαίσιο παρεμβάσεων. Για τον λόγο αυτό άλλωστε, στην ευρωπαϊκή επικράτεια υφίσταται μεγάλη ανομοιογένεια στις σχετικές πολιτικές. Η αξιοποίηση βέλτιστων πρακτικών μεταξύ εθνικών εμπειριών είναι οπωσδήποτε σημαντική αλλά δεν αρκεί. Με συνεχείς παρεμβάσεις μου υποστηρίζω ότι μέσω των Διαρθρωτικών Ταμείων της Ε.Ε. πρέπει να υποστηριχθούν οι χρηματοδοτήσεις δράσεων και πρωτοβουλιών στα κράτη-μέλη για τη σύγχρονη κοινωνική στέγαση μέσα στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου.

Σήμερα, σε ορισμένες χώρες της Ε.Ε. η κοινωνική στέγη είναι αντικείμενο της τοπικής αυτοδιοίκησης, ενώ σε άλλες της κεντρικής κυβέρνησης ή παράλληλα και των δύο επιπέδων. Ενδεικτικά, σε χώρες όπως η Σουηδία και η Αυστρία το μέγεθος των “επαρκών κοινωνικών κατοικιών” είναι 21% και 14% αντίστοιχα του συνόλου των κατοικιών. Στη Γαλλία, οι τοπικές αρχές περιοχών με περισσότερους από 3.500 κατοίκους υποχρεούνται να προσφέρουν κατ’ελάχιστο ποσοστό 20% κοινωνικές κατοικίες στο σύνολο των αναγκών. Στη χώρα μας η επικείμενη επανεργοποίηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, ως μοναδικού φορέα υλοποίησης προγραμμάτων κοινωνικής στέγασης και η συνένωση του με τον Ο.Α.Ε.Δ. θα πρέπει να λειτουργήσει συμπληρωματικά με άλλα μέσα στοχευμένα στην κάλυψη των αυξημένων και ποικίλων αναγκών, με δεδομένο ότι το 31% του πληθυσμού βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού. Για το λόγο αυτό, η χώρα μας θα πρέπει να προετοιμαστεί επαρκώς στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών στρατηγικών και πόρων, να προωθήσει ένα σύγχρονο μοντέλο πολιτικής για τη στέγαση προκρίνοντας συνέργειες του δημόσιου τομέα με τον ιδιωτικό, χωρίς βέβαια να θίγονται οι όροι του ανταγωνισμού σε μία αγορά όπως η κατοικία, καθορίζοντας τα εργαλεία μόχλευσης αυτών των πόρων και της αποτελεσματικής διάθεσης τους. Η κατασκευή νέων χώρων διαμονής προσαρμοσμένων στις ανάγκες που συνεπάγεται η αστικοποίηση αλλά και η διογκούμενη δημογραφική γήρανση, οι προσιτές τιμές, η αξιοποίηση δημοτικών εκτάσεων, η αναβάθμιση της χρήσης και χρηστικότητας των υφιστάμενων υποδομών στέγασης, η μετατροπή εγκατελελειμμένων κτιρίων σε προσβάσιμες κατοικίες, πρέπει να αποτελούν καλά μελετημένους στόχους συνδιαζόμενους με την ενεργειακή αναβάθμιση.

Από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό της περιόδου 2007-2013 8 δις ευρώ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (Ε.Τ.Π.Α.) είναι διαθέσιμα για την ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών, εκ των οποίων 495 εκατομμύρια ευρώ προβλέπονται για τη χώρα μας. Οι γαλλικές περιφέρειες με 320 εκ. ευρώ ευρωπαϊκών πόρων που επένδυσαν στην ενεργειακή αναβάθμιση προκάλεσαν επενδύσεις 2,2 δις ευρώ, 15.000 τοπικές θέσεις απασχόλησης και οικονομικά οφέλη 98 ευρώ μηνιαίως για κάθε νοικοκυριό. Στην επόμενη προγραμματική περίοδο 2014-2020 θα μπορούν να αξιοποιηθούν πόροι από τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. για την κοινωνική στέγαση στο πλαίσιο μίας ολοκληρωμένης αστικής παρέμβασης. Εξ’άλλου, σήμερα, οι προκλήσεις είναι σύνθετες καθώς το στοίχημα δεν είναι απλά η στέγαση ανθρώπων αλλά η εξασφάλιση όλων εκείνων των συνθηκών που χαρακτηρίζουν την αξιοπρεπή κατοικία και διαβίωση χωρίς στιγματισμένες γειτονιές και με προσβασιμότητα όλων των πολιτών στις υπηρεσίες της πόλης. Η αειφορία και η ευεξία είναι άμεσα συνδεδεμένες με την επάρκεια και την ποιότητα της στέγασης. Και αυτό αφορά στην Αθήνα και τις άλλες πόλεις μας.

Είναι μία υπόθεση πολιτισμού, μία υπόθεση αξιοπιστίας της πολιτικής.


*Η Ρόδη Κράτσα είναι Ευρωβουλευτής της Ν.Δ., αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου 2007-20012