Λεωνίδας Καστανάς
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

H Ελλάδα είναι από καιρό στα δύσκολα και θα αργήσει να βγει. Αυτή το επέλεξε. Τη σημερινή δυσκολία την έχτισε πέτρα την πέτρα εδώ και σαράντα χρόνια. Τώρα απολαμβάνει τα αποτελέσματα της στενής παραγωγικής βάσης, του εθισμού στην κατανάλωση, του παθογόνου κράτους. Τώρα πια οι φωνές, οι απεργίες, οι εκκλήσεις δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα. Οι διαμαρτυρόμενες, δικαίως ή αδίκως, κοινωνικές ομάδες παρελαύνουν σχεδόν εθιμικά και αποσύρονται στη δυσκολία τους. Το μάτι των ανέργων είναι πέτρινη γροθιά.

Μας αρέσει να χρεώνουμε τα λάθη στα δυο κόμματα που μας κυβέρνησαν. Στον Αντρέα, στο Σημίτη, στον Κώστα Καραμανλή. Καμιά όμως επιλογή πορείας ενός έθνους δεν περπατάει αν δεν τη θέλει, δεν την ασπάζεται η κοινωνία του.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 η κοινωνία είχε δείξει τις προθέσεις της. Ήταν τότε που τα πανεπιστήμια της Ελλάδας και της Ιταλίας γέμιζαν από τα τέκνα των εργατών και των αγροτών που ήλπιζαν σε μια καλύτερη τύχη. Ήταν τότε που η αστυφιλία και η αντιπαροχή σάρωναν. Κανείς αγρότης ή εργάτης δεν ήθελε να δει το παιδί του στο χωράφι ή στη φάμπρικα. Μόνο στην πόλη και επιστήμονα.

Το ’πιασε αυτό ο Αντρέας, μίλησε για μη προνομιούχους και αυτοί που έπρεπε το κατάλαβαν. Έκλεισε τα εργοστάσια και άνοιξε πανεπιστήμια. Έσπρωξε το χρήμα των επιδοτήσεων στους επιτήδειους και τους άφησε να το κάνουν πτυχία, σπίτια και καταναλωτικά προϊόντα, όχι καλλιέργειες και βιομηχανίες. Δυσκολεύονταν τα παιδιά να βγάλουν τη σχολή; Κατέβαζε το επίπεδο σπουδών στα πανεπιστήμια. Είχαν υπαρξιακές ανησυχίες τα παιδιά; Τα άφηνε να τα σπάνε για να εκτονώνονται. Τελείωναν τα παιδιά και ζητούσαν δουλειά; Τους άνοιγε το κράτος, δημιουργούσε οργανισμούς, ειδικότητες, νέα σχολεία, μεγέθυνε τον τριτογενή τομέα για να τα καλύπτει.

Επάγγελμα, τι επάγγελμα, παροχή υπηρεσιών. Ο ένας πουλούσε στον άλλο υπηρεσίες, συχνά άχρηστες για να κυκλοφορεί το χρήμα, να βράζει η χώρα στο ζουμί της. Κανείς δεν ήθελε να αξιοποιήσει τις γνώσεις του σε μια βιομηχανία, κανείς δεν ήθελε να φτιάξει κάτι και να βγει στην παγκόσμια αγορά να το πουλήσει, τότε που ακόμα οι Κινέζοι ζούσαν έξω από τον κόσμο. Η αγροτική παραγωγή έφθινε σα μηδενική ακολουθία, η χώρα έχανε το βιομηχανικό δυναμικό της, η φορολογητέα ύλη εξαφανίζονταν. Ο δανεισμός ήταν η μόνη λύση.

Η γιγάντωση του κράτους γέννησε τη διαφθορά, τις πελατειακές σχέσεις, την κομματοκρατία, τη φαυλότητα. Αγύρτες πολιτικοί έπαιρναν τα βοσκόπουλα από τα μαντριά τα κατέβαζαν στην πόλη να βγάλουν ένα ΤΕΛ και τα φύτευαν στις κρατικές υπηρεσίες να γίνουν πρασινοφρουροί και παραχαράκτες του δημόσιου συμφέροντος.

Οι επίγονοι του Αντρέα ακολούθησαν την ίδια πονηρή συνταγή, τη συνταγή που ήθελε ο κόσμος. Οι κυβερνήσεις του 45% ήταν αποτέλεσμα της δίψας για περισσότερο κράτος, για περισσότερα προνόμια και προσόδους. Οι έννοιες της επιχειρηματικότητας και του έντιμου κέρδους δαιμονοποιήθηκαν. Με την είσοδο στο Ευρώ, το φθηνό δανεικό χρήμα, τα κοινοτικά πακέτα και η πτώση των τιμών των εισαγόμενων προϊόντων οδήγησαν σε καταναλωτικό παροξυσμό. Η Ελλάδα μπορούσε επιτέλους να καταναλώνει περισσότερο από αυτό που παρήγαγε, κανένας δεν ασχολιόταν με τα ελλείμματα. Είχαμε περάσει σε ένα παράλληλο σύμπαν στο οποίο οι θερμοδυναμικοί νόμοι, οι νόμοι της οικονομίας της φύσης δεν είχαν ισχύ.

Πίσω από τα νέφη αυτού του παροξυσμού οι πονηροί, οι κομπραδόροι, οι κομματοθρεμμένοι «επιχειρηματίες» αγόραζαν και πουλούσαν στο κράτος όπλα, κομπιούτερ, νοσοκομεία, αναλώσιμα, όλα σε τιμές δέκα φορές πάνω δίνοντας ταυτόχρονα στους κατάλληλους διαχειριστές τη νόμιμη μοίρα. Η κοινωνία χειροκροτούσε, αγωνιώντας μόνο μήπως και χάσει το επόμενο πλιάτσικο.

Η Αριστερά ανίκανη μέσα στην ιδεοληψία της βοηθούσε να κλείσει μια ακόμα παραγωγική επιχείρηση, γιατί νόμος ήταν το δίκιο του εργάτη. Και το δίκιο του εργάτη ήταν να γίνει δημόσιος υπάλληλος. «Ξέχασε» τη βασική μαρξιστική ιδέα, περί ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Οι κομματικές νομενκλατούρες δεν ήξεραν τι ήταν το ένσημο. Νόμιζαν ότι παραγωγικές δυνάμεις ήταν μόνο οι υπάλληλοι των ΔΕΚΟ, οι δάσκαλοι, οι εργαζόμενοι στις ΜΚΟ και οι πολεοδόμοι. Λιγότερη δουλειά στους άχρηστους κρατικούς οργανισμούς και περισσότερα επιδόματα. Αυτή ήταν η εργατική τους πολιτική.

Αλλά ακόμα και αν η χώρα έκανε την επιλογή να ασχοληθεί μόνο με τον τριτογενή τομέα, μπορούσε να το κάνει καλύτερα. Αφού ήθελε πολλά πανεπιστήμια, ας έφτιαχνε και μερικά άριστα και ξενόγλωσσα ώστε να προσελκύει τους λαούς της Ανατολής και τα πετροδολάριά τους. Ας άνοιγε την αγορά της γνώσης ώστε να μη χάνεται δικό της χρήμα στην Βουλγαρία, και τη Ρουμανία με αμφίβολα αποτελέσματα. Αν ήθελε να βγάζει χιλιάδες γιατρούς ας έστηνε μια φάμπρικα ιατρικού τουρισμού στον τόπο με το καλύτερο κλίμα του κόσμου. Ας φρόντιζε να πουλάει ακριβά τον ήλιο και τη θάλασσα, χωρίς να καταστρέφει το φυσικό της περιβάλλον. Αν ήθελε μεγάλες πόλεις, ας φρόντιζε να φτιάξει κανόνες και βιώσιμα οικιστικά προγράμματα και όχι πολεοδομικά εκτρώματα.

Αλλά οι κανόνες και ο ορθολογισμός απαιτούσαν πειθαρχία, ευνομία και συνεργασία και κανείς δεν ήθελε κεχαγιά στα επιδόματά του. Η αριστεία στα πανεπιστήμια απαιτούσε άριστους δασκάλους και φοιτητές, η ορθολογική δημόσια υγεία απαιτούσε αφοσίωση στο καθήκον, το βιώσιμο περιβάλλον απαιτούσε οικολογική κουλτούρα. Αλλά η Ελλάδα ήθελε «Πάριο και Αλεξίου, Ρίτσο σε νταμάρια, κουλτούρα καφενείου». Και οι πολιτικοί της ταγοί, σάρκα εκ της σαρκός της, παρείχαν την κουλτούρα αυτή απλόχερα με δανεικά που θεωρούσαν αγύριστα.

Ο κρατισμός εξυπηρετούσε την προσοδοθηρία και αυτή με τη σειρά της γεννούσε την κοινωνική αναλγησία, τον ατομικισμό, τον αφόρητο κομφορμισμό. Η κοινωνική συνοχή ήταν μια φενάκη που καλυπτόταν πίσω από την κατανάλωση με δανεικά. Η χώρα ήταν βαθιά και πολλαπλά διαιρεμένη σε οικογένειες, χωριά, Άνω και Κάτω Παναγιά, ΕΣΣΟ και ΑΣΜ, συνοικίες, συμμορίες, σωματεία, συμμαθητές, συμπολεμιστές, συναδέλφους, συντεχνίες και κυρίως σε συντρόφους, οπαδούς κομμάτων σε μια αέναη πάλη μεταξύ τους. Όλοι εναντίον όλων με έπαθλο το επίδομα, την αργομισθία, τη μπίσνα, την αρπαχτή, το κύπελλο. Αντιθέτως, έννοιες όπως συναίνεση, διαπραγμάτευση, συμβιβασμός, συνεργασία ήταν και είναι συνώνυμα της προδοσίας.

Μέσα σε κάθε ψηφίδα αυτού του απίθανου μωσαϊκού υπήρχε μια βαθύτερη διαίρεση, αυτή των insiders και outsiders. Σε κάθε υποσύνολο υπήρχαν οι εντός και οι εκτός, αυτοί που νέμονταν τη μικροεξουσία και τα υποζύγια, οι βαστάζοι, οι αφισοκολλητές που ονειρεύονταν να περάσουν από την «απέξω» στην «απομέσα». Οι insiders είχαν την πρόσβαση παντού, είχαν τη φωνή, είχαν την συνδρομή του κράτους και των κομμάτων, ήταν το κοινωνικό πρότυπο, το παράδειγμα.

Τα όνειρα του εργάτη και του αγρότη της δεκαετίας του ’70 είχαν δικαιωθεί. Η Ελλάδα δεν παρήγαγε πια ούτε πατάτες, ούτε καρφίτσες, όλοι είχαν γίνει αρχιτέκτονες και συνάδελφοι.

Αυτός ο τρόπος «ανάπτυξης» και κοινωνικής οργάνωσης μόνο φούσκες μπορούσε να γεννήσει. Φούσκα στις κατασκευές για να δικαιωθεί το όνειρο του μικροαστού για γκαράζ και γρασίδι, φούσκα στην εκπαίδευση για να αποκτήσουν όλα τα παιδιά τα τυπικά (μόνο) προσόντα για μια θέση στο δημόσιο, φούσκα στην οικονομία, με μισθούς που δεν μπορούσε να σηκώσει η παραγωγική βάση της χώρας.

Το πολιτικό σύστημα προσανατολίστηκε στην ίδια κατεύθυνση. Σήμερα μιλάμε για την έλλειψη κουλτούρας συνεργασίας μεταξύ των κομμάτων. Μα ποιος ήταν τόσο βλάκας ώστε να θέλει να συνεργαστεί με τον άλλον; Και γιατί; Μήπως για να αποκτήσει η χώρα ένα αναπτυξιακό σχέδιο; Και τι να το κάνει; Ποιος ήθελε να παράγει πράγματα; Όλη η σπουδή ήταν ποιος θα πλειοδοτήσει σε παροχές, ποιος θα δελεάσει τους πελάτες, ποιος θα υποστηρίξει το πιο παράλογο αίτημα, ώστε να ανέβει επάνω και να πάρει την κουτάλα στην κατοχή του. Να μοιράσει το δανεικό χρήμα. Όλο αυτό το κρατικό μόρφωμα κατασκευάστηκε ως απάντηση στα κοινωνικά αιτήματα. Φτιάχτηκε έτσι ώστε να μην εξυπηρετεί κανέναν παρά μόνο τους εργαζόμενους σε αυτό και τους πολιτικούς διαχειριστές του. Την επομένη κάθε εκλογής οι νικητές αναλάμβαναν να το επεκτείνουν ώστε να μπορεί να ικανοποιεί νέα εκλεκτή πελατεία που θα αναπαρήγαγε την εξουσίας τους.

Στη χώρα της διαίρεσης λατρεύτηκε ό,τι το σοσιαλιστικό και μισήθηκε ό,τι το φιλελεύθερο. Το πρώτο παρέπεμπε στο κράτος διανεμητή, το δεύτερο στον υγιή ανταγωνισμό, την καινοτομία, την επιχειρηματικότητα. Στην Ελλάδα αυτά είναι αντίθετα.

Και μετά ήρθαν οι μέλισσες.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση άλλαξε τα κόζια, οι δανειστές ζητούσαν τα λεφτά τους, η Ευρώπη έβαλε έστω και καθυστερημένα όρους για να μην αφήσει τη χώρα να χρεοκοπήσει ανοικτά. Η Ελλάδα σήμερα ξερνάει αυτά που έφαγε τα τριάντα τελευταία χρόνια και την πείραξαν. Αγανακτεί και φυσικά χρεώνει το χάλι της στους δανειστές που συντηρούσαν τα βίτσια της.

Η Ελλάδα βρίσκει καταφύγιο στη βία για να καλύψει τις πομπές της. Υποκρίνεται ότι αυτός που γιαουρτώνει, καταλαμβάνει, δέρνει και μαχαιρώνει, αυτόματα δικαιώνεται. Η βία συντηρεί τη διαίρεση και την πολλαπλασιάζει. Σκορπίζει το φόβο και αναγκάζει τους άμαχους και τους ελεύθερους κάπου να στρατευθούν, σε κάποιον να προσκολληθούν ώστε να επιβιώσουν. Η βία μάχεται την κοινωνία των ελεύθερων πολιτών, γι αυτό και σύσσωμο το πολιτικό σύστημα την ανέχεται, την εκθειάζει, τη διαχωρίζει σε κακή και καλή, σε δεξιά και αριστερή, σε δική μας και δική τους.

Η Ελλάδα ψηφίζει ΧΑ και ΣΥΡΙΖΑ όχι γιατί πιστεύει στο Ναζισμό ή στον Αριστερισμό αλλά για να τιμωρήσει τους εκλεκτούς της επιβήτορες που σήμερα έχουν αδυναμία να την ικανοποιήσουν. Αφήνει στο σβηστό 1,5 εκατομμύριο ανέργους χωρίς καμιά βοήθεια, αφήνει παιδιά να πεινάνε, αλλά συζητά στα σοβαρά αν πρέπει οι οδηγοί του Μετρό να εξαιρεθούν από το ενιαίο μισθολόγιο και αν οι αγρότες πρέπει να πληρώνουν φόρους. Δεν θέλει αλλαγές στη δημόσια δωρεάν παιδεία, ενώ συμμετέχει σε αυτήν τυπικά και χρυσοπληρώνει την ιδιωτική για να μάθει γράμματα. Δυσφορεί και αγανακτεί για το πλήθος και το είδος των μεταναστών αλλά τους χρησιμοποιεί και τους εκμεταλλεύεται με τον πιο βάρβαρο τρόπο.

Είναι όμως και σιγουρατζού. Θέλει να μείνει στην ΕΕ, αλλά βρίζει και τη Μέρκελ που δεν καταλαβαίνει το πρόβλημα της κυρίας που θα την μετατάξουν και θα χάσει τη βολή της. Ζητάει κεφάλαιο κίνησης από το ανύπαρκτο τραπεζικό σύστημα αλλά έχει και το χρήμα της εκτός αυτού για σιγουριά. Θέλει καλύτερους μισθούς αλλά δεν θέλει και να πληρώνει περισσότερους φόρους. Στηρίζει το Σαμαρά, έχει όμως και τις αμφιβολίες της και θέλει και το νουνεχή Φώτη δίπλα του, να ηρεμεί το παιχνίδι.

Όταν οι αρχαίοι Αθηναίοι πίστεψαν το δημαγωγό Αλκιβιάδη και όχι το συνετό Νικία και αποφάσισαν να κάνουν την εκστρατεία στη Σικελία, έβαλαν αρχηγό της επιχείρησης το Νικία για να είναι σίγουροι. Αυτό βέβαια δεν τους γλίτωσε από την καταστροφή. Κάπως έτσι συμπεριφέρονται και απόγονοί τους. Μόνο που ο σημερινός Αλκιβιάδης δεν πήγε στη Σικελία. Πήγε μια βόλτα στη Νότια και Βόρεια Αμερική. Είδε τι παίζει, κάτι κατάλαβε, ίσως και να φοβήθηκε και αποφάσισε να μαζευτεί. Το αν θα γλιτώσουμε την καταστροφή είναι και δική του υπόθεση. Το ξέρει φαντάζομαι.


*Σημ. A.V.: Λόγω τεχνικού προβλήματος, μέρος του κειμένου δεν εμφανίστηκε στην αρχική δημοσίευση