Πολιτικη & Οικονομια

Την Κυριακή ψηφίζουμε NAI στον Πολιτισμό και όχι στη βαρβαρότητα

Η λύση μπορεί να βρεθεί όχι στη λογική του πολέμου, αλλά με διάλογο και συμβιβασμό

Γιώργος Σιακαντάρης
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αυτό που καλούμαστε την Κυριακή να αποφασίσουμε δεν είναι απλά ευρώ ή δραχμή. Είναι κάτι πολύ σημαντικότερο. Αν ο Καστοριάδης μετά τον Πόλεμο μιλούσε για «Σοσιαλισμό ή Βαρβαρότητα», εμείς την Κυριακή αποφασίζουμε αν είμαστε με τον Πολιτισμό ή τη βαρβαρότητα. Την Κυριακή ψηφίζουμε ΝΑΙ στον Πολιτισμό και όχι στην βαρβαρότητα. 


Στο βιβλίο του Ζοζέ Σαραμάγκου «Πέτρινη σχεδία» (εκδόσεις Καστανιώτης), όταν αποκόπτεται η Ιβηρική Χερσόνησος από την Ευρώπη αυτή ταξιδεύει προς την Αμερική, αν η ελληνική χερσόνησος αποκοπεί από την Ευρώπη θα ταξιδεύει προς τη Συρία και τη Σομαλία. 


Για να το τεκμηριώσω αυτό θα ξεκινήσω με μια αναφορά στην εκ μέρους του Τόνι Τζαντ περιοδολόγηση της ιστορίας της μεταπολεμικής Ευρώπης. 


Ο Τζαντ αναφέρεται σε τέσσερις μεγάλες περιόδους στην Ιστορία της μετά τον πόλεμο Ευρώπης. Στην πρώτη περίοδο (1945-1953) τέθηκαν τα ζητήματα που αφορούσαν την ανόρθωση της Ευρώπης μετά τον καταστροφικό πόλεμο. Η Ευρώπη είναι πλέον μια ήπειρος χωρισμένη στα δύο, την οποία όμως ταλαιπωρούν κοινά προβλήματα. Αυτή η χωρισμένη ήπειρος, ταυτόχρονα με τα προβλήματα της καταστροφής των υποδομών, της φτώχειας και της ανάγκης ανόρθωσης οικονομιών και κοινωνιών, έχει να αντιμετωπίσει και το ζήτημα της τιμωρίας των ενόχων. Έχει όμως να αντιμετωπίσει και ένα ακόμη μεγάλο πρόβλημα: αυτό του κυνισμού που εξέθρεψε η βία. 


Την ίδια περίοδο έχουμε από τη μια πλευρά την Ευρώπη των δυτικών φιλελεύθερων δημοκρατιών και από την άλλη αυτή του ολοκληρωτικού ανατολικοευρωπαϊκού κομμουνισμού. Η ιστορία της Ανατολικής κομμουνιστικής Ευρώπης είναι μια κατάσταση ενός ακήρυχτου πολέμου των κυβερνώντων κομμουνιστικών κομμάτων εναντίον της κοινωνίας. Στη Δυτική Ευρώπη, παρά τα λάθη, τις παραλείψεις και τις ταξικές συγκρούσεις, με τη βοήθεια και του Σχεδίου Μάρσαλ, εμφανίζονται οι πρώτες ενδείξεις του μεταπολεμικού κράτους πρόνοιας. Η Δυτική Ευρώπη τότε προσπαθεί να αναδιοργανωθεί και σ’ αυτή την αναδιοργάνωση το κύριο ρόλο καλείται να παίξει το κράτος πρόνοιας.


Η δεύτερη περίοδος (1953-1971) είναι αυτή της ευημερίας αλλά και των δυσαρεστημένων, και από τις δύο πλευρές. Στη Δυτική Γερμανία από τη μία γίνονται προσπάθειες για την οικοδόμηση μιας συναίνεσης που θα αποτρέψει μια νέα Βαϊμάρη, προσπάθειες για να μην υπάρχει μια σκανδαλώδης αντίθεση ανάμεσα στον πλούτο και στη φτώχεια. Ταυτόχρονα από την άλλη έχουμε το στήσιμο του ανατολικογερμανικού Τείχους. Είμαστε στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου, των αντιαποικιακών πολέμων, της διαμορφούμενης γαλλογερμανικής συμμαχίας στο πλαίσιο της ΕΟΚ (1957). Παράλληλα είμαστε και στην εποχή της ανόδου των ιδεολογιών και των συναδουσών σ’ αυτές πρακτικών για τον ρόλο του κράτους στην προσπάθεια οικοδόμησης μια πιο δίκαιης και λιγότερο άνισης κοινωνίας. Είμαστε στην εποχή του τετράπτυχου υψηλές δημόσιες δαπάνες - προοδευτική φορολογία - πλήρης απασχόληση - λελογισμένες αυξήσεις μισθών. Είμαστε στην ώρα της σοσιαλδημοκρατίας. Ώρα που ακολούθησαν και οι συντηρητικές δυνάμεις. Την ίδια όμως περίοδο ξεσπά και η τρομοκρατική, δεξιά και αριστερή, βία. Στον Μάη του ’68 η Ανατολική Ευρώπη απαντά με την καταστολή της Άνοιξης της Πράγας. 


Η τρίτη περίοδος (1971-1989) ξεκινά με την απόφαση για την ελεύθερη διακύμανση των συναλλαγματικών ισοτιμιών και συνεχίζεται με την πετρελαϊκή κρίση, την πτώση των ποσοστών κέρδους, την οικονομική ύφεση. Στο προσκήνιο έρχονται οι ιδέες της απαξίωσης του κράτους πρόνοιας και του δημόσιου τομέα. Απόψεις που δυστυχώς ακόμη και σήμερα έχουν μεγάλη πέραση στην Ευρώπη της λιτότητας. 


Είμαστε πλέον στην περίοδο όπου εμφανίζονται οι πρώτοι άνεμοι της αμφισβήτησης του μεταπολεμικού κοινωνικού μοντέλου, της προτεραιότητας της πολιτικής έναντι της οικονομίας και των μεγάλων ιδεολογιών. Είμαστε στην εποχή των «Μειωμένων Προσδοκιών» και της Θάτσερ. Αυτή είναι επίσης η περίοδος της όξυνσης της τρομοκρατίας, αλλά και η εποχή της προσέγγισης των δύο Γερμανιών, των ισχυρών ηγετών (Βίλι Μπραντ, Μιτεράν, Κολ, Θάτσερ), του ευρωκομμουνισμού, της «σοσιαλιστικής» στασιμότητας, της ανόδου του πολωνού Πάπα Ιωάννη Παύλου Β'. Άνοδος που σηματοδοτεί και την αρχή της πτώσης του ανατολικοευρωπαϊκού ολοκληρωτικού μοντέλου. Πτώση που συνδέεται με την κατάρρευση της αντίληψης Γκορμπατσόφ για τη δυνατότητα ανανέωσης του κομμουνιστικού μοντέλου. Ένα μοντέλο το οποίο, παρά τις αυταπάτες Γκορμπατσόφ, δεν μπορούσε να αλλάξει. Μπορούσε μόνο να ανατραπεί. 


Σήμερα διανύουμε την τέταρτη περίοδο της Ευρώπης που αρχίζει το 1989. Ελπίζω πως το τέλος της δεν θα είναι το 2015. Ή μάλλον ελπίζω πως ακόμη και αν το τέλος της είναι το 2015, αυτό δεν θα είναι το τέλος που οραματίζεται η δική μας ριζοσπαστική Αριστερά. Βεβαίως μπορεί να μην είναι και το όραμα του Σόιμπλε, αυτό της λιτότητας. Ποιος ξέρει, μπορεί η Ευρώπη να ξαναθυμηθεί το προαναφερθέν τετράπτυχο υψηλές δημόσιες δαπάνες - προοδευτική φορολογία - πλήρης απασχόληση - λελογισμένες αυξήσεις μισθών. Σήμερα όμως δεν συζητάμε για το αριστερό ή δεξιό μοντέλο για την Ευρώπη, αλλά για την ίδια την Ευρώπη. 



Έκανα αυτή την ιστορική διαδρομή όχι για να προσφέρω μαθήματα ιστορίας, αλλά γιατί αυτή μπορεί να κάνει πιο σαφές ποιο είναι το πρόβλημα των σχέσεων της κυβέρνησης με τους εταίρους. Τελικά τι συμβαίνει; Γιατί δεν υπάρχει σημείο επαφής στο διάλογο των εταίρων με την κυβέρνηση; 



Απαντώ. Η μεταπολεμική Ευρώπη στηρίχτηκε σ’ ένα μοντέλο στο οποίο κυριάρχησε η ύπαρξη μεταρρυθμιστικών αστικών, εργατικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της κοινοβουλευτικής Αριστεράς, με ευρεία συναίνεση στην ανάγκη να μην οδηγούνται οι ταξικές και κοινωνικές διαφορές και διαιρέσεις σε πολιτική πόλωση καθώς και σε αποσταθεροποιητικές καταστάσεις. 



Σ’ αυτό το ευρωπαϊκό μοντέλο είχε τεθεί από το ’68 η ταφόπλακα στη δυνατότητα του μεταρρυθμιζόμενου κομμουνισμού. Τότε έγινε σαφές σε Ανατολή και Δύση ότι το αντίθετο του κομμουνισμού δεν ήταν ο αντικομμουνισμός, αλλά η Ευρώπη. Οι διαφωνούντες και επαναστάτες κατ’ εμέ του ’89 είχαν κάτι που τους διαφοροποιούσε από τους επαναστάτες της προπολεμικής Ευρώπης, της Ευρώπης του 20ού αιώνα. Αυτό ήταν η απέχθειά τους για τη βία. 


Στην Ελλάδα δεν έχει ακόμη τεθεί αυτή η ταφόπλακα τόσο κατά του δήθεν μεταρρυθμιζόμενου κομμουνισμού, όσο και κατά της βίας ως μέσο επίλυσης των πολιτικών διαφορών, ακόμη και στο πλαίσιο των δημοκρατιών. Δυστυχώς σ’ αυτή την περίοδο η ελληνική Αριστερά είχε να αντιμετωπίσει άλλου είδους προβλήματα (μετεμφυλιακές διώξεις, στρατιωτική δικτατορία). Γι’ αυτό και εδώ κυριάρχησε μια Αριστερά που είχε ως πυξίδα της τη σύγκρουση και όχι το μεταρρυθμιστικό συμβιβασμό και τελικά όπως αποδείχτηκε και το όραμα του νεοκομμουνισμού, μέσω των «προσκυνημάτων» Λαφαζάνη στους Πούτιν. 


Η σημερινή ΕΕ συντίθεται από ένα δύσκολο συμβιβασμό: αποτελεί μια διεθνή διακυβέρνηση την οποία καλούνται να εφαρμόσουν εθνικές κυβερνήσεις. Οι αποφάσεις και οι νόμοι αποφασίζονται σε διακυβερνητικό επίπεδο και υλοποιούνται σε εθνικό. Εδώ βρίσκεται και το δημοκρατικό της έλλειμμα. Η λύση όμως εδώ μπορεί να βρεθεί όχι με τη λογική του έχουμε πόλεμο, αλλά με το διάλογο και τον συμβιβασμό. Δυστυχώς στην ελληνική περίπτωση η μεν ελληνική κυβέρνηση υποκαθιστά το διάλογο με την εθνικιστική και λαϊκίστικη αξιοπρέπεια και οι εταίροι ανταπαντούν όχι μεν με τον ίδιο τρόπο, αλλά με ένα τρόπο που θεωρεί την τιμωρία λύση. 


Η Ευρώπη δεν μπορεί να ξεφύγει από τα ελαττώματα των αρετών της. Επειδή δεν είναι κράτος, μπορεί και ενώνει τόσους λαούς, αλλά ακριβώς επειδή δεν είναι κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να εκφράσει τη λαϊκή κυριαρχία. 


Ο δρόμος για την «περισσότερη Ευρώπη» δεν μπορεί να είναι ο δρόμος της συνέχισης στο διηνεκές της πολιτικής της λιτότητας. Αλλά ο χειρότερος δρόμος για την περισσότερη Ευρώπη είναι ο δρόμος των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, ο δρόμος του εθνολαϊκισμού, της δημαγωγίας, της απόλυτης διαστρέβλωσης της αλήθειας και της πραγματικότητας. 


Και οι δύο πλευρές της διαπραγμάτευσης συμφωνούν σε ένα πράγμα. Βλέπουν το ευρώ με τα μάτια του κράτους που εκπροσωπούν και όχι με τα μάτια της Ευρώπης ως μοντέλου ενοποίησης διαφορετικών εθνικών ιδιομορφιών, οικονομικών μοντέλων και πολιτισμικών συμπεριφορών. Και οι δύο υπερασπίζονται εθνικά κεκτημένα σε ευρωπαϊκό πλαίσιο και όχι το ευρωπαϊκό ιδεώδες σε εθνικό πλαίσιο. 


Έχουν όμως μια μέγιστη διαφορά. Ο πρωθυπουργός με όπλο την όποια συναίνεση του λαού του θεωρεί πως οι άλλοι λαοί πρέπει να υποταχθούν στην ελληνική λαϊκή κυριαρχία. Ενώ ο Σόιμπλε για παράδειγμα γνωρίζει πως αυτός μπορεί να εκφράζει μόνο τη γερμανική λαϊκή κυριαρχία, γι’ αυτό και γνωρίζει πως για να περάσει το δικό του, όσο ισχυρή και να είναι οικονομικά η Γερμανία, χρειάζεται να περάσει σε ευρύτερες συναινέσεις. Οι δικοί μας ούτε καν το φαντάζονται αυτό. Τους αρκεί το εθνικολαϊκιστικό ιδεολόγημα της «εθνικής αξιοπρέπειας».


Η οποιαδήποτε πολιτική αμφισβήτησης των σημερινών ακολουθούμενων πολιτικών, δεν πρέπει να διασαλεύει την ευρωπαϊκή ενότητα. Δεν μπορεί να γίνεται παρά μόνο με τη συνέργεια τριών μεγάλων ευρωπαϊκών αρχών: του διαλόγου, του συμβιβασμού και της συναίνεσης στη βάση κοινωνικών προτεραιοτήτων που δεν υποτιμούν τα οικονομικά δεδομένα. Δεν μπορεί να γίνεται στη βάση του διαχωρισμού εχθροί- φίλοι, του έχουμε πόλεμο, δίνουμε μάχες.


Αν και η Ευρώπη δεν είναι σήμερα αυτή που ονειρευόμασταν, αν κυριαρχήσουν οι ριζοσπάστες δεξιοί και αριστεροί, τότε οι ευρωπαϊκοί λαοί στο μέλλον δεν θα μπορούν ούτε καν να ονειρεύονται τη σημερινή Ευρώπη. 


Η επαναφορά στην πολιτική ατζέντα της διάκρισης Αριστερά-Δεξιά είναι κρίσιμη για τον μέλλον της Ευρώπης, αλλά ταυτόχρονα η κριτική στο κυρίαρχο ευρωπαϊκό μοντέλο δεν πρέπει να κρύβει ότι πέραν αυτής της διάκρισης υπάρχει και ένας εγκάρσιος διαχωρισμός μεταξύ ομοσπονδιακών φιλοευρωπαϊκών και εθνικιστικών δυνάμεων. Σ’ αυτή την αντίληψη δεν χωράνε «ευρωπαϊκά τόξα» που εξαλείφουν τις πολιτικές διαφορές, γιατί όπως ήδη ανέφερα η Ευρώπη δεν στήθηκε βάζοντας τις διαφορές κάτω από το χαλί, αλλά δημιουργώντας ένα πλαίσιο διαλόγου για τη δημοκρατική επίλυση των διαφορών.


Αξίζει όλοι μαζί να πούμε ένα μεγάλο ΝΑΙ στην Ευρώπη και ένα μεγάλο ΟΧΙ στο μικρό όχι της ελληνικής κυβέρνησης.

Υ.Γ. Κλείνω με ένα κομμάτι από τις «Συνομιλίες» του Γκαίτε με τον Έκερμαν που μου έστειλε ο καθηγητής Φιλοσοφίας Κώστας Ανδρουλιδάκης

«Απεχθάνομαι κάθε τσαπατσουλιά σαν την αμαρτία, ιδίως όμως την τσαπατσουλιά στις υποθέσεις του κράτους, από την οποία δεν μπορεί να προκύψει για χιλιάδες και εκατομμύρια ανθρώπων παρά μόνον ο όλεθρος».