Κοινωνια

Σε ποιον ανήκουν οι μέρες μας;

Η μοναξιά και το δικαίωμα σε έναν ανώδυνο και ειρηνικό θάνατο

elisavet-papadopoulou.jpg
Ελισάβετ Παπαδοπούλου
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
Σε ποιον ανήκουν οι μέρες μας;
© Sven Mieke / Unsplash

Σε ποιον ανήκουν οι μέρες μας; Η τραγική είδηση από τη Θεσπρωτία, η αξιοπρέπεια στο τέλος της ζωής, τη μοναξιά και τα όρια της ιατρικής φροντίδας

Διάβασα κι εγώ την είδηση. Σε ένα χωριό της Θεσπρωτίας, ένα γερασμένο ζευγάρι 89 και 84 χρονών έβαλε τέλος στη ζωή του. Στο τραπέζι βρέθηκαν δύο ποτήρια με νερό και ένα σημείωμα στο οποίο υπήρχε η προειδοποίηση «προσοχή δηλητήριο». Στο σημείωμα που άφησαν διαβεβαίωσαν ότι η πράξη αποτελούσε αποκλειστικά δική τους απόφαση και σκόρπισαν απλόχερα ευχές στα μέλη της οικογένειάς τους.

Οικογενειακή τραγωδία, τιτλοφορήθηκε η είδηση. Υποθέτω δεν θα υπήρχε ο ίδιος αποτρόπαιος τίτλος, αν το ζευγάρι είχε τα τουλάχιστον 14.000 φράγκα που απαιτούνταν συνολικά συν τα αεροπορικά εισιτήρια για να πάει να πεθάνει στην Ελβετία, όπου υπάρχουν οργανωμένες «κλινικές θανάτου», οι λεγόμενες κλινικές υποβοηθούμενης αυτοκτονίας.

«Σε ποιον ανήκουν οι μέρες μας» ήταν ένα ερώτημα που ερχόταν ξανά και ξανά στην ταινία του Sorrentino «La Grazia», όπου ένα από τα θέματα που διαπραγματευόταν ήταν το δικαίωμα στην ευθανασία. Δεν νομίζω ότι έχει εύκολη απάντηση το ερώτημα αυτό. Ωστόσο, οι στατιστικές δίνουν περί τα χίλια άτομα τον χρόνο που ταξιδεύουν στην Ελβετία για να πεθάνουν. Είναι κυρίως Γερμανοί και Άγγλοι και όχι πάντα ανίατα άρρωστοι. Και ναι, υπάρχουν ηλικιωμένα ζευγάρια που αποφασίζουν να αποχωρήσουν μαζί όταν ο ένας από τους δύο είναι στα τελευταία του. Τους φαντάζομαι να κρατιούνται από το χέρι, χωμένοι μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο στην πιο ανθρώπινη συνθήκη, αυτήν του να ανήκεις, να είσαι ακόμα μέλος της ανθρωπότητας, αφού στον έναν, όπως και να το δεις, ενυπάρχουν όλοι. Επιπλέον, καιρός είναι να το παραδεχθούμε. Δεν την αντέχουν όλοι τη μοναξιά.

Ο άνθρωπος έχει δικαίωμα να πεθαίνει σαν άνθρωπος. Ή αλλιώς, ο άνθρωπος έχει δικαίωμα να πεθάνει, όπως ο ίδιος θέλει. Να μην πρέπει να περάσει αναγκαστικά όλα τα στάδια εξευτελισμού κάποιας ασθένειας που θα τον κάνει να ξεχάσει πώς μιλάει, πώς περπατάει, πώς καταπίνει. Δεν χρειάζεται ντε και καλά να παραδώσει το πνεύμα συνδεδεμένος με το ζόρι σε διάφορα μηχανήματα συντήρησης, μουγκρίζοντας σαν δαμάλι από τον πόνο, στριφογυρίζοντας ανάμεσα στις ακαθαρσίες του.

Κι έπειτα, όπως και να το δεις, ο θάνατος ανάμεσα σε ακαθαρσίες είναι ένας θάνατος μοντέρνος. Ο θάνατος της εξελιγμένης ιατρικής, από την οποία μάλιστα δεν γλιτώνεις. Θα σε ταΐσουν με σωληνάκια, θα σε συνδέσουν σε οξυγόνα, θα σε κρατάνε νεκροζώντανο αλλάζοντάς σου ορούς και φροντίστριες, πάνες και ηρεμιστικά, στα πλαίσια μιας εφιαλτικής φροντίδας που θεωρείται πλέον επιβεβλημένη, μέχρι να σε οδηγήσουν στο πιο αποτρόπαιο τέλος.

Άπαξ και είσαι ηλικιωμένος, δεν σε αφήνουν να φύγεις άμα δεν περάσεις απαξάπαντος όλα τα στάδια της βιομηχανίας του θανάτου, στο τελευταίο από τα οποία συνήθως σου αναλογεί ένα δωμάτιο σε μια μονάδα φροντίδας που φέρει τον παραπλανητικό τίτλο «γηροκομείο», ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μια αποθήκη ψυχών που παραδίδουν το πνεύμα.

Σε αυτό το τελευταίο στάδιο, υπάρχουν ηλικιωμένοι δεμένοι στα κρεβάτια τους επειδή η άνοιά τους έχει κάνει επιθετικούς, αν και προσωπικά διαφωνώ ότι ευθύνεται η άνοια. Η μνήμη του σώματος ευθύνεται, όταν ο εγκέφαλος παύει να δίνει σήματα, το σώμα λειτουργεί αυτεξούσια σαν αυτοκίνητο χωρίς οδηγό και το σώμα κάνει τελικά το μόνο που ξέρει να κάνει, δηλαδή να κινείται. Και το κάνει με άγριο, επιθετικό, ζωώδη τρόπο. Οσμίζεται το τέλος.

Στη χριστιανική λειτουργία της Κυριακής ακούγεται η φράση «τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά…». Δεν βρίσκω καλύτερη ευχή από αυτήν για έναν ηλικιωμένο άνθρωπο. Ωστόσο, φοβάμαι πως μαζί με όλα τα άλλα που η τεχνολογία μας στέρησε είναι και ένα συγκεκριμένο είδος θανάτου. Ήταν το είδος του θανάτου που, όταν σε έβρισκε, είχε την ολόιδια οσμή της μέχρι τότε βιωμένης ζωής σου. Ήταν ο θάνατος που σε έβρισκε στο σπίτι σου, στο κρεβάτι σου, πλάι στους αγαπημένους ή τον αγαπημένο σου. Ποιος πεθαίνει πλέον έτσι; Κανείς, νομίζω, επειδή πέρασε η εποχή που οι γιατροί σε παρότρυναν «πάρε τον στο σπίτι να φύγει με την ησυχία του». Πλέον δεν υπάρχουν αυτές οι αβρότητες έναντι του θανάτου. Διασωληνώνουν τον μελλοθάνατο στο πι και φι, βροντάνε και την πόρτα πίσω του και εκεί, στα αποστειρωμένα, τον αφήνουν να πεθάνει μοναχός του.

Γιατί, λοιπόν, άμα είσαι στο κατώφλι των 90 και τον μυρίζεσαι τον θάνατο, άμα τον βλέπεις να σου ακυρώνει το ένα όργανο μετά το άλλο, ξέροντας πια τι σε περιμένει άπαξ και σε αναλάβει η ιατρική, γιατί να μην του παραδοθείς εν ειρήνη; Τον ακολούθησε βέβαια και η κατά τέσσερα χρόνια νεαρότερη σύζυγος. Θα είχε τους λόγους της. Κι αν δεν είχε αρρώστια, ο φόβος της μοναξιάς σε κάποιους αρκεί. Ετούτη η γενιά των ηλικιωμένων στα χωριά χόρτασε ανθρωπομάνι κάποτε, στα σπίτια, στις γειτονιές, στη δημοσιά. Μέχρι που έφτασε στην πρόβα ερημιάς τα τελευταία τριάντα χρόνια. Μοναχικοί ηλικιωμένοι στα σπίτια κι οι στράτες αδειανές. Άμα φεύγει ο ένας, ο άλλος κούτσουρο μοναχό. Άδειες γειτονιές, σπίτια ολόγυρα ρημάδια, χωριά φαντάσματα. Τι να σας πω μετά απ’ όλα αυτά, δεν μου κάνει εντύπωση που διάλεξαν να φύγουν ήσυχα, σαν φθινοπωριάτικα φύλλα.

ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΟ NEWSLETTER ΜΑΣ

Tα καλύτερα άρθρα της ημέρας έρχονται στο mail σου

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΝΤΑ

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Έχετε δει 20 από 200 άρθρα.

// EMPTY