Ελλαδα

Ακριβώς στη μέση

Αναρωτηθήκατε ποτέ τι κοινό έχουν ένας Βρετανός, ένας Νοτιοαφρικάνος, ένας Ρουμάνος, μια Γιαπωνέζα και μία Τουρκάλα; Περισσότερα απ’ όσα θα πιστεύατε. 

A.V. Guest
ΤΕΥΧΟΣ 592
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Είμαι ο Δημήτριος Έκτωρ Βούτσας* ή, πολύ απλά, James και θα σας πω (μαζί με άλλους ανθρώπους της ηλικίας μου) πώς είναι να είσαι μισός Έλληνας - μισός κάτι άλλο στην Ελλάδα του 2016.

Από προσωπική εμπειρία, το να είσαι μισός Έλληνας - μισό κάτι άλλο ήταν πάντα κάτι το αλλόκοτο για μένα. Γεννημένος σε ένα μικρό χωριουδάκι εν ονόματι Steeton, στο υπέροχα πράσινο Yorkshire της Αγγλίας, είμαι «διχασμένος» ακόμη και εντός της βρετανικής καταγωγής μου. Όντας 25% Ουαλός, 12,5% Σκωτσέζος και 12,5% Άγγλος, μαζί με το 50% της ελληνικής καταγωγής, συντίθεται ένας άνθρωπος με διασκορπισμένες εμπειρίες και βιώματα ανάμεσα σε 4 χώρες. Οι γονείς μου, έχοντας γνωριστεί στο Πανεπιστήμιο του Manchester τη δεκαετία του ’70, ερωτεύτηκαν και γύρισαν Ελλάδα όπου και έμειναν. Έτσι εδώ μεγάλωσα. Ταξίδευα πολύ συχνά στην Αγγλία, μία φορά το χρόνο όσο ήμουν μικρότερος, για να δω συγγενείς. Αυτό το πήγαινε έλα όμως, εκτός των πολλών θετικών στοιχείων, είχε και ένα αρνητικό. Με έκανε να παρα-είμαι Έλληνας για να ζήσω στην Αγγλία, και να παρα-είμαι Αγγλος για να ζήσω στην Ελλάδα. Η αλήθεια πολλές φορές φαίνεται από τα μικρά πράγματα, όπως για παράδειγμα τα δύο κλασικά στερεότυπα του «Can I have the salt please» και του, σχεδόν θρησκευτικού, θεσμού του «tea time». Δεν διακόπτω τον άλλον όταν μιλάει και λέω συγγνώμη στα πάντα, ακόμη και σε άψυχα πράγματα, όπως κάδους ή πόρτες του Μετρό. Ταχεία μεταφορά σε άλλο σκηνικό, σε ένα ελληνικό τραπέζι με συγγενείς για παράδειγμα, και είναι μάχη επί πτωμάτων για το ποιος θα μιλήσει.

Ακριβώς στη μέση

H Mai Κουμερτά, όπως τη ξέρουν όλοι, είναι φοιτήτρια στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος σπουδάζοντας Επικοινωνία, και της αρέσει το τσάι.

Το να είσαι μισός-μισός όμως δεν είναι το ίδιο για όλους, ούτε το ίδιο εύκολο. Η Mai Κουμερτά, όπως και εγώ, έπρεπε να υποστούμε σχολιασμούς στο σχολικό περιβάλλον για αυτή τη διαφορετικότητα. 

«Το όνομά μου είναι Ανδρομάχη Κουμερτά ή Mai Sakane το ιαπωνικό, και ο μπαμπάς μου είναι Έλληνας και η μητέρα μου από την Ιαπωνία. Γνωρίστηκαν λόγω της δουλειάς του πατέρα μου, ο οποίος πήγε στην Ιαπωνία και γνώρισε εκεί τη μητέρα μου. Πλέον αισθάνομαι πολύ ωραία που είμαι μισή-μισή, είτε λόγω γλωσσών είτε λόγω νοοτροπίας, και με θεωρώ πολύ τυχερή για αυτό. Στο δημοτικό όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά, για παράδειγμα με έλεγαν σχιστομάτα και δεν το γούσταρα καθόλου αυτό. Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα ότι δεν είναι κακή η ιδιαιτερότητά μου και μάλιστα τώρα με επηρεάζει σχετικά συχνά το ότι είμαι μισή Γιαπωνέζα καθώς, λόγω των anime, δείχνουν ένα μεγάλο ενδιαφέρον για μένα και την ιαπωνική γλώσσα. Πέραν αυτού όμως έχουμε κρατήσει και ιαπωνικές παραδόσεις εδώ στην Ελλάδα, όπως το να βγάζουμε τα παπούτσια μας στο σπίτι και, σίγουρα, αν μπορούσα να φέρω κάτι στην Ελλάδα θα ήταν η οργάνωση που έχουν στην Ιαπωνία».

Ακριβώς στη μέση

Ο Διονύσης Μαρίνος, φοιτητής Πληροφορικής στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος, αν μπορούσε να φέρει κάτι από Ρουμανία θα ήταν τα αλλαντικά τους.

Ο Διονύσης Μαρίνος, όντας μισός Ρουμάνος, δεν βίωσε σε τέτοιο βαθμό αυτή τη διαφορετικότητα. 

«Είμαι στην καταγωγή μισός Ρουμάνος - μισός Έλληνας, Ρουμάνος από τη μεριά της μητέρας μου και Έλληνας από τη μεριά του πατέρα μου. Γνωρίστηκαν μέσω του θείου και της θείας μου, της αδερφής της μητέρας μου δηλαδή. Στο αν επηρεάζεται η καθημερινότητά μου, δεν θα το έλεγα... Όσο είμαι Ελλάδα νιώθω Έλληνας, ενώ στη Ρουμανία νιώθω Ρουμάνος και ξεχνώ την ελληνική πλευρά, αλλά και αντίστοιχα σε όποια χώρα ταξιδεύω. Νιώθω περισσότερο Ευρωπαίος, δηλαδή προσαρμόζομαι πολύ εύκολα στις χώρες που πηγαίνω, στις παραδόσεις και τις συνήθειες, και εντέλει μου αρέσει πολύ αυτό. Ακριβώς λόγω της ρουμανικής και ελληνικής καταγωγής, ίσως το να νιώθεις διαφορετικός σε βοηθά να ενταχθείς πιο εύκολα κάπου αλλού. Πάντως, μεταξύ των φίλων εδώ στην Ελλάδα η καταγωγή μου δεν μου έχει προκαλέσει πρόβλημα. Στην πολύ κλειστή μου παρέα πολλές φορές γίνονται αστεία, αλλά αυτά τα αστεία είναι τα “αθώα” που λέμε, των εθνικοτήτων, δεν με επηρεάζουν καθόλου ούτε με προσβάλλουν».

Ακριβώς στη μέση

Η Leyla Αποστολοπούλου στο μαγαζί της οικογένειάς της, το Micraasia, στο Γκάζι.

Mερικές φορές είμαστε τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά ο ένας από τον άλλον. Η Leyla Αποστολοπούλου είναι μισή Τουρκάλα και μίλησε ακριβώς για αυτό. 

«Ο πατέρας μου είναι Έλληνας, ενώ η μητέρα μου Τουρκάλα. Γεννήθηκα στην Αμερική όπου και ήταν σερβιτόρα η μητέρα μου, ενώ ο πατέρας μου πελάτης. Από το πουθενά πιάσανε την κουβέντα για Ελλάδα-Τουρκία και μίλαγαν όλο το βράδυ. Έφυγα από την Αμερική στα τέσσερά μου, έμεινα Ελλάδα και δεκαεπτά χρονών πήγα να σπουδάσω στην Τουρκία. Μετά από δύο χρόνια όμως γύρισα εδώ και αυτά τα δύο χρόνια ήταν που με έκαναν να καταλάβω και να εκτιμήσω την Ελλάδα. Είναι ωραίο να είσαι μισή-μισή γιατί έχεις the best of both worlds και είναι σίγουρα από τα καλύτερα που μου έχουν τύχει. Και υπάρχουν και αυτοί, οι ένας δύο που με τσιγκλάνε ακριβώς επειδή υπάρχει το θέμα “Ελλάδα - Τουρκία”, οι περισσότεροι φίλοι μου όμως δεν έχουν πρόβλημα και το χαίρονται και με το παραπάνω. Θα ήθελα να δω αυτό το “ελληνοτουρκικό” μαζί, γιατί έχει λείψει στην Ελλάδα. Όλο και κάποιος θα αναφέρει για το θυμό μεταξύ των δύο χωρών, αλλά δεν υπάρχει αυτό το πράγμα».

Ακριβώς στη μέση

Βρήκα τον Χρήστο Καραγιαννόπουλο στο νοτιοαφρικανικό εστιατόριο Fish Co. Platters, στο Νέο Ψυχικό.

Για τον καθένα μας, όμως, αυτό το «μισό κάτι άλλο» στοιχείο μάς επηρέασε διαφορετικά, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Ο Χρήστος Καραγιαννόπουλος γεννημένος στο Cape town της Νοτίου Αφρικής, είναι μισός Νοτιοαφρικάνος.

 «Γεννήθηκα στο Cape Town της Νοτίου Αφρικής, αφού γνωρίστηκαν εκεί οι γονείς μου. Ο έλληνας πατέρας μου στην ηλικία των 25 ετών είχε δικό του εστιατόριο, όπου και γνώρισε τη νοτιοαφρικανίδα μητέρα μου. Σίγουρα μου αρέσει πολύ η ιδέα του να είμαι μισός-μισός, και βολεύει πολύ στο φλέρτ. Είσαι κάτι το εξωτικό. Το καλύτερο, φυσικά, είναι πως βλέπεις με άλλη ματιά τον κόσμο και την καθημερινότητά σου. Το “πρόβλημα” είναι ότι δεν νιώθεις ποτέ πως έχεις συγκεκριμένο τόπο, από την άλλη όμως συνδυάζεις τα καλύτερα που σου αρέσουν από τη μία και από την άλλη χώρα, διαμορφώνοντας το σύνολο που είσαι. Αντλώντας από τα θετικά της μίας, στην προκειμένη τη νοτιοαφρικάνικη αισιοδοξία την οποία προσπαθώ να τη φέρω στην καθημερινότητά μου στην Ελλάδα, όπως και το θεσμό του “Braai” που μου αρέσει πολύ, δηλαδή το να μαζευόμαστε γύρω από τη φωτιά, ψήνοντας ή και όχι, είτε φίλοι, είτε οικογένεια, είτε είναι φλερτ, οτιδήποτε».

Όπως γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, έχουμε μια διαφορετική προοπτική των πραγμάτων. Όλως τυχαίως βρεθήκαμε μεταξύ πολλών κόσμων και αυτό μας επιτρέπει να δούμε με άλλο μάτι την Ελλάδα. Και για μένα, σαν James, ακριβώς επειδή έχω δει και την άλλη πλευρά του φράχτη, με κάνει να την αγαπώ τόσο περισσότερο. 

*O James είναι φωτογράφος και φοιτητής Διοικήσεως Υγείας στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος.