Κοσμος

Ιησουίτες και υπερ-νεωτερικοί Νεο-προτεστάντες

Με αφορμή το βιβλίο του Jean Lacouture, «Ιησουίτες - Οι κατακτητές (1540-1773)»

Νίκος Καλαποθάκος
9’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ιησουιτισμός και νέο-προτεσταντισμός. Σχόλιο με αφορμή το βιβλίο «Ιησουίτες, οι κατακτητές (1540-1773)», εκδ.Πόλις, μετάφραση-ιστορική επιμέλεια Στ. Καβαλιεράκη

Κάτω τα χέρια από τον εαυτό· προσπαθώντας να οικοδομήσετε τον εαυτό, κτίζετε ερείπια, ανεφώνησε ο Αυγουστίνος. Αυτό, ίσως, είχαν κατά νου και οι πρώτοι Ιησουίτες, το 1538, όταν, αντί να ταξιδέψουν στην Ιερουσαλήμ, κατέληξαν στην Ρώμη. Αντί του ρίσκου –άνευ νοήματος για τους Καθολικούς, ζωτικής, πυρηνικής σημασίας για τους Προτεστάντες–, προτίμησαν την σταθερότητα του θεσμότυπου και την υποταγή στην Ρώμη· «αντί του ιδανικού, το μπάλωμα».

Και όμως, ο Ιησουιτισμός ήταν μία προσπάθεια εγκοσμιώσεως του Καθολικισμού, μία σύνθεση «αυθορμησίας και κανόνος» σε μία μάλλον αγωνιώδη φύση, όπως ο Ιγνάτιο ντε Λογιόλα. «Ένας Προτεσταντισμός άνευ της δικαιώσεως διά της Θείας Χάριτος». Την εγκοσμίωση, όμως αυτήν την κατάλαβαν ως εισβολή του απολύτου στον κόσμο με το αγαθό ως τέλειο πνευματικό βηματισμό και εσωτερικό όρο ανεξαρτησίας του ανθρώπου από τις εξωτερικές συνθήκες, αυτόν τον κόσμο της απωλείας, με τίμημα να κάνουν την υπακοή/υποταγή εσωτερικότητα. Κίνηση, την οποία τηρουμένων των αναλογιών, θα επαναλάβει και ο Νικόδημος ο Αγιορείτης, δυόμιση αιώνες αργότερα, για λογαριασμό των Ορθοδόξων, και εκ μιας απόψεως και οι μπολσεβίκοι στην Ρωσσία –κίνηση που έκλεισε τον δρόμο στην πρόσβαση στον εαυτό, στην ανθρωπολογία και στον χρόνο.

Στο ερώτημα πώς πρέπει να είμαι για να είμαι άξιο ανθρώπινο ον, ο Λούθηρος απαντούσε με την απάρνηση των ιερών εικόνων, των ιεροτελεστιών, των θεσμών και των μεσιτειών και των δυνάμεων αγίων και ιερέων· οι Καθολικοί διά της υποταγής σε όλα αυτά. Ο Προτεσταντισμός κατέληξε σε μία θεολογία του ατόμου, όπου τα πάντα οφείλεις να τα αντιμετωπίσεις μόνος, ο εαυτός και ο Θεός· ο Καθολικισμός σε μία θεολογία αυτών που γνωρίζουν προς προστασίαν αυτών που δεν θα γνωρίσουν ποτέ, μία θεολογία του προστατευτικού τείχους από την αλήθεια του γυμνού εαυτού.

Οι προτεστάντες ανοίχθηκαν σε μια θεολογία δικαιώσεως∕σωτηρίας διά της Χάριτος, οι δε καθολικοί σε μια θεολογία δικαιώσεως∕σωτηρίας διά των έργων. Πώς μπορούν κινήσεις και πνευματικές επιλογές, που έλαβαν χώρα αιώνες πριν, να μιλήσουν στο τώρα μας, ώστε να μην εκληφθούν ως απλά παρελθοντικά απομεινάρια; Πώς δόμησαν τις ψυχές, τις φαντασιώσεις τους και τον ορίζοντα των προσδοκιών τους;

Μεθερμηνευόμενα αμφότερα στο παρόν, θα μπορούσε η μεν θεολογία της διά της Χάριτος δικαιώσεως να σημαίνει ότι θα σηκώσω το πέπλο του εαυτού-αληθείας, θα δω το κενό, αλλά θα επανεπινοήσω τον εαυτό μου, με ρίσκο και ανεξαρτήτως, ενώ η των καθολικών ότι δεν θα γνωρίσω ποτέ γυμνή την αλήθεια του εαυτού μου –εξ ού ίσως και η ροπή των Ιησουιτών προς το θέατρο–, ως κάτι ανύπαρκτο, δεν θα εκτεθώ ποτέ μόνος σ’ αυτό και θα τοιχωθώ στο προστατευτικό τείχος του θεσμότυπου και του εξωκοσμίου θαύματος.

Βεβαίως, και των δύο είχε προηγηθεί ο Πίκο ντε λα Μιράντολα, που διακήρυξε πως εκ Θεού ο άνθρωπος δεν έχει καθορισμένη φύση που να τον δεσμεύει, δυνάμενος να την προσδιορίζει μόνος του, με την ελευθερία του, δηλαδή πως δεν έχει κώδικα· η αξιοπρέπειά του έγκειται στο ότι μπορεί να δημιουργεί τον εαυτό του, αφήνοντας μεν ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα, αποδεχόμενος όμως ότι ο άνθρωπος εντάσσεται στην παλαιά οντολογική και αξιολογική αλυσίδα-κλίμακα.

Και ενώ οι καθολικοί παρέμειναν, με σοφία (;), στην γωνία, οι προτεστάντες άνοιξαν με ρίσκο τον χρόνο, αυτόν τον πολύ ωραίο τρόπο να μην συνυπάρχουμε ποτέ όλοι μαζί, ίσως, δε, να υπάρχουμε απολύτως μόνοι, αποσυνδέοντας τα πάντα από τα πάντα και αναζητώντας, πλέον, μόνον πνευματικές, ασώματες, ενότητες και συνθέσεις. Η διακινδύνευση, το ρίσκο, συνιστούσε γι’ αυτούς την ανάληψη του βάρους του άλματος εν πίστει άνευ εγγυήσεων και προδιαγεγραμμένου τέλους, ίσως και στο κενό.

Ο παλαιός κόσμος του προτεστάντη, λίαν σχηματικώς, περιελάμβανε τη σύνθεση βαρέως ασκητισμού και δημιουργικότητος, την έως εσχάτων αναβεβλημένη επιθυμία, τον φιλελευθερισμό, το πεισματικό θάρρος της υπάρξεως εντός ενός εσωτερικού κόσμου ενδοψυχικών συγκρούσεων και ενός εξωτερικού κόσμου με σαφή όρια τα οποία όφειλες να υπερβείς, μη υποτασσόμενος σε καμμία φυσική μοίρα, και εντός μιας κοινωνίας πολιτικού και κοινωνικού νόμου και τάξεως, πράγματα που μπορούν να φανούν σε ό,τι περιλαμβάνεται από τον Αχαάβ του Χέρμαν Μέλβιλ μέχρι τον Σκρουτζ Μακ Ντακ του Καρλ Μπαρκς και από τον βικτωριανισμό μέχρι τον φορντισμό. Εκείνο που δεν μπορούσε να περιχωρήσει ούτε ο κόσμος του Ιησουϊτισμού-Καθολικισμού, ούτε ο κόσμος του Προτεσταντισμού, ήταν η επιθυμία ως απόλαυση και ηδονή. Προτεσταντισμός και Καθολικισμός, μπορούσαν να συνυπάρχουν σε κοινωνίες όπου η απόλαυση-ηδονή ήταν εξοβελιστέα ως αμάρτημα, έστω και για διαφορετικούς λόγους, αλλά ο κόσμος τους ήταν εύκολα ρυθμίσιμος ως καθόλου πολύπλοκος στις ανθρώπινες σχέσεις και ψυχισμούς.

Η αντίθεση μεταξύ ασκητισμού και ηδονισμού φαίνεται να κορυφώνεται την δεκαετία του ’60 –δεκαετία του γνωστού κινήματος, της «εκφρασιοκεντρικής επαναστάσεως», κατά τον Τσαρλς Ταίυλορ, της απελευθερώσεως του εαυτού από τα πάντα, όπου άπαντα ήσαν ύποπτα στίγματος εξουσίας και καταπιέσεως και όπου απαγορευόταν η απαγόρευση–, κατά την οποία και θα βρει την λύση της, όταν η επίδοση ταυτίσθηκε με την ηδονή επί της υπερβάσεως του εαυτού, στο πλαίσιο της ανταγωνιστικής φύσεως του ανθρώπου. Η επίδοση πλέον συνιστούσε καθήκον η δε απόλαυση επιτακτική ανάγκη, μέσω της διαφημίσεως. Οι απαιτήσεις, από τους άλλους και από τον εαυτό, για υπερβάσεις εαυτού, καινοτομία για την καινοτομία, επιδόσεις σε υπέρτατο βαθμό κορυφώθηκαν και μια καινοφανή αντίληψη του εαυτού ανεδύθη, που δεν αποσκοπεί πλέον σε κάτι πέραν του εαυτού, στην ρήξη με τον εαυτό ή στην απάρνηση του εαυτού αλλά στην υπερβολή του εαυτού. Και ενώ, παλαιότερα, η αυθυπέρβαση, είτε στον πλατωνισμό, είτε στον στωικισμό, είτε στον ασκητισμό, είτε στον καντιανισμό,, σήμαινε την εγκαθίδρυση μιας ηθικής σχέσεως, που ίσχυε ανεξαρτήτως, με τον εαυτό, τους άλλους, τον Θεό ή τον κόσμο, σήμερα, υπό το βάρος της απολύτου παρουσίας στον κόσμο, σημαίνει την υπερβολή του εαυτού εντός μιας ενδοκοσμικής και μόνον διαφανείας.

Έτσι, πυροδοτικό, αλλά και συνδετικό υλικό της όλης κινήσεως, πέραν της επιδόσεως και της ηδονής, ήταν ένα χαρακτηριστικό του παλαιού Προτεσταντισμού: η παρουσία, όπως κυρίως διαγράφεται στον Κίρκεγκωρ· όπου ο Αβραάμ παρουσιάζει τον εαυτό του μόνον μπροστά στον Θεό· στην κλήση του, παρουσιάζεται με αγχώδη προθυμία γκαρσονιού. Εάν στην θέση του Θεού, της απολύτου ετερότητος, θέσουμε τον Άλλον που επιθυμεί την ολική παρουσία του εαυτού, τότε έχουμε το νεώτερο σχήμα της καθεαυτήν σχέσεως που προϋποθέτει την αναγωγή της στιγμής και της πιεστικής ανταποκρίσεώς της σε αυτήν ως κριτηρίου παντός. Εξ ού και μια μορφή «δυστοπίας», όπου υπό την απόλυτη διαφάνεια όλων, που δημιουργεί η απαιτητή παρουσία, δεν υφίσταται τόπος κρυψίματος και σκιάς ή, με το παλαιό τους όνομα, ιδιωτικότητος.

Υπό το πνεύμα αυτής της κουλτούρας της παρουσίας, στο ερώτημα «τι θα κάνεις με τον "απελευθερωμένο " σου εαυτό;» την απάντηση φαίνεται να φέρει η διαχείριση υπό την πίεση του ανταγωνισμού. Ο χειρότερος κίνδυνος είναι η προστασία από τον ανταγωνισμό, φέρεται να διατείνονται οι «νεοπροτεστάντες», διατηρώντας την αρχαία τους ροπή στο ρίσκο στα ύψη και προσθέτοντας σ’ αυτό την νεωτέρα ευελιξία. Παλαιότερα, ό,τι επετυγχάνετο με τον βούρδουλα, σήμερα επιτυγχάνεται με την εσωτερίκευση, ό,τι με τον εξωτερικό καταναγκασμό, σήμερα με τον εσωτερικό –υπό την πίεση των πραγμάτων, των εξελίξεων και των καταστάσεων, κατά τις γνωστές φράσεις. Ελεύθερος φαίνεται, πλέον, ο απεξηρτημένος πάντων, αλλ’ εσωτερικεύσας άπαντας τους εξαναγκασμούς, ως προσωπική βαθειά επιθυμία.

Νέος κόσμος, νέα μορφή διακυβερνήσεώς του, που επιτυγχάνεται και λειτουργεί μόνον με την χρήση των ελευθεριών και των αυτοελέγχων των ατόμων επί των οποίων ασκείται. Ο νεώτερος αυτοέλεγχος εμφανίζεται να δρα επί των φαντασιακών προσδοκιών για να ενδυναμωθεί ή να περιορισθεί ή να υποκατασταθεί η επιθυμία από τα αντικείμενά της, ενδυναμώνοντας δε και την αγχωτικώς καταναγκαστική και αέναη επιθυμία βελτιώσεως των επιδόσεων εις πείσμα των δυσκολιών ή των αποτυχιών –κάτι που ενδεχομένως, αλλά συχνά, οδηγεί στην κατάθλιψη.

Όπως ανέλυσαν και οι Π. Νταρντό και Κρ. Λαβάλ, στον νεοπροτεσταντικό αυτόν κόσμο πρυτανεύει το στρατευμένο άτομο της μίας ταυτότητος, αυτής του διαχειριστή πάντων –από αισθήματα και ανθρώπους μέχρι απλά αντικείμενα ή πολυεθνικές επιχειρήσεις– και υπεράνω όλων του εαυτού. Ποτέ μέχρι τώρα δεν συνεδέθη μέχρι ταυτίσεως ο τρόπος αυτοδιακυβερνήσεως με τον τρόπο διακυβερνήσεώς σου. Απαιτείται, πλέον, από το υποκείμενο να μην υπάρχει καμμία απόσταση μεταξύ ατόμου και επιχειρήσεως, επί παραδείγματι. Όλα σου επιβάλλονται έσωθεν, με μία υπόσχεση για εξάλειψη της αλλοτριώσεως μεταξύ εαυτού και Άλλου· η υπακοή στην προσωπική επιθυμία και στον Άλλον ταυτίζονται, η εξουσία του οποίου είναι χωρίς ενδιάμεσες δικλίδες, χωρίς παραθυράκια, γιατί είσαι εσύ. Ό,τι, μέχρι προ τινος καιρού, απαιτείτο από τους επικεφαλής εταιρειών αιχμής, η, ακόμα παλαιότερα, από επιχειρηματίες, ηγέτες τώρα απαιτείται από τον καθένα: να γίνει ο ίδιος άνθρωπος-επιχείρηση. Κάτι που δεν τόλμησαν, δεν σκέφθηκαν ή δεν θέλησαν, ως αδιανόητο, οι Ιησουίτες, να γίνουν, δηλαδή, άπαντες Ιησουίτες, το σκέφθηκαν οι νεώτεροι Προτεστάντες, ανοίγοντας έτι περισσότερο τον χρόνο, και απαιτώντας τα πάντα από τους πάντες και από τον εαυτό στον ακαριαίο χρόνο της στιγμής, υπό την πιεστική δύναμη της απολύτου παρουσίας.

Με την «διαχείριση» –το παλαιό όνομα του ασκητισμού, όπου η Χάρις μετατρέπεται σε χάρισμα και το χάρισμα σε δεξιότητες που απορροφούν σύμπασα την ύπαρξη που πλέον είναι έτοιμη για αξιοποίηση/πώληση–, υπό μάλης, από την μια, και με τον άνευ ορίων πανηδονισμό, ο νέος τύπος ανθρώπου εμφανίζεται ως μια πανίσχυρη μηχανή που διαλύει κάθε άλλο αξιακό σύστημα, καταργώντας και την ετερογενή λειτουργία των ταυτοτήτων του ατόμου, μη σταματώντας πουθενά σε έναν κόσμο άνευ ορίων, όπως το καταδεικνύει παραδειγματικά και ο Μπαίητμαν στην Αμερικανική Ψύχωση του Μπρετ Ήστον Έλλις, και μη αναγνωρίζοντας καμμία «ουσιακή» διαφορά, αλλά υμνώντας την ετερότητα.

Κόσμος άνευ ορίων· τι νόημα έχει να υπερβαίνεις όρια όταν αυτά δεν υπάρχουν; Δεν υπάρχει κανένα ιδανικό, πλέον, ή θεσμός που να θέτει απαγόρευση. Δεν αναπαράγονται οικογένειες με οιδιπόδεια, αφού ο πατέρας, και συμβολικώς ακόμη, είναι εξαφανισμένος. Ο νέος κόσμος της «εκφρασιοκεντρικής επαναστάσεως» της δεκαετίας του ’60 επέφερε την απόρριψη του ευνουχισμού, τον κόσμο της παντοδυναμίας φαντασιωτικής –που αμφίβολο είναι εάν υπολείπεται της πραγματικής– του ατόμου, αφήνοντάς το σε έναν κόσμο άνευ νοήματος επέκεινα της παντοδυναμίας του και της απολαύσεώς του, αλλά γέμον παρανοιών, ψυχώσεων και καταθλίψεων, κατά τον Αλ. Ερενμπέργκ.

Μπορεί να φαντάζει παρελθόν ο παλαιού τύπου νευρωτικός, αυτός που προστατευόταν από την εξωτερική ή εσωτερική πραγματικότητα, υψώνοντας τείχη, ανάλογα με αυτά του ιταλικού/καθολικού κατενάτσιο, όμως περάσαμε στην διεστραμμένη σχέση με το αντικείμενο που εδράζεται στην φαντασιωτική αυταπάτη της απολύτου απολαύσεως. Η φαντασία (φαντασίωση παντοδυναμίας) στην εξουσία και όλα είναι εφικτά και προσβάσιμα –αρκεί να έχεις δεξιότητες και όρεξη για υπέρβαση. Η κανονικότης, πλέον, δεν εκλαμβάνεται ως ο έλεγχος των παρορμήσεων για απόλαυση –ο Φρόυντ εξοβελίζεται–, αλλά ως η έντονη διέγερσή τους, για να ζεις ως «πρωταγωνιστής της ζωής σου, την κάθε στιγμή», όπως διακηρύσσουν, ρητώς ή αρρήτως, οι διαφημίσεις.

Παλαιότερα, άπαντα –πρωτίστως οι θεσμοί– λειτουργούσαν ως περιορισμός της απολύτου απολαύσεως, αλλά και ως πρόσδοση νοήματος στην απαγόρευση-ματαίωση· σου υπενθύμιζαν-σήμαιναν ότι είσαι ευνουχισμένος-περιορισμένος και ότι το νόημα κείται επέκεινα του εαυτού σου και της παρουσίας σου. Σήμερα, η παναπόλαυση, πρωτίστως, του εαυτού, ως φαντασιωτικής αρνήσεως των ορίων, είναι μια απόλαυση άνευ ορίων σε κόσμο άνευ ορίων. Το άτομο της πανδιαχειρίσεως και του πανηδονισμού έχει αναχθεί σε πρότυπο υποκειμενικότητος, κινούμενο, όμως, μεταξύ διαστροφής και καταθλίψεως· από την μια στιγμή στην άλλη, φθάνει στον πολυπόθητο στόχο του, να γίνει αντικείμενο λατρείας λόγω επιδόσεων στην υπέρβαση του εαυτού, στην δημιουργικότητα και στην καινοτομία, την άλλη στιγμή πετιέται σαν στυμμένη λεμονόκουπα.

Πού φαίνεται να έχει καθένας την φραγή, την διάκλειση;

Για τον μεν νεοφιλελεύθερο νεοπροτεστάντη, η φραγή εντοπίζεται στο νόημα πέραν των δεδομένων και της απολαύσεως, για δεν τον Ιησουίτη καθολικό η διάκλειση εγγράφεται στο τείχος που υψώνεται μεταξύ ημών και αληθείας, είτε εαυτού είτε Θεού, στο ρίσκο για μια γυμνή ύπαρξη –οι Ιησουίτες, εκ μιας απόψεως, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως οι εσταυρωμένοι γνώστες σ’ αυτό το τείχος, ακριβώς για να μην σταυρωθεί ο υπόλοιπος κόσμος· ήταν το τείχος, το ταβάνι όλων, γινόμενοι τα πάντα τοις πάσι, κατά την προσφιλή τους φράση. Το τείχος αυτό φαίνεται να διέρρηξαν οι Προτεστάντες για να μπορούν πλέον, να υποχρεωθούν να θέλουν εν ελευθερία να σταυρώνονται άπαντες, μόνοι. «Δράση, πειθαρχία, προσαρμογή, απτά δεδομένα» ήταν μόνον για λίγους, τώρα όλοι υποχρεούνται σε αυτά. Οι Ιησουίτες θα μπορούσαν να πουν: δεν σου ζητώ τίποτε· σου κλείνω δε το μάτι για να σου δείξω πως σου επιτρέπονται τα πάντα, αρκεί να μην γίνεις νάρκισσος, να μην απολαύσεις το απαγορευμένο (φαντασιακό) Όλον. Ο νεώτερος Προτεστάντης σου ζητεί τα πάντα, για να περάσεις τις εξετάσεις και να γίνεις νάρκισσος, απολαμβάνοντας το μη απαγορευμένο πλέον Όλον· γίνομαι νάρκισσος, επειδή με ξεζούμισαν για κάτι άνευ νοήματος πέραν του πράγματος ως πράγματος στην κοσμική του συνθήκη.

Οι Ιησουίτες, όπως και οι Ορθόδοξοι, κοιτάζονται πλέον στο απώτατο βάθος, λόγω της χρονικής αποστάσεως των αιώνων που δημιούργησαν οι Προτεστάντες, ανοίγοντας περαιτέρω τον χρόνο, ιδιαιτάτως με την εν κόσμω καινοτόμο δημιουργία. Αίφνης, όταν ο Προτεστάντης καινοτομεί με ρίσκο και ανεγγυήτως, δημιουργεί ταυτοχρόνως και ένα είδος επισχέστρου, το οποίο εμποδίζει την επαναφορά ή την παραμονή τού ιδίου και του χρόνου στα ίδια ή προς τα πίσω και υπ’ αυτήν την έννοια δημιουργεί εν χρόνω –σε έναν χρόνο που υποτάσσει συνεχώς τον χώρο–, διανοίγοντάς τον σε περαιτέρω αποσυνδέσεις των πριν συνδεδεμένων, αλλά και σε ενδεχόμενες απώτερες συνθέσεις. Για τους Καθολικούς ή τους Ορθοδόξους, η όποια καινοτομία εκλαμβάνεται εν χώρω με φραγή στον νέο χρόνο. Ο κόσμος τους, κόσμος διαχωρισμών, απαγορεύσεων, οιδιποδείου, εσωτερικών συγκρούσεων, ιεραρχιών, ορίων, με ροπή στην καθήλωση στον χρόνο, με μία προβληματική σχέση και με τον κόσμο, που δημιούργησε το πρωτόγνωρο άνοιγμα στον χρόνο, και με ομοίως δυσανεκτική σχέση με τον εαυτό και την δημιουργία –το τελευταίο ισχύει ιδίως για τους Ορθοδόξους. Και όμως, όλος αυτός ο προνεωτερικός κόσμος, ο βρίθων απωθημένων και νευρώσεων, συλλογικών ή ατομικών, διέσωσε ένα νόημα, προβληματικό ίσως και δυσμετάφραστο στην σύγχρονη εποχή, αλλά που ξεπερνά τα όρια του δεδομένου –πράγμα απαράδεκτο, απορριπτέο και ακατανόητο για το υπερνεωτερικό υποκείμενο. Αίφνης, το πέραν της συμπαθείας και της ταυτίσεως πραγματικό γνοιάξιμο για τον άνθρωπο, που είχαν οι Ιησουίτες («σε χρειαζόμαστε, όπως και να ’σαι», μέσα σε ένα πλαίσιο αλληλεγγύης, μακράν της λειτουργικής/εργαλειακής ομάδος, –κάποιος μας χρειάζεται, μάς έχει ανάγκη, ακόμη και αν μας παρακολουθεί ή μας καταπιέζει), αντιπαρατίθεται στην υπόρρητη και παντελή αδιαφορία του νεοπροτεστάντη για τον απροσάρμοστο και αποτυχημένο, ο οποίος υπό το βάρος της αναλήψεως των πάντων ως προσωπικής ευθύνης θεωρεί άπασες τις κρίσεις και τις αποτυχίες –μηδενός είδους εξαιρουμένου– ως προσωπικές κρίσεις και αποτυχίες. Έναντι του νεωτέρου κράτους που φθάνει να αυτοθεωρείται ως ένας ιδιώτης, υποκείμενο και αυτό στο ιδιωτικό δίκαιο, μέσα σε ένα πλήρως ανταγωνιστικό πλαίσιο, ο προνεωτερικός Ιησουίτης προτείνει το «ώσπερ πτώμα», μία παντελή ανιδιοτέλεια για να σώσει το κοινόν του νοήματος και της κοινωνίας.

Κοντολογίς: Αν δεν σ’ αρέσει η νεύρωση, υπάρχει και η διαστροφή, η κατάθλιψη και η παράνοια.