Shares
Αλέξανδρος Ιόλας: Η άνοδος, η πτώση και ο βρώμικος πόλεμος

Αλέξανδρος Ιόλας: Η άνοδος, η πτώση και ο βρώμικος πόλεμος

TΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΩΣ ΑΚΡΟΤΗΤΑ ΚΙ ΩΣ ΤΡΑΓΩΔΙΑ
ΤΕΧΝΕΣ

Αν επρόκειτο να μιλήσουμε για έναν έρωτα αλλόκοτο κι ένα ισχυρό πάθος, για μια πατρότητα που δολοφονείται ή για ένα πόλεμο που παραμένει πόλεμος (ό,τι κι αν αυτό συνεπάγεται κι όσο κι αν αυτό που διαβάζετε σας κάνει να αναρωτιέστε), τότε θα συσχετίζαμε κι εμείς, ακολουθώντας τον Bacon, την εκδίκηση με μιαν άγρια δικαιοσύνη. Όμως στη δική μας περίπτωση, πρόκειται να δούμε μιαν απέραντη ενοχή για μια συλλογική απώλεια, που ’ταν ταυτόχρονα μια ατομική καταβύθιση στο μηδέν. Και μήπως η πτώση ενός ρομαντικού πρίγκιπα κι η διάλυση μιας ουτοπικής προσδοκίας δεν είναι στοιχεία τραγικά και δεν αντλούν τη νόσηρότητά τους απο κάθε είδους βρωμιά και ντροπή κι ασχήμια; Γνωρίζω πως όσα γράφονται σ’αυτή την παράγραφο ίσως να φαίνονται παράδοξα. Είναι όμως το κλειδί για την κατανόηση μιας ιστορίας που μας βεβαιώνει πως η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται ζεστό.

© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη
© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη
© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη
© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη

Eκείνο το μεσημέρι, έξω απ’την πύλη της Ecole des Beαux-Arts, ένας νέος κυριεύθηκε από ένα βαρύ αίσθημα αποτυχίας. Αυτό το αγόρι, που έχοντας αποτύχει στην τέχνη της υποκριτικής, αποφάσισε να γίνει ζωγράφος, γεύεται την απόρριψη του παρισινού ακαδημαϊσμού. Το Café de Flores κρυβόταν τότε μες στις κραυγές των αριστεριστών και τους ξεθωριασμένους καπνούς των υπαρξιστών. Ο νέος γνωρίζει τον Γιάννη Τσαρούχη, που στεκόταν εκείνη τη μέρα –όπως άλλωστε κάθε μέρα– και παρατηρούσε το ρυθμό των σωμάτων και των φωνών στο Μοντπαρνασιανό καφέ. Ο Δάσκαλος εντυπωσιάζεται απ’ τη ρώμη και την ορμή του νεαρού και νιώθει μια κάποια έλξη και τον καλεί σπίτι του. Λίγο αργότερα τον ορίζει βοηθό του. Ο νεαρός σκεφτόταν πως δεν είναι και τόσο αισχρός κι ούτε εντελώς αποτυχημένος.

© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη

Πολύ σύντομα, ο Αντώνης Νικολάου άφησε πίσω του έναν εαυτό και βάλθηκε να γνωρίσει τις ιδιοτροπίες μιας πριμαντόνας. Ο Δάσκαλος του χαρίζει το κρινολίνο που ’χε σχεδιάσει, χρόνια πριν, για τη Μαρία Κάλας, όνομα που παίρνει αναιδώς ο Αντώνης, κατά προτροπή, φυσικά, του Τσαρούχη. Δεν θα μάθουμε ποτέ αν ο λόγος που έκλεβε ο Κάλας μπορεί να αναχθεί σε μια διαταραγμένη πτυχή του εσωτερικού του τοπίου ή εαν επρόκειτο καθαρά για πράξη ιδιοτέλειας, ωστόσο γνωρίζουμε αυτό: έκλεβε. Κι ο δάσκαλος δε γλίτωσε ούτε κι αυτός απ’ τη συνήθεια του αλλόκοτου αυτού τραβεστί, που ο ίδιος είχε δημιουργήσει. Όταν όμως οι κλοπές έλαβαν τη μορφή ανεξάντλητης ρουτίνας, ο δάσκαλος έδιωξε μακριά τον Κάλας, ο οποίος δε μπορούσε παρά να τριγυρνά στους δρόμους του Παρισιού, αναζητώντας έναν παλιό γνώριμο.

Μερικά χρόνια πριν απ’ τον Πόλεμο, ένας άλλος νέος, από την κοσμοπολίτικη και μακρινή Αλεξάνδρεια, φτάνει, ύστερα από ταξίδι με σταθμούς πολλούς κι αφετηρία μια συστατική επιστολή και μια σκέψη διαμορφωμένη από τον Κ.Π. Καβάφη, στην τότε άκρως εκκεντρική πόλη των Σουρεαλιστών, του Αινίγματος, της κυριαρχίας του Gides. Μοντέλο, με σπάνια μόρφωση και χορευτής των ρωσικών μπαλέτων, αναζητώντας τον εαυτό του και παλεύοντας με το άγχος μάλλον της ανιαρότητας –κι όχι της επιβίωσης–, περπατά στη Rue de Marignan, στα Champs Elyssees, ώσπου το βλέμμα του σταματά σ’ ένα ταμπλό που δεσπόζει στη βιτρίνα μιας μικρής γκαλερί. Ίσως αυτός ο πίνακας, συμβολίζοντας τη σιωπή των θεών και τη νοσταλγία και το παράπονο και μια αποξένωση νιτσεϊκή του ανθρώπου, να αποτέλεσε το έναυσμα για έναν τρόπο ζωής εκκεντρικό κι αντισυμβατικό και πλήρη. Ήταν η Μελαγχολία μιας όμορφης μέρας, όπως την είδε ο De Chirico, κι είναι ο Νέος που κοιτά, που ενδιαφέρει τούτες τις γραμμές: ο Αλέξανδρος Ιόλας.

Αν έπρεπε να σας πούμε κάτι για τον Κάλας, ίσως να τονίζαμε πως η ανασφάλεια ήταν γι’ αυτόν το κύριο προσωπικό βασανιστήριο κι ότι αυτή, συνδυαζόμενη μ’ ένα πανίσχυρο φόβο, τον οδηγούσε στα συμπλέγματα κι ίσως στη διαστροφή. Όσο για τον Ιόλα, μάθετε, αγαπητοί αναγνώστες, πως δεν ήταν παρά ένα θύμα της δικής του όμορφης κι ακραίας συνείδησης.

© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη

«Αλέξανδρος Ιόλας, ο Μέγας»

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ο άλλοτε ρομαντικός κι ανήσυχος χορευτής είναι πια ένας από τους επιφανέστερους και πιο επιδραστικούς ανθρώπους στο χώρο της παγκόσμιας Τέχνης. «Ο γκαλερίστ που άλλαξε την τέχνη για πάντα» κατά τους New York Times, «Αλέξανδρος Ιόλας, ο Μέγας» κατά τη «Liberation». Ήταν αυτός  ο άνθρωπος που ανάγκασε τους Αμερικανούς να εκτιμήσουν τη σύζευξη του ονείρου και της πραγματικότητας που πρότειναν οι σουρρεαλιστές. Ήταν αυτός που προώθησε τα έργα καλλιτεχνών του μεγαλείου ενός Max Ernst, ενός Μagritte ή αυτού ακόμη του Picasso, στην αμερικανική αγορά. Ήταν αυτός που, ενστικτωδώς ή από απλή τύχη, έδωσε την ευκαιρία σ’ ένα αδύνατο αγόρι, που μπαινόβγαινε σ’ ένα εργοστάσιο παπουτσιών παρέα με το κολατσιό του, την ευκαιρία να γίνει ο μεγάλος Andy Warhol. Ήταν αυτός που εκμαίευσε τα μοναδικά μπρούτζινα Erotiques του Τάκη. Ήταν αυτός που ο Jean Tinguely κι η Niki de Saint Phalle θεωρούσαν μέντορα, ο Αλέξης Ακριθάκης πατέρα κι η Μάρα Καρέτσου ευεργέτη.

Εδώ και χρόνια είχε αποφασίσει να μείνει μόνιμα στην Ελλάδα, στο ανάκτορο που επιμελήθηκε για λογαριασμό του ο Δημήτρης Πικιώνης, το οποίο στέγασε δέκα περίπου χιλιάδες έργα τέχνης. Χτισμένο σε μιαν απόμερη τότε έκταση της Αγίας Παρασκευής, το σπίτι συμβόλιζε την εναντίωση της Ομορφιάς στο χάος. Τα πάρτι που διοργάνωνε εκεί ο συλλέκτης συγκέντρωναν καλλιτέχνες, πολιτικούς, επιχειρηματίες. Επιβαλλόταν η συνύπαρξη ενός Nureyev κι ενός Νιάρχου, του Ελύτη και του Νιάνια,του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Harold Stevenson. Ίσως ο κρότος μιας τέτοιας ατμόσφαιρας να ’ταν το μόνο που είχε γραφτεί ως τότε στον Τύπο για τον Αλέξανδρο Ιόλα, άγνωστο φυσικά, παντελώς, στο ελληνικό κοινό.

© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη

Η αρχή της κρίσης

Το 1983 το περιοδικό «Γυναίκα» μεσουρανεί κι η δημοσιογράφος Όλγα Μπακομάρου περνά μέρες στη βίλα του συλλέκτη, συζητώντας μαζί του αδιάκοπα. Γεννιέται έτσι μια συνέντευξη. Μια συνέντευξη που πρώτη φορά εισήγε τον Ιόλα με ουσιαστικό τρόπο στη δημόσια σφαίρα. Μια συνέντευξη που παρερμηνεύτηκε. Μια συνέντευξη που έμελλε να σκοντάψει πάνω στον ελληνικό εθνοεπαρχιωτισμό. Μια συνέντευξη που έμελλε να του κοστίσει.

Η πνευματικότητα του Αλεξανδρινού, ο ποιητικός κι αφοριστικός του τόνος, ήταν προορισμένος να παραβλεφτεί. Οι αιρετικές του απόψεις διαστρεβλώθηκαν. «Ο Παρθενώνας ήταν μια έκφραση του πέμπτου αιώνα και της παρακμής του. Ήταν γελοίος. Σήμερα, κατεστραμμένος είναι πιο ωραίος, του ’χει μείνει η εύνοια», θα πει ο Ιόλας και θα χιμήξουν πάνω του οι πάντες, σαν ύαινες. Κανείς δεν μπόρεσε να καταλάβει πόση πικρία για μια Ελλάδα ανενεργή χωρούσε αυτή η δήλωση. Κανείς δεν μπόρεσε να καταλάβει πως η απόρριψη του Ιόλα για κάτι περασμένο ήταν συγχρόνως μια προτροπή στον Έλληνα, για δημιουργία ενός νέου μεγαλείου, μια τέχνης σύγχρονης και πρωτότυπης.

«Όλοι τα λέγαμε αυτά τότε. Έλληνες και Ξένοι. Αν ο Παρθενώνας υπήρχε μόνο για να δικαιολογήσει τη νέα μας και μόνιμη πια ανυπαρξία, τότε δεν τον θέλουμε. Δεν θέλουμε διαφυγή» λέει ο ζωγράφος Κώστας Τσόκλης στον γράφοντα, κοιτώντας με μια παράξενη απογοήτευση. Δεν ήταν, όμως, μόνο μια δηκτικη δήλωση που προσέβαλε τον αυτοφυή εθνοεπαρχιωτισμό μας αλλά η επίθεση, ενίοτε άκομψη, πάντως προφητική, του Ιόλα στο πολιτικό κατεστημένο της εποχής. Η αναφορά στον Ανδρέα Παπανδρέου, τότε παντοκράτορα του λαϊκού συναισθήματος, ως μέτριο πολιτικό, η αποδόμηση της Μελίνας κι η εναντίωση στην εκστρατεία για την επιστροφή των Ελγινείων εξαγρίωσαν την ελληνική κυβέρνηση, αφού είχαν μάλιστα προηγηθεί ανάλογες δηλώσεις στις εφημερίδες «Monde» και «Republica», όπως μου επισημαίνει ο Νίκος Σταθούλης.

Η καλλιτεχνική ιντελιγκέντσια δεν γλίτωσε ούτε αυτή απ’ την οξύτατη κρίση του συλλέκτη. Τσαρούχης, Φασιανός, Κουν διαλύονταν όλοι σαν αμμόκαστρα. Επαινεί μόνο μιαν αληθινή –κατ’ αυτόν– avant garde. Τσόκλης, Τάκης, Ακριθάκης, Ν.Χ. Γκίκας. Η συνέντευξη αυτή ήταν, ομολογουμένως, μια επίθεση erga omnes, χυδαία και προσβλητική για τους πολλούς, αποκαλυπτική για τους λίγους. Κρατώ μόνο μια φράση. «Όλα στέκονται με το ζόρι, βρισκόμαστε στο τέλος του πολιτισμού. Ο άνθρωπος αλλάζει, όχι πολιτικά, αλλάζει ιστορικά...». Δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι οι δυνάμεις αυτής της αποδομητικής αλλαγής θα τον έπλητταν πιο φανατικά ακόμα κι από τη χειρότερη μορφή επιθετικού καρκίνου. Η κοινωνία του θεάματος είχε νικήσει. Οι στοιχειώδεις κριτικές κι αντιληπτικές ικανότητες του ανθρώπου γίνονταν όλο και πιο ευάλωτες.

Ο Αλέξανδρος Ιόλας με τον Άντι Γουόρχολ, © Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη

Ο Ιόλας κατηγορούμενος

Τον Απρίλιο του 1984, δημοσιεύεται στον «Ελεύθερο Τύπο», υπό την ευθύνη της Αγγελικής Νικολούλη, ένα καταγγελτικό κείμενο με τίτλο «Αποκαλύπτω ποιοι γδύνουν την Ελλάδα». Ο Αντώνης Νικολάου παρουσιάζει τον Ιόλα ως αρχαιοκάπηλο, ομοίως και τον Γιάννη Τσαρούχη. Φορώντας το ίδιο κρινολίνο με κάποτε κι έχοντας παραμάσκαλα ένα κασετόφωνο που έπαιρνε τη φωνή της Κάλας, μπορείτε τώρα άφοβα να σχηματίσετε την εικόνα ενός τραβεστί που γυρνά τις εφημερίδες και τους ραδιοφωνικούς σταθμούς και δέχεται, όπου κι αν πάει, χλευασμό κι απόρριψη.

Εν τέλει, το μέσο για το οποίο η σοβαρότητα δεν ήταν παρά μια υπερτιμημένη αρετή στον γενναίο αυριανιστικό κόσμο βρέθηκε, κι η Αγγελική Νικολούλη αποφάσισε να κάνει το μεγάλο θέμα. Ο Κάλας σε λίγο θα γίνει δημόσιο πρόσωπο, ένας τιμητής κι ένας ψευδόμενος κατήγορος. Προς τι τόσο μένος, όμως, για τον Αλεξανδρινό συλλέκτη; Ο βιογράφος του Ιόλα, Νίκος Σταθούλης, μας λέει πως όταν ο Ιόλας έβλεπε έναν άνθρωπο να κλαίει, σπάραζε κι έτρεμε. Δεν άντεχε να βλέπει τα πρόσωπα να δυστυχούν. Γι’ αυτό κι όταν ο Κάλας, διωγμένος απ’τον Τσαρούχη, κατέφυγε στην γκαλερί του, στο Παρίσι, ο Iόλας του σκούπισε τα μάτια και τον πλήρωσε αδρά για να τακτοποιεί την γκαρνταρόμπα του στην Αθήνα. Του αγόρασε μάλιστα ένα τριώροφο στου Ζωγράφου, ενώ του έδινε τη δυνατότητα να μεθά, πληρώνοντάς του ξεχωριστά την κάβα.

Όπως είπαμε, ο Κάλας ζούσε με το μυστικό πόθο της κλοπής ως διαδικασίας. Ωστόσο τώρα τα πράγματα σοβαρεύουν. Δεν είχαν σημασία τα 300.000 δολάρια που έκλεψε ο Κάλας απ’ το σακάκι του Ιόλα το ίδιο βράδυ του γυρισμού του απ’ τη Νέα Υόρκη. Ο χρυσός όμως σταυρός του Ιουστινιανού, ένα χρυσό μακεδονικό στεφάνι και μερικά άλλα αρχαία αντικείμενα παρόμοιας αξίας, είχαν κι αυτά χαθεί. Ο Ιόλας ανησυχούσε. Δεν είχε την κατοχή τους, παρά μονάχα την κυριότητα. Η αρχαιολογική υπηρεσία ήταν αυστηρή. Κι αυτή την ίδια  αυστηρότητα υιοθέτησε κι ο Αλεξανδρινός, όταν έστειλε ανθρώπους του στο σπίτι του Κάλας, να του ζητήσουν –με τη βία, αν ήταν αναγκαίο– να επιστρέψει τα κειμήλια, ανακοινώνοντας παράλληλα την απόλυσή του. Τώρα πια οι άνθρωποι που τον ευεργέτησαν γίνονται οι μεγαλύτεροι εχθροί της διεστραμμένης του διάνοιας.

Η αποτυχία του ως επίδοξου καλλιτέχνη κι η καθολική απόρριψη, φαίνεται να λειτούργησαν κατ’ ένα τρόπο συναφή (κι εδώ αναγνωρίζω τον κίνδυνο της υπερβολής) με το χιτλερικό παράδειγμα.

Δηλώσεις όπως «είχα μεγάλο ταλέντο, αλλά ο Ιόλας κι ο Τσαρούχης με κατέστρεψαν» μαρτυρούν πως ο Κάλας περνούσε τις νύχτες απωθώντας τον ίδιο του τον εαυτό. Αναζητούσε έναν αντίπαλο ώστε να σταματήσει να πολεμά την ιδέα της ίδιας του της ύπαρξης. «Δεν μπορώ να σας πω τι είπα στην κατάθεσή μου γιατί θα το μάθουν οι αντίπαλοί μου». Ο προσωπικός εχθρός του Κάλας είχε κατασκευαστεί. Αρχίζει τώρα να κατασκευάζεται κι ένας εχθρός που πρέπει να στοχευτεί κι από ένα μίσος συλλογικό.

© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη

Οι καταγγελίες του Κάλας κι η προβολή κι η ανελέητη καταδίκη του Ιόλα από τον Τύπο, οδηγούν τη δικαιοσύνη να ασκήσει δίωξη κατά του Αλεξανδρινού μαικήνα. Ένας άνθρωπος ο οποίος επαναπάτρισε περίπου 2.300 αρχαιότητες κατηγορείται για αρχαιοκαπηλία. Ένας άνθρωπος ο οποίος κρατούσε το τσιγάρο σβηστό, ένδειξη απλή ενός ιδιόμορφου στιλ, κατηγορείται για εμπορία και χρήση ναρκωτικών. Ένας δανδής, του οποίου η γοητεία λέγεται πως μπορούσε να φέρει κοντά του όποιο νεαρό αγόρι επιθυμούσε, κατηγορείται για «παρά φύσιν ασέλγεια εκ κερδοσκοπίας μετά νεωτέρων προσώπων».

© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη

Η διαπόμπευση, με την εφημερίδα «Αυριανή» να ηγείται της «καμπάνιας»

Τον Νοέμβριο του 1985 ο Νίκος Σταθούλης ανεβαίνει στη σουίτα όπου διέμενε ο Ιόλας, στο ξενοδοχείο Pierre στη διασταύρωση της Πέμπτης Λεωφόρου με το no.61 της East Street. Οι ελληνικές εφημερίδες είναι σπαρμένες σ’ όλο το πάτωμα του δωματίου, καλύπτοντας πανάκριβα χαλιά κι εκλεκτό μάρμαρο. Ο Ιόλας κοιτούσε έξω από το παράθυρο στηρίζοντας το βαρύ πια κεφάλι του, στο δεξί του χέρι. Ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις αν το βλέμμα του έπαιρνε τη μορφή του φόβου, του μίσους ή ενός απροσδιόριστου πείσματος.

Ο Νίκος Σταθούλης προσπαθεί να τον πείσει να μην ξαναγυρίσει στην Ελλάδα μα ο Ιόλας αντιδρά παράδοξα. Χτυπώντας το ίδιο δεξί του χέρι στο γραφείο, με δύναμη που στα μάτια του τότε νεαρού βιογράφου του φάνταζε υπερφυσική, συνέχισε κραυγάζοντας: «Άκου να σου πω, νεαρέ μου, εγώ έχω μια ιστορία τριάντα αιώνων, δε θ’ αφήσω κανέναν να με κάνει να αποποιηθώ αυτό το βάρος».

Η διαπόμπευση είχε αρχίσει να λαβαίνει διαστάσεις υπερμεγέθεις, με την εφημερίδα «Αυριανή» να ηγείται της «καμπάνιας», όπως η ίδια την ονόμαζε, που σκοπό είχε την εκμηδένιση και το χλευασμό στην ίδια του τη χώρα, ενός ανθρώπου αναγνωρισμένου και τιμώμενου σ’ όλο τον δύσκολο και παράξενο δυτικό κόσμο.

«Να εξεταστούν από γιατρούς ο Βρωμοιόλας κι ο κλεφτοτσαρούχης»

«Τρέμει η καλή κοινωνία από το σκάνδαλο Ιόλα»

«Για όργια διώκεται ο Ιόλας»

Μερικά πρωτοσέλιδα ενδεικτικά της κίτρινης τάσης που πολεμούσε τότε κάθε ανάγκη κι ορμή για αυθεντική δημοσιογραφία. Ο Αλέξανδρος Ιόλας ήταν το τέλειο θύμα. Ένας άνθρωπος της τέχνης, ένας εκκεντρικός ομοφυλόφιλος, ένας δανδής. Τρεις ιδιότητες παντελώς άγνωστες στην ελληνική κοινή γνώμη. Κι άρα τρεις ιδιότητες ύποπτες, αν όχι εξ υπαρχής διεστραμμένες.

ΓΡΑΦΟΝΤΑΝ ΧΥΔΑΙΟΤΗΤΕΣ ΚΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΙΣ ΕΝΣΤΕΡΝΙΖΟΤΑΝ, ΣΑΝ Ν’ ΑΚΟΥΓΕ ΤΗ ΦΩΝΗ ΚΑΠΟΙΟΥ ΘΕΟΥ Ή ΜΕΣΣΙΑ.
© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη

Η παραδημοσιογραφία της εποχής είχε αποφασίσει πως η δικαιοσύνη είχε χάσει πια τις αρμοδιότητές της, ενώ μερικοί γραφιάδες είχαν ανακηρύξει εαυτούς μοναδικά ομοιώματα του Δράκοντα, έγκριτους διαδόχους του Wendell Holmes ή του Λόρδου Denning. Γι’ αυτούς, η «μοναξιά» του Κάλας ως μάρτυρα δεν ήταν σημάδι έλλειψης στοιχείων, αλλά τρόπος χειραγώγησης ενός αντιληπτικά προκατειλημμένου κοινού, ενός κοινού του οποίου κάθε εμπειρία ήταν πια ψευδεπίγραφη, όπως θα μας θύμιζε κι ο Μarcuse.

Ο αυριανισμός ήταν μια βιομηχανία επίπλαστων απαιτήσεων, ένας μηχανισμός τύφλωσης του κοινού νου, μια προσπάθεια στροφής του σ’ ό,τι νοσηρό κι ευτελές κι αδιάφορο. Η περίπτωση της διαπόμπευσης του Ιόλα επικυρώνει το πόσο εύκολο είναι για έναν ιδεολογικό μηχανισμό καθεστωτικής διατήρησης και προώθησης να λάβει μια ακραία μορφή λαϊκιστική, αν όχι φασίζουσα. Η ομοφυλοφιλία του Ιόλα επιστρατεύτηκε απ’ τον Τύπο ως στοιχείο (αυτό και μόνο) ενοχής. Η διαδικασία ενεργοποίησης των ομοφοβικών ψευδοσυναισθημάτων του ελληνικού λαού είχε πετύχει. Γράφονταν χυδαιότητες κι ο κόσμος τις ενστερνιζόταν, σαν ν’ άκουγε τη φωνή κάπου θεού ή μεσσία.

Ο Κάλας διέδιδε –και γινόταν πιστευτός– πως υπήρξε εραστής για χρόνια του συλλέκτη, πράγμα που είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πως δεν ισχύει. Ο ίδιος κατήγγειλε πως είδε ένα βράδυ στο κρεβάτι του Ιόλα «ένα νεαρό με μελανιασμένα χέρια που σπαρταρούσε σαν ψάρι, έχοντας δίπλα του, σ’ ένα τραπεζάκι, μια χρησιμοποιημένη σύριγγα». Οι φήμες πως ο Ιόλας εκμεταλλευόταν σεξουαλικά παιδιά φτωχών οικογενειών λάμβαναν κύρος αξιώματος. Χωρίς στοιχεία, μαρτυρίες και μη έχοντας ακολουθήσει καμία διαδικασία διασταύρωσης πηγών, άνθρωποι σαν το Μάνο Χάρη, «αποκάλυπταν», ακόμα και τους προμηθευτές, έλληνες και ξένους, της ερωτικής αυλής του Ιόλα. Δεκατρία ονόματα αναφέρει ο Χάρης κι όλως τυχαίως σχεδον όλα αντιστοιχούν σε νεκρούς.

«Αδερφές κι ανώμαλοι» χαρακτηρίζονταν ακόμα κι οι καλλιτέχνες που με πρωτοβουλία του Κώστα Γαβρά, κλήθηκαν να υπογράψουν ανοιχτή επιστολή, υποστηρικτική του Ιόλα τον καιρό της «εν Ελλάδι δημοσίου σταυρώσεως». Ο Βασίλης Βασιλικός, ο Γ.Π. Σαββίδης, o Andy Warhol, o Τάκης, o Jean Tinguely, δεν ήταν παρά «φίλοι του Ιόλα μαζί με τους οποίους ανέπτυξε καλλιτεχνικές κι ομοφυλοφιλικές δραστηριότητες», ενώ όσοι δημοσιογράφοι αντέκρουαν τα γραφθέντα της «Αυριανής» και των συν αυτή δεν ήταν παρά «μια ομάδα δημοσιογραφικής αντιπληροφόρησης» που λειτουργούσε καθ’ υπαγόρευση, εντεταγμένη στο payroll της βίλας της Αγίας Παρασκευής.

Ο ΙΟΛΑΣ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΚΑΤΕΣΤΗ ΘΗΡΑΜΑ ΜΟΝΟ ΛΟΓΩ ΤΗΣ ΑΚΡΩΣ ΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΤΥΠΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ. ΠΟΛΕΜΗΘΗΚΕ, ΟΠΩΣ ΚΙ Ο ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ, ΓΙΑ ΛΟΓΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ.
© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη

Ρεπόρτερ της τότε «Αυριανής», ενεργός ακόμα δημοσιογράφος, μας είπε κάτι λίγο πολύ γνωστό, πάντως ενδιαφέρον: πως ο Ιόλας πλήρωνε τη φιλική του σχέση με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Τα συνεχή πλήγματα κι ο διασυρμός είχαν ως βασικό στόχο τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας και κατά συνέπεια την ενίσχυση της κυβερνώσας διοίκησης. Ο Ιόλας αναφερόταν άλλωστε ως ο «διαβόητος φίλος του Καραμανλή» ή ως ο «ανώμαλος φίλος του Καραμανλή, ομοφυλόφιλος συλλέκτης Ιόλας». Η πολιτική δεν είναι, όπως φυσικά γνωρίζετε, παρά ένα παιχνίδι ισχύος που ενίοτε μπορεί να απαγορεύσει σ’ έναν άνθρωπο την ίδια του την αυθυπαρξία, με μόνη αφορμή (κι όχι αιτία) την ιδιαίτερη φύση του.

© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη

Ο Αντώνης Στρατής (στενός συνεργάτης του Αντρέα Παπανδρέου), η Μελίνα Μερκούρη, ο αδερφός της Σπύρος, όλοι είχαν προειδοποιήσει το συλλέκτη πως το Καστρί είναι ενοχλημένο. Ο Σπύρος Μερκούρης μάλιστα ήταν ο άνθρωπος που ενημέρωσε τον Ιόλα πως η Μελίνα δέχεται πιέσεις να διώξει τους καταγραφείς απ’ τη βίλα του και να κατάσχει τη συλλογή του.

Ένας όρκος για εκδίκηση, μια καθεστωτική απαίτηση πολιτικής αποδόμησης και μια καθυστερημένη συλλογική συνείδηση διεπλάκησαν τέλεια κι οδήγησαν έναν άνθρωπο στην πτώση και την καταστροφή. Τι κι αν αθωώθηκε από όλες τις κατηγορίες; Τι κι αν είχε τη στήριξη των μεγαλύτερων μέσων ενημέρωσης του κόσμου; Τι κι αν τον θαύμαζε ο Nelson Rockefeller κι αν ο Mitterand τον έχριζε την ίδια στιγμή Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής;

© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη

Η μάχη με το σκοτάδι

Η πτώση είχε ήδη αρχίσει. Έχοντας κάνει ήδη μια απόπειρα αυτοκτονίας στο αυτοκίνητο του βιογράφου του κι όντας πια ταλαιπωρημένος από την αρρώστια του κι απογοητευμένος από την απόφαση του ελληνικού δημοσίου να μην ανταποκριθεί στην επιθυμία του να δωρίσει το ανάκτορο και τα δέκα χιλιάδες έργα τέχνης της συλλογής του στο κράτος (κι εδώ πρέπει να τονιστεί ότι ο Ιόλας προσέφερε μεταξύ άλλων ενενήντα Picasso, τη στιγμή που η Εθνική Πινακοθήκη διέθετε μόνον έναν), ο Ιόλας φαινόταν να παραδίδεται σε μιαν αλλόκοτη μάχη με το σκοτάδι. Δεν έτρωγε πια, δεν πλενόταν, δεν άλλαζε ρούχα για μέρες.

Οι προτάσεις του Νίκου να φάνε μαζί στο Red Dragon αποκρούονταν από μια κίνηση του Ιόλα να αλατίζει ένα κομμάτι ξερό ψωμί, και να του αρκεί. Είναι πιθανόν ο συλλέκτης να έζησε το υπόλοιπο της ζωής του αυτοκτονικά, που θα ’λεγε κι ο Mailer. Τα χέρια του ήταν αποστεωμένα. Οι σκέψεις του γίνονταν ολόσαρκοι εφιάλτες. Γέρασε. Του είχαν αρπάξει την αξιοπρέπεια. Ο Χατζηδάκις άντεχε, ίσως και να διασκέδαζε, τον διασυρμό του. Ο Ιόλας όμως κατέπιπτε. Ίσως ο Τσόκλης να ’χε δίκιο, όταν μου είπε πως ο Ιόλας είχε καταναλώσει ό,τι η φύση του είχε δώσει, πριν εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Ίσως, κατά Τσόκλη, «να δίδαξε με το θάνατό του πώς πρέπει να τελειώνει του ανθρώπου η ζωή». Δεν πείθομαι. Η πτώση του ήταν τέκνο μιας διαχρονικής, μιας κραταιάς νοσηρότητας (των άλλων).

Ίσως η απόφαση του Ιόλα να παραμελήσει τον εαυτό του να ήταν ένα είδος αυτοτιμωρίας, μας λέει ο Νίκος Σταθούλης. Κι ο Τσόκλης συμφωνεί. Ίσως ο ίδιος, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, να επιδίωκε να γίνει ο ήρωας της δικής του, προσωπικής τραγωδίας. Ένας Άμλετ του καιρού του και μια Μήδεια. Άλλο ένα θύμα του κύκλου αίματος εκείνου που ξεκινά απ’ τους Ατρείδες και κρατά ως και σήμερα. «Γιατί νομίζεις γεννήθηκε η τραγωδία σ’ αυτόν τον τόπο κι όχι αλλού;» έλεγε στον Νίκο. Αν η τραγωδία είναι εκείνη η σύζευξη της επιθυμίας και του θανάτου, τότε ο Ιόλας ήταν μια περσόνα βαθιά κι απόλυτα τραγική. Συγκρούστηκε με τη μοίρα εξαιτίας της τόλμης και της πρωτοτυπίας του. Συγκρούστηκε με τον εαυτό του εξαιτίας μιας παράξενης εμμονής με την ανθρώπινη υπεροχή. Κι η συνείδησή του έγινε ο εφιάλτης του.

Ο Dorian Grey δεν υπήρχε πια. Μόνο ένας προδομένος άνθρωπος απέμεινε, ή ένας demon assis, σαν αυτόν που μας δείχνει ο Vroubel. «Ο Ιόλας ήταν ταραγμένος. Τον είδα να σχηματίζει έναν αριθμό με δεκατρία ψηφία. Κατάλαβα πως τηλεφωνούσε στη Νέα Υόρκη. Στην άλλη άκρη της γραμμής διέκρινα τη φωνή του Andy. O Iόλας του ζήτησε να φτιάξει τον μυστικό δείπνο. Θα ήταν το έργο που θα εγκαινίαζε την αντιγκαλλερία του στο Μιλάνο. Ο Άndy συμφώνησε. Ο Ιόλας τότε του ζήτησε να αφήσει τη θέση του Ιούδα κενή. Στη θέση του Ιούδα ήθελε να τοποθετήσει τον Έλληνα, τον κάθε Έλληνα που τον τσάκιζε», λέει νοσταλγικά ο Νίκος και συνεχίζει υπενθυμίζοντάς μου πως ο «Μυστικός Δείπνος» ήταν το κύκνειο άσμα και των δύο, «μετά από λίγο πέθαναν».

© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη

Το τέλος

Τους τελευταίους μήνες ο Ιόλας δεν μπορούσε να καθορίσει ούτε το παρόν και το μέλλον της περιουσίας του. Ανίσχυρος, εξουσιάζεται πια απ’ την αδερφή του, τη Νίκη Στάιφελ, η οποία τον κρατά απομονωμένο απ’ τα βλέμματα ακόμη και των πιο αγαπημένων του ανθρώπων. Δηλητηρίασε τα σκυλιά του κι απέλυσε την κυρία Σούλα, την πιστή του οικονόμο. Καθότι διαχειρίστρια, θα έλεγε κανείς πως η Στάιφελ ευθύνεται εν πολλοίς για την τερατώδη λεηλασία της συλλογής του. Ο Ιόλας νοσηλευόταν στη Νέα Υόρκη. Τα αρχαία εξαφανίστηκαν. Η βίλα έπεφτε θύμα αλλεπάλληλων κλοπών. Σύγχρονα και μη έργα, αμύθητης αξίας, φυγαδεύονταν στην ανιψιά του, και κόρη της Νίκυ Στάιφελ, Σύλβια Ντε Κουέβας, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Άλλα τα καρπώνονταν οι εν Ελλάδι ευνοούμενοι της τότε κυριάρχου. Οι ευθύνες της Στάιφελ εν πολλοίς αναγνωρίστηκαν αλλά η ποινική δίωξη που της ασκήθηκε κηρύχτηκε παύσασα με το θάνατό της. 

© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη

Τη μεσεγγύηση ανέλαβε ο τότε πρόεδρος του ΔΣΑ, Φώτης Κουβέλης, τον οποίο ο Νίκος Σταθούλης κατηγορεί για αμέλεια και παραλήψεις και συνευθύνη για τη λεηλασία που συνεχίστηκε και επί των ημερών του. Ο Φώτης Κουβέλης, παρά την ύπαρξη δημοσιευμάτων της εποχής υποστηρικτικών των αιτιάσεων του βιογράφου του συλλέκτη, αρνήθηκε, μιλώντας στο γράφοντα, την παραμικρή ευθύνη. Τουναντίον. Τόνισε πρωτίστως, ως ενδεικτική σύνολης της στάσης του, την κίνηση να πληρωθούν όλα τα έξοδα της μεσεγγύησης «από την τσέπη τους», χωρίς καμία χρηματική απαίτηση απο την πλευρά Ιόλα, ενώ αναφέρθηκε στο «επίτευγμα» του ίδιου και της Μελίνας να εμποδίσουν την εξαγωγή εφτά έργων τέχνης με παράτυπα πιστοποιητικά, τα οποία βρίσκονταν ήδη στις αποθήκες της μεταφορικής εταιρείας Βεϊνόγλου, έτοιμα προς προώθηση στο εξωτερικό.

© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη
© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη
© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη
© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη

Η συλλογή του Ιόλα εν τέλει διαμελίστηκε. Το σπίτι της οδού Δημοκρατίας είναι πια νεκρωμένο. Μόνο σπαράγματα μαρμάρου και σκουριάς μπορεί να βρει κανείς εκεί μέσα και μια γαλήνη που δωρίζει το πράσινο και μιαν αίσθηση αλλοτινού μεγαλείου. Ίσως, με την αγορά της έπαυλης από τον Δήμο Αγίας Παρασκευής, το μεγαλείο να αποκατασταθεί, ίσως και να λαμπρύνει. Η άνοδος, πάντως, κι η πτώση του Αλέξανδρου Ιόλα ήταν ακραία και γοητευτική. Κατάφερε να μετατρέψει τη ζωή του σ’ ένα θέατρο και να υποταχτεί στο τραγικό του φινάλε. Σήμερα δεν έχουμε παρά να προσεγγίσουμε τον Ιόλα σαν έναν ολέθριο θεατρίνο. Ολέθριο για τον εαυτό του. Ολέθριο για την παράσταση. Μεγαλειώδη όμως για το Θέατρο καθ’εαυτό. Ίσως εν τέλει να τους χρειαζόταν τους εχθρούς. Ίσως ο πόλεμος να τον ωφέλησε. Άλλωστε ένας Ιόλας δε θ’ άντεχε ποτέ την ομαλότητα.

© Προσωπικό αρχείο Νίκου Σταθούλη
Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5