Αρχειο

Μάσκα: Ο εαυτός μας αλλιώς

Η ιστορίας της μάσκας στην Ελλάδα

A.V. Team
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ενόψει των Αποκριών, το Days of Art in Greece αναρωτιέται για τις σημειολογικές προεκτάσεις της μάσκας και το κατά πόσον οι μάσκες είναι κομμάτι του εαυτού μας.


Έχετε προσέξει ότι σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, η μάσκα αποτελεί μια κοινή πρακτική; Αυτό σημαίνει ότι μάλλον δεν πρόκειται απλώς για ένα έθιμο που εξαπλώθηκε σταδιακά παντού, αλλά πιθανώς για ένα ανθρωπολογικό φαινόμενο που έχει σχέση με την ανθρώπινη φύση.

Γιατί έχουμε τόση μεγάλη ανάγκη να φοράμε μάσκες; Η απάντηση εξαρτάται από το είδος της μάσκας που φοράμε. Οι νεκρικές μάσκες στην αρχαιότητα προστάτευαν τους νεκρούς από τη φθορά και φόβιζαν τα κακά πνεύματα. Είχαν λοιπόν έναν ‘προστατευτικό’ ρόλο, αλλά τελικά και μια μεγάλη καλλιτεχνική αξία, αν θυμηθούμε κάποιες από αυτές που έχουν διασωθεί από την Αρχαία Αίγυπτο και την Αρχαία Ελλάδα (μία από τις πιο σημαντικές εξ αυτών, το λεγόμενο ‘Προσωπείο του Αγαμέμνωνα’ βρίσκεται πολύ κοντά μας, αφού εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας).

Κυρίως όμως η μάσκα επιτελεί έναν άλλο ρόλο: η αλήθεια είναι πως πολλοί από εμάς δεν αντέχουμε κάποια στοιχεία του εαυτού μας και προσπαθούμε να τα ‘θάβουμε’ κάπου αλλού. Στο μέρος δηλαδή της προσωπικότητάς μας που ο Γιουνγκ απεκάλεσε «σκιά». Κάποτε όμως και αυτά τα στοιχεία που θάβουμε στη Σκιά, έχουν ανάγκη να βγουν προς τα έξω. Τα όνειρα είναι ένας συνηθισμένος μηχανισμός που τα εξωτερικεύουν, υπάρχουν όμως και άλλα όπως είναι οι μάσκες που φοράμε για να βγάλουμε και άλλους εαυτούς που έχουν ανάγκη να βγουν!

Εδώ μιλάμε κυρίως για τις θεατρικές και τις αποκριάτικες μάσκες. Η Ελλάδα ειδικεύεται και στις δύο αυτές περιπτώσεις. Η θεατρική μάσκα μεγαλουργεί στη χώρα μας εδώ και χιλιάδες χρόνια. Εικάζεται πως εμφανίστηκε στην Ελλάδα μεταξύ των 536-532 π.Χ. , σε αρχαία τραγωδία που ανέβασε ο Θέσπις στην 61η Ολυμπιάδα. Εξάλλου, σχετίζεται άμεσα με τη λατρεία του Διονύσου και τη γένεση του δράματος, αφού κατά τις εορτές προς τιμή του Θεού οι χορευτές μεταμφιέζονταν σε τράγους. Με τον καιρό βέβαια, την αξία της μάσκας στο χώρο της δραματικής τέχνης, την αντιλήφθηκαν και άλλοι, όπως έγινε στα χρόνια της Commedia dell Arte με τις μάσκες του Αρλεκίνου και στην Κολομπίνας, ενώ μόλις πρόσφατα (2013) η πρώτη μάσκα του Μπάτμαν αγοράστηκε και πλέον φιλοξενείται στο Εθνικό Μουσείο Αμερικανικής Ιστορίας Smithsonian.

Και στην Ελλάδα όμως, εκτός από τα δεκάδες ‘κλασσικά’ εκθέματα που μπορεί να βρει κάποιος στα αρχαιολογικά μουσεία της χώρας, υπάρχουν και δύο άλλα ιδρύματα που έχουν στην κατοχή τους κάποιες ξεχωριστές θεατρικές μάσκες. Το ένα είναι το Ίδρυμα Γ. Τσαρούχη, στο οποίο υπάρχουν μάσκες από τη σύγχρονη θεατρική μας ιστορία, όπως τις δημιούργησε ο μεγάλος εικαστικός μας. Το άλλο είναι το Μουσείο Ασιατικής Τέχνης στην Κέρκυρα, όπου εκτίθενται μεταξύ άλλων μάσκες Θεάτρου Νο, αντικείμενα Θεάτρου Καμπούκι και άλλα ενδιαφέροντα αντικείμενα.

Αλλά σήμερα θα σταθούμε περισσότερο σε περιοχές της Ελλάδας στις οποίες συναντάμε αρχέγονα έθιμα με μάσκες, κουδούνια και προβιές. Γιατί στην Ελλάδα τις απόκριες τηρούνται από άκρη σε άκρη αρχέγονες παραδόσεις, ξένες προς τον σύγχρονο ‘ορθολογικό’ τρόπο ζωής. Ο Διόνυσος εμφανίζεται αυτές τις μέρες στην Γέργερη της Κρήτης, όπου οι κάτοικοι ντύνονται με προβιές, φορούν κουδούνια και μουτζουρώνουν τα πρόσωπά τους∙ στην Αγιάσο της Λέσβου, όπου οι ‘κουδουνάτοι’ και οι παρέες των γλεντιστών κυκλοφορούν με ‘μ-τσούνες’, τραγουδώντας «αδιάντροπα» τραγούδια, σε ένα πανδαιμόνιο που διοργανώνεται από τον Καρναβαλικό Σύλλογο Αγιάσου "Ο Σάτυρος" (περισσότερες πληροφορίες για αυτό το δρώμενο μπορεί κάποιος να βρει στην ενδιαφέρουσα έκδοση του "Αναγνωστηρίου της Αγιάσου ‘Η Ανάπτυξη’", με συγγραφέα τον κ. Παναγιώτη Μ. Κουτσκουδή και τίτλο «Το αγιασώτικο καρναβάλι. Οι ρίζες του και η πορεία του στο διάβα του χρόνου»). Ειδικότερα, θα ψάξουμε για μουσεία ή άλλους εκθεσιακούς χώρους, στους οποίους ο επισκέπτης μπορεί να βρει όλο το χρόνο εκθέματα σχετικά με αυτά τα πανάρχαια διονυσιακά έθιμα.

Ξεκινάμε λοιπόν από την Ξάνθη, με το παλιό έθιμο ‘Το κάψιμο του Τζάρου’. Το έθιμο βέβαια θεωρείται ‘εισαγόμενο’ από το Σαμακώβ της Ανατολικής Θράκης και αναβιώνει κάθε χρόνο από τους κατοίκους του ομώνυμου προσφυγικού συνοικισμού. Πρόκειται για ένα κατασκευασμένο ανθρώπινο ομοίωμα, τοποθετημένο πάνω σε ένα σωρό από πουρνάρια, το οποίο καίγεται την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς για να μην έχει το καλοκαίρι ψύλλους, κατά το έθιμο. Η ονομασία «Τζάρος» προήλθε από τον ιδιόρρυθμο ήχο, που δημιουργούσε η καύση του θάμνου «τζ,τζ,τζ...». Η ιδιαιτέρως δραστήρια Φιλοπρόοδη Ένωση Ξάνθης, η οποία έχει ιδρύσει και το τοπικό Λαογραφικό Μουσείο που συγκεντρώνει ένα μεγάλο υλικό από τα ντόπια έθιμα, διοργανώνει επίσης και διάφορες εκδηλώσεις με αφορμή το έθιμο και το τοπικό καρναβάλι, όπως τα ‘Εργαστήρια ζωγραφικής & κατασκευής μάσκας’, στα οποία πολλά παιδιά κατασκεύασαν τη χρονιά που πέρασε τις μάσκες τους για τις απόκριες.

Στην Κοζάνη, ζωντανεύει ο "Φανός", τον οποίο ανάβει ο δήμαρχος στο κέντρο της πόλης και γύρω του στήνονται οι χοροί. Οι Κοζανιώτες χορεύουν και τραγουδούν τα "Ξιανέντραπα". Η πόλη έχει μια μεγάλη αποκριάτικη παράδοση. Από το 17ο αι. στην Κοζάνη έχουμε τα Ρογκατζιάρια, τους μεταμφιεσμένους που περιφέρονταν στην πόλη, τραγουδούσαν και μάζευαν χρήματα για ένα καλό φαγοπότι αργότερα. Όσα χρήματα περίσσευαν τα δώριζαν στην εκκλησία. Η κυριότερη αμφίεση ήταν η δυάδα των Κωδωνοφόρων, οι οποίοι επικεφαλής μεγάλης παρέας τριγυρνούσαν στην πόλη φορώντας μάσκα γοργόνας και ζωσμένοι κουδούνια και κυπριά, που τα "σύναζαν και τα 'κρούαν". Όταν δύο παρέες κωδωνοφόρων συναντιόντουσαν σε στενό δρόμο, η μία έπρεπε να υποχωρήσει. Σε διαφορετική περίπτωση γινόταν σύγκρουση των δύο ομάδων. Στο μέσο του 19ου αι., σε μια ανάλογη σκηνή, δύο αδέλφια αλληλοσκοτώθηκαν σε σύγκρουση αντίπαλων ομάδων κωδωνοφόρων χωρίς να γνωρίσει ο ένας τον άλλο λόγω της μάσκας (‘Τσ' Μπήλιως τα νημόρια’). Οι γιορτές απαγορεύτηκαν έτσι για πολλά χρόνια για να επανέλθουν αργότερα. Στον ημιόροφο του Ιστορικού Λαογραφικού Μουσείου Κοζάνηςο επισκέπτης μπορεί να δει εκθέματα από τις γιορτές της αποκριάς και τους Φανούς.

Τα παρεμφερή Ραγκουτσάρια της Καστοριάς, είναι επίσης ένα έθιμο αρχέγονο. Αποτελούν αναβίωση των αρχαίων Διονυσιακών οργιαστικών τελετών, που γίνονταν στη μέση του χειμώνα και αμέσως μετά την γιορτή της γέννησης του ήλιου. Συνεχίζει να γιορτάζεται την ίδια περίοδο (6,7 και 8 Γενάρη) και όχι αργότερα όπως το ξενόφερτο καθιερωμένο καρναβάλι της Αποκριάς, που είναι πιο σύγχρονο. Στα Ραγκουτσάρια παίρνουν μέρος όλοι οι Καστοριανοί σε "μπουλούκια". Κάθε γειτονιά, προσέρχεται με τα "όργανά" της. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ποικιλία των μουσικών οργάνων: εκτός από τα παραδοσιακά (ζουρνάδες, γκάιντες κτλ), από τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα προστέθηκαν τα λαϊκά "τακούμια", κρουστά και κυρίως πνευστά, χάλκινα όργανα, κατάλοιπα των μεγάλων στρατιωτικών μπάντων που κατά καιρούς περνούσαν από την πόλη. Καλό είναι να πάτε και να ζήσετε από κοντά το έθιμο, αφού η μουσειακή του καταγραφή δεν έχει προχωρήσει ιδιαίτερα. Ωστόσο, στο Mουσείο Ενδυματολογίας (‘Δεληνάνειο’) μπορεί ο επισκέπτης να δει μερικές ωραίες παλιές φωτογραφίες που απεικονίζουν το έθιμο.

Διονυσιακές καταβολές έχει και το έθιμο Γενίτσαροι και Μπούλες της Νάουσας. Όμως, σε αντίθεση με την Καστοριά όπου στο έθιμο συμμετέχουν γυναίκες και άντρες, εδώ το δρώμενο είναι απόλυτα ανδροκρατούμενο. Ο χαρακτηριστικός ήχος του ζουρνά και το νταούλι, τους συνοδεύει σε κάθε τους βήμα, καθώς χορεύουν στους δρόμους της Νάουσας κατά ομάδες (μπουλούκια). Ο Γενίτσαρος, ντυμένος από το βράδυ, είναι έτοιμος. Μόλις το μπουλούκι φτάσει στο σπίτι ο Γενίτσαρος, μετά από ένα σύντομο τελετουργικό, το παίρνει μαζί του και αναχωρεί. Τις δύο αυτές μέρες το μπουλούκι γλεντά σε σπίτια χορευτών. Τρώνε και πίνουν, ενώ η Μπούλα (η οποία είναι υποχρεωτικά άντρας) κερνάει τους συνοδούς του Μπουλουκιού. Το βράδυ της Καθαράς Δευτέρας και μόλις τελειώσει ο χορός όλοι οι χορευτές περικυκλώνουν το ζουρνατζή, χτυπούν τα σπαθιά τους και λένε: «Ότι είπαμε και δεν είπαμε εδώ να μείνει. Και του Χρόνου». Στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο της Νάουσας, σε ειδική αίθουσα δεσπόζουν μεταξύ άλλων ο «Γιαννίτσαρος με τη Μπούλα της Νιάουστας» και τα όργανα που συνοδεύουν το πανάρχαιο δρώμενο.

Άλλη μία εκδοχή των Κουδουνοφόρων (‘μέριου’) πάντως, βρίσκουμε στο Σοχό του νομού Θεσσαλονίκης, εκεί όπου στο παρελθόν βρίσκονταν τα δυτικά σύνορα της αρχαίας Θράκης. Με τραγόμορφες στολές και κουδούνια σε όλο το σώμα τους, χορεύουν στους δρόμους και τις πλατείες. Οι εκδηλώσεις της Απόκριας κλείνουν με το έθιμο των μετανοιών. Οι μεγαλύτεροι δίνουν άφεση αμαρτιών στους μικρότερους που με σεβασμό επισκέπτονται τους μεγαλύτερους, τους φιλούν το χέρι και τους προσφέρουν ένα πορτοκάλι. Διαβάζουμε στο Wikipediaγια το έθιμο: «Οι Σοχινοί έδιναν πολύ μεγάλη σημασία στην επιτυχία του καρναβαλιού. Υποστηρίζουν, ότι θα πάει καλά η χρονιά μόνο αν θα γίνουν καλά καρναβάλια! Εκείνο που καθιστά ξεχωριστό το καρναβάλι του Σοχού από άλλες τραγόμορφες μεταμφιέσεις είναι το ερωτικό στοιχείο που επικρατεί. Τα παλαιότερα κυρίως χρόνια, οι νέοι ντύνονταν έτσι, γιατί με τον τρόπο αυτό έβρισκαν την ευκαιρία να πλησιάσουν την κοπέλα που αγαπούσαν και να προκαλέσουν το ενδιαφέρον της»! Στο Λαογραφικό Μουσείο του Σοχού, σε έναν ζεστό χώρο, εκτίθενται οι εντυπωσιακές αποκριάτικες φορεσιές, με τα 5 κουδούνια και την πλουμιστή μάσκα-προσωπίδα.

Με κουδούνια περιφέρονται στα σοκάκια της Σκύρου και οι Γέροι. Πρόκειται για ένα από τα πιο ‘διονυσιακά’ έθιμα στην Ελλάδα. Ο ρυθμικός ήχος των μεγάλων ‘τσοκανιών’ τους ακούγεται από μακριά. Οι γέροι, το κεντρικό πρόσωπο της πομπής, έχουν περασμένα τα κουδούνια στη μέση τους με ξύλινους χαλκάδες, όπως και στα κοπάδια με τις κατσίκες. Κάθε ομάδα γέρων έχει και την κορέλα της, η οποία ανοίγει τον δρόμο χορεύοντας και ανεμίζοντας το άσπρο μαντίλι που κρατά ή χορεύει στο κέντρο του κύκλου των γέρων που κουνιούνται παράγοντας εκκωφαντικό θόρυβο. Τη διονυσιακή πομπή συμπληρώνει ο Φράγκος, μια νεότερη προσθήκη, ο οποίος είναι ντυμένος με φράγκικα ρούχα. Αυτός έχει μόνο ένα κουδούνι περασμένο στη μέση του και είναι μια φιγούρα που εκφράζει τη σάτιρα της σκυριανής κοινωνίας στους ‘ευρωπαΐζοντες’ της εποχής που έβγαλαν την παραδοσιακή βράκα και άρχισαν να ντύνονται ‘ευρωπαϊκά’. Στην ιστοσελίδα του Μουσείου Φαλτάιτς μπορούν οι ενδιαφερόμενοι να βρουν πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για το έθιμο, ενώ στον φυσικό χώρο του Μουσείου μπορεί κάποιος να δει μια πλήρη ενδυμασία ενός Γέρου.

Για όσους βρίσκονται στην Αθήνα βέβαια, υπάρχει μια καλή εναλλακτική. Όσοι ενδιαφέρονται να πάρουν ‘με τη μία’ μια γεύση από ενδυμασίες και μάσκες από όλα τα έθιμα που αναφέρθηκαν, θα τους βοηθήσει μια επίσκεψη στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης. Εκεί θα μπορέσουν να δουν τη συλλογή ‘Ενδυμασίες’, με διάφορα εκθέματα της αποκριάς, όπως παλιά ρούχα, δέρματα ζώων, προσωπεία ζωόμορφα ή άλλα, πολλά ποιμενικά κουδούνια και άλλα «αποτρόπαια του κακού σύμβολα».

Μια από τις πιο εντυπωσιακές συλλογές μασκών όμως, που εκτίθεται σε κοινό, είναι πιθανόν εκείνη του Εθνογραφικού Μουσείου Γιώργη Μελίκη -Κέντρο Ελληνικής Μάσκας στη Μελίκη Ημαθίας. Στο Μουσείο, πουεκτείνεται σε έναν πολυχώρο περίπου 1.000 τ.μ. ο οποίος απέχει εξήντα χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη και οκτώ από τη Βεργίνα, εκτίθενται δεκάδες χειροποίητες μάσκες λαϊκών δρώμενων από όλη την Ελλάδα, τον Πόντο, την Καππαδοκία, από περιοχές της Ανατολικής Ρωμυλίας και του Παλαιού Σιδηροκάστρου, προϊόν μιας δουλειάς 40 χρόνων περίπου από τον δημοσιογράφο – λαογράφο Γιώργη Μελίκη. Δεν πρόκειται για αποκριάτικες, καρναβαλίστικες μάσκες, αλλά για μάσκες τελετουργικές, συνδεδεμένες με λαϊκά δρώμενα. Η τοτεμική τελετουργική μάσκα από την Κρήτη, ο Χάσκαρης από τη Θράκη, ο Φράγκος από τη Σκύρο, ο Τζαμάλαρος Αιγών είναι ελάχιστες μόνον από τις μοναδικές, αυθεντικές μάσκες που παρουσιάζονται. Επίσης, το Κέντρο Ελληνικής Μάσκας, το οποίο αποτελεί τμήμα του Εθνογραφικού Μουσείου, προκηρύσσει κάθε χρόνο μεταξύ των μαθητών της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διαγωνισμό μάσκας.

Πρωτοπόροι στα προσωπεία λοιπόν οι Έλληνες, ότι κι αν σημαίνει αυτό. Λογικό λοιπόν που η σημαντικότερη, πιθανότατα, συλλογή μάσκας στον κόσμο, αυτή του Φώτη Καγγελάρη, ανήκει σε έναν Έλληνα…


Η φωτό είναι από το «Πολύπτυχον Υπηρεσίες Πολιτισμού»