Visual Browsing
Ali Cobby Eckermann: Ποιήτρια, ιθαγενής, κόρη και μητέρα

Ali Cobby Eckermann: Ποιήτρια, ιθαγενής, κόρη και μητέρα

Θύμα της κλεμμένης γενιάς των αβορίγινων της Αυστραλίας, έζησε μία ζωή σαν ταινία και σήμερα αποτελεί μία από τις σπουδαιότερες ποιήτριες

Όταν ήταν ακόμα έφηβη, την κοπάνησε από την έρημο της κεντρικής Αυστραλίας. «Είχα να επιλέξω μεταξύ του να φύγω μακριά ή του να πάω φυλακή γιατί είχα αρχίσει να μπλέκω με διάφορα αρκετά», εξηγεί. «Ήξερα ότι δεν μπορούσα να ελέγξω τη συμπεριφορά μου και έφυγα γιατί δεν ήθελα να δω τον πόνο που θα προκαλούσα στους θετούς γονείς μου», συμπληρώνει.

Αργότερα, σαν ενήλικας πια, η Eckermann διοχέτευσε όλον αυτόν τον πόνο στο γράψιμο. Σήμερα η 54χρονη πλέον γυναίκα, είναι μία από τις πιο διάσημες ποιήτριες της Αυστραλίας. Πρόσφατα έγινε και η πρώτη αβορίγινας που τιμήθηκε με το βραβείο Windham-Campbell Prize, ένα βραβείο που δίνει κάθε χρόνο το Πανεπιστήμιο του Yale σε συγγραφείς και ποιητές. Της πήρε μήνες να καταφέρει να πει την φράση αυτήν χωρίς να πέφτουν δάκρυα από τα μάτια της.

Σχετικα
Όταν το ΚΚ Γαλλίας ανησυχούσε για τη μετανάστευση
Όταν το ΚΚ Γαλλίας ανησυχούσε για τη μετανάστευση

Η Eckermann γράφει για την παιδική της ηλικία και το πώς ήταν να ανήκεις σε αυτό που λέμε «κλεμμένες γενιές» (stolen generations). Ο όρος αναφέρεται στα περίπου 100.000 παιδιά αβορίγινες – δηλαδή ιθαγενείς του νησιού - που πάρθηκαν με τη βία από τη βιολογική τους οικογένεια, ξεριζώθηκαν από τη ζωή τους και στάλθηκαν σε ιδρύματα και σχολεία με σκοπό να καθαρίσει η Αυστραλία από το είδος. Αυτό συνέβη κυρίως στις αρχές του 20ου αιώνα, ανάμεσα στο 1910 και το 1970. Αν και αργότερα οι Αυστραλιανές αρχές δήλωσαν συγγνώμη για ότι συνέβη, κατά την ίδια την Eckermann η τακτική αυτή συνεχίζεται ακόμα και σήμερα αν και ανεπίσημα και οι πληγές δεν κλείνουν ποτέ.

Στο ποίημα της Ngingali (το όνομα της μητέρας της), περιγράφει την αγωνία και την φρίκη του να μεγαλώσεις χωρίς την βιολογική σου μητέρα.

“My mother is a granite boulder/I can no longer climb nor walk/around/her weight is a constant reminder/of myself/I sit in her shadow/gulls nestle in her eyes/their shadows her epitaph/I carry/a pebble of her in my pocket.”

Σχετικα
Δολοφονία Άμες: Τυχαία τον επέλεξε ως στόχο ο δράστης
Δολοφονία Άμες: Τυχαία τον επέλεξε ως στόχο ο δράστης

Η Eckermann άφησε τη μητέρα της όταν ήταν ακόμη μωρό και στη συνέχεια υιοθετήθηκε από μία οικογένεια λευκών αγροτών στη Νότια Αυστραλία. Θυμάται ότι ήταν καλοί και ευγενικοί μαζί της αλλά ανίκανοι να αντιμετωπίσουν τα βαθύτερα προβλήματα που είχε μέσα της. Εκτός αυτών, ένας φίλος των θετών της γονιών της επιτέθηκε σεξουαλικά ενώ ήταν ακόμα μικρό παιδί.

Και φυσικά σαν ένα παιδί σκούρο και διαφορετικό που μεγάλωνε σε μία κοινότητα λευκών, δεν έλειψε και το bulling και η κοροϊδία από τη νεανική της ζωή. Δέκα ετών και ήδη ένιωθε αφόρητα μόνη και ξένη. Ξεκίνησε τα ναρκωτικά και το ποτό. Στα 18 της γέννησε ένα μωρό. Είχαν ήδη μαζευτεί πολλά πάνω της και ένιωθε ότι το κλίμα γύρω της δεν σηκώνει μία μόνη νέα ιθαγενή και εθισμένη στις ουσίες. Υποτάχθηκε στις πιέσεις και συμφώνησε να δώσει τον γιο της για υιοθεσία. Είδε τον μικρό Jonnie μία φορά μόνο όταν γεννήθηκε και μετά της

απαγορεύτηκε να έχει οποιαδήποτε επαφή μαζί του μέχρι να ενηλικιωθεί. Γρήγορα μάζεψε λίγα πράγματα και ξεκίνησε το ταξίδι της για την ενδοχώρα με σκοπό αρχικά να βρει την βιολογική της οικογένεια.

Σε εκείνη την φάση το γράψιμο της βγήκε εντελώς φυσικά σαν ένα μέσο να εκφράσει τον πόνο και την θλίψη της. «Πρέπει τον πόνο να τον τιμάς και να τον αισθανθείς όσο πάει. Συνήθως οι άνθρωποι φτάνουν σε ένα επίπεδο πόνου και εκεί σταματούν, κολλάνε. Πρέπει να νιώσεις το όλον του πόνου για να φτάσεις στην άλλη πλευρά, να τον αφήσεις πίσω. Η ποίηση βγήκε από μέσα μου να για να τιμήσω την θλίψη μου», εξηγεί.

Κατάφερε τελικά κάποια στιγμή, χρόνια μετά να συναντήσει την βιολογική της μητέρα, την Ngingali Audrey και αυτό είναι κάτι ακόμα που το περιγράφει με μία γλυκιά θλίψη υπενθυμίζοντας ότι τα περισσότερα παιδιά της κλεμμένης γενιάς δεν μπόρεσαν καν να φτάσουν μέχρι εκεί και να γνωρίσουν τις ρίζες τους. Οι δυο τους είχαν χάσει ήδη μία ζωή που δεν είχαν ζήσει μαζί (η Ali Cobby ήταν ήδη 34 ετών) και δεν κατάφεραν να ζήσουν κοντά ούτε την υπόλοιπη που ήταν μπροστά τους γιατί η μητέρα της πέθανε λίγο μετά την συνάντησή τους. Ο θάνατος της μητέρας της, ήταν η αφορμή για την ποιητική της συλλογή «Inside My Mother»

“My mother screams as I touch her hair/attempting to brush away the coarseness with my hands/to entwine twigs filled with leaves into her locks/a tiara of green to soften her face/and our tears dry now my mother is frailing/she talks only to those who have gone before/no longer seeing my love, no longer needing”.

Για την θετή της μητέρα, την γυναίκα που την μεγάλωσε, την Frieda Eckermann, η ποιητική έκφραση της Ali Cobby εκφράζει μία άλλου είδους λύπη. «Είναι πράγματι λυπηρό να βλέπω τη μητέρα μου να στεναχωριέται που αυτοπροσδιορίζομαι ως ένα από τα παιδιά της κλεμμένης γενιάς γιατί η ίδια νιώθει ότι δεν έκλεψε τίποτα. Νιώθει ότι άνοιξε την αγκαλιά της και προσέφερε ένα σπίτι σε ένα παιδί που της είπαν ότι ήταν ανεπιθύμητο στο δικό του σπίτι».

Αλλά και για την βιολογική της μητέρα, τα πράγματα ήταν κάπως αντίστοιχα αφού σε καμία περίπτωση δεν ένιωθε ότι έδιωξε ή έδωσε το πρωτότοκο παιδί της, απλά ένιωθε ότι εξαπατήθηκε από την κυβέρνηση. Τελικά και οι δύο γυναίκες, αυτή που γέννησε και αυτή που μεγάλωσε την Ali Cobby, έζησαν σε ένα ψέμα, σε κάτι που δεν ήταν αλήθεια. Η ίδια προσπάθησε να σπάσει αυτόν τον κύκλο ψέματος και γιαυτό και λίγα χρόνια μετά που γνώρισε την βιολογική της μητέρα, επιδίωξε να γνωρίσει και τον γιο της που είχε δώσει για υιοθεσία. Ήταν τότε 18 ετών. «Σήμερα είναι ένας ολόκληρος άντρας και εμείς έχουμε σμίξει και μοιραζόμαστε πολλά», αναφέρει. Μάλιστα ο γιος της μαζί με την μικρότερη κόρη της, την συνόδεψαν στις ΗΠΑ πρόσφατα για την τελετή που βραβεύτηκε από το Yale.

Το εντυπωσιακό είναι ότι όσο καιρό διήρκησε το ταξίδι της, ένιωθε ασφαλής για πρώτη φορά. Ή τουλάχιστον πολύ πιο ασφαλής από ότι στην πατρίδα της. «Στην Αυστραλία, μπορεί απλώς να περπατάμε στο δρόμο και η αστυνομία να μας σπρώξει, να μας κάνει έρευνα, να μας τρομοκρατήσει. Δεν χρειάζεται να έχουμε διαπράξει κάτι κακό, αρκεί που είμαστε αβορίγινες. Ήμαστε ο αρχαιότερος πολιτισμός που επέζησε επί αιώνες στον κόσμο και έχουμε κουραστεί να ζούμε κάτω από την μπότα της Αυστραλίας», σημειώνει. Ο δικός

της τρόπος να τα παλεύει όλα αυτά, η δική της αντίσταση όπως την χαρακτηρίζει είναι να γράφει ποιήματα και να διηγείται τις ιστορίες της.

*Το βραβείο Windham-Campbell συνοδεύεται από χρηματικό έπαθλο ύψους 165.000 δολαρίων και η Ali Cobby Eckermann δηλώνει ότι θα το χρησιμοποιήσει για να φτιάξει ένα σπιτικό για την ίδια και την οικογένειά της με την οποία έχει επιτέλους επανενωθεί. Τον γιο της Jonny, την κόρη της Audrey και την θετή μητέρα της που αποκαλεί μαμά Frieda και με την οποία έχει πια κατορθώσει να χτίσει μία γαλήνια σχέση αγάπης μετά από χρόνια.

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5