1821 Digital Gallery
Τηγανητό ψάρι στα χείλη

Τηγανητό ψάρι στα χείλη

Σαρδέλα, γαύρος, μαρίδα  ποιος ξέρει τελικά

Αλεύρι

Αλάτι

Ελαιόλαδο

Σχετικα
Μάικλ Φλέτσερ: Σκότωσε την έγκυο γυναίκα του για την ερωμένη του
Μάικλ Φλέτσερ: Σκότωσε την έγκυο γυναίκα του για την ερωμένη του

Όχι, δεν είναι ότι έφταιγα ακριβώς εγώ. Ήταν εκείνο το παράθυρο στο φωταγωγό που τα δημιούργησε όλα. Όποτε το ξέχναγα ή στη συνέχεια, όποτε το άφηνα επίτηδες ανοιχτό. Από εκεί τα μάθαινα όλα.

Αν ήταν αγαπημένοι, αν ήταν μαλωμένοι, αν είχαν θέματα με τη δουλειά, αν έκαναν σεξ ή αν είχαν παρέα. Τις πιο πολλές φορές έβγαζα συμπέρασμα από τις μυρωδιές των φαγητών, έτσι όπως έσκαγαν κατά κύματα από το μαρτυριάρικο φωταγωγό. Όποτε μύριζα κοτόπουλο στο φούρνο, ήταν  καλά. Μαγείρευε συνήθως εκείνη. Την άκουγα που ψιλοτραδούγαγε ή χαζογελούσε μαζί του ενώ την πείραζε ή τη γαργαλούσε.

Αν μύριζα ταϊλανδέζικο, ήταν πολύ καλά. Μαγείρευε εκείνος. Σε αυτές τις περιπτώσεις εκείνη τραγούδαγε πιο δυνατά. Όσπρια μαγείρευαν μεσοβδόμαδα και συνήθως εκείνη που σχολούσε πιο νωρίς. Σχεδόν πάντα φακή. Ποτέ ρεβίθια. Δεν τα έτρωγε εκείνος. Από τις φακές καταλάβαινα ότι ναι μεν είναι ήσυχα, στη ρουτίνα τους, αλλά κάτι ετοιμάζεται. Κάτι έρχεται.

Σχετικα
Στη Σκορπίνα για ένα μαγικό βράδυ οινογνωσίας
Στη Σκορπίνα για ένα μαγικό βράδυ οινογνωσίας

Συνήθως έτρωγαν πιο περίτεχνα φαγητά στη φάση που ήταν καλά, είτε μαγείρευε εκείνος είτε εκείνη. Για να εντυπωσιάζουν ο ένας τον άλλον πιστεύω. Κόντρα ακόμα και σε αυτό. Οι φακές άλλωστε είναι φαγητό απλό, συνηθισμένο. Και εκείνοι οι δύο, όλα τα άντεχαν. Ακόμα και τους πιο ακραίους τους καυγάδες. Τα πιάτα που έσπαγαν σε χίλια κομμάτια. Τα ποτήρια που έσκαγαν στο πάτωμα τόσο δυνατά που ένιωθα ότι θα προσγειώνονταν  απευθείας στο κάτω όροφο πάνω στον καναπέ μου.

Όλα τα άντεχαν. Τη συνήθεια ποτέ. Όποτε μύριζα φακές, μέτραγα. Μια μέρα, δύο, τρεις, τέσσερις. Μάλωναν, γκρέμιζαν,  εκείνος έφευγε από το σπίτι. Εκείνη έκλαιγε. Κοιμόταν με τα φώτα ανοιχτά. Έβαζε Radiohead. Όλη τη νύχτα. Και την επόμενη, τηγάνιζε πάντα ψάρια. Άκουγα το λάδι να τσιτσιρίζει ενώ τα έριχνε μέσα. Τη φανταζόμουν να κοσκινίζει με κόκκινα μάτια το αλεύρι να ρίχνει λίγο αλάτι και να τα αλευρώνει, πριν τα πετάξει στο βραστό λάδι. Τι ψάρια να ήταν άραγε. Σαρδέλες; Γαύροι; Κάτι τέτοιο.

Κάθε φορά έλεγε σε φίλους και συγγενείς ότι αυτή ήταν και η τελευταία. Την άκουγα στο τηλέφωνο να ορκίζεται με όρκους φοβερούς ότι δεν θα τον ξαναδεχτεί ποτέ. Τον αλήτη. Ποτέ των ποτών και αν το ποτέ είναι τρύπα μέσα εκεί θα τον σπρώξει να πέσει να γίνει λήθη. Είχε μια έντονη σχεδόν θεατρική τάση προς τις βαρύγδουπες μεγαλοστομίες. Έφταιγαν και οι ασταμάτητοι Radiohead βέβαια.

Καταλήγω ότι τα τηγανητά ψάρια είχαν για εκείνη καθαρά συμβολική σημασία.  Έκαιγε στο πυρωμένο τηγάνι τις προσβολές τους. Έπνιγε στο ζεματιστό λάδι τις επιθετικότητες του.

Μέτραγα ξανά. Μια μέρα, δύο, τρεις, τέσσερις. Κάπου εκεί θα χτυπούσε το θυροτηλέφωνο ξημερώματα. Ήταν εκείνος. Να την παρακαλάει να ανοίξει. Γονατιστός να ζητάει συγνώμη για την τρέλα του. Και εκεί μέσα σε μια ομίχλη από τηγανητό ψάρι (πώς αλλιώς να ήταν; Μύριζαν μέχρι και τα υπόγεια της πολυκατοικίας), εκείνη να βυθίζει στα χλιαρά πια τηγάνια τις αντιστάσεις της και να τον δέχεται. Να τον δέχεται ξανά και ξανά. Μέσα στο σπίτι και μέσα στο σώμα της.

Το καταλάβαινα και αυτό. Εγώ και όλη η πολυκατοικία. Από τα βογκητά που μας κράταγαν όλους ξύπνιους μέχρι το πρωί. Και έτσι περνούσαν οι μέρες και οι μήνες. Με Σαββατιάτικες ομελέτες.  Εορταστικές σπανακόπιτες. Ελπιδοφόρα pancakes (και να μοσχοβολάει η πολυκατοικία επανασύνδεση με σιρόπι σοκολάτας). Και τι άλλο; Πολλά μα πολλά τηγανητά ψάρια. Πολλά χαράματα με θυροτηλέφωνα  και ακόμα περισσότεροι Radiohead. 

Και ήρθε μια νύχτα που το ποτήρι σχεδόν διαπέρασε το πάτωμα και παρά τρίχα δεν προσγειώθηκε στον καναπέ μου. Μάλλον τότε ήταν που ξεχείλισε. Και ήρθε μια μέρα που οι μυρωδιές σταμάτησαν. Ήρθε η μεταφορική και πήρε το ψυγείο, την κουζίνα, τον απορροφητήρα (που προφανώς δεν δούλευε) και μαζί όλους τους ακραίους γαστρονομικούς τους συμβολισμούς.

Δεν έμαθα ποτέ τι απέγιναν. Αν αυτός ακόμα τη ψάχνει μετανιωμένος ξημερώματα. Αν αυτή τελικά κατάλαβε ότι τα τόσα τηγανητά στο τέλος το τρυπάνε το στομάχι. Δεν έμαθα ποτέ και δεν θα μάθω. Το σίγουρο είναι ότι από τότε, όποτε μυρίζω τηγανητό ψάρι, ένα ολόκληρο 3ωρο live των Radiohead στήνεται στο κεφάλι μου: «This is my final fit, my final bellyache with no alarms and no surprises no alarms and no surprises no alarms and no surprises please…»

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5