Visual Browsing
Στιγμές στο φως

Στιγμές στο φως

Η στήλη για το τρέξιμο στην πόλη

Φτάσαμε στο παρκάκι της Φιλοθέης με το τελευταίο απογευματινό φως. Πέμπτη, μέρα εργάσιμη, με την κούραση της μέρας να απλώνεται αλλά και με εύλογη προσδοκία. «Βραδυνό τρέξιμο με παρέα, υπό τα led φώτα του Ford Mondeo» έλεγε, με άλλα λόγια, το κάλεσμα –και η περιγραφή ήταν αρκετά θελκτική για να αποφασίσουμε με τον Οδυσσέα να δοκιμάσουμε.

Αγαπημένο στέκι των δρομέων και σταθερό σημείο συνάντησης, το παρκάκι με την προτομή του Κυριακίδη άρχισε να μαζεύει κόσμο από νωρίς. Δρομείς παλιοί και νέοι έπαιρναν το φωσφορίζον περικάρπιο της διοργάνωσης –αντί αριθμού– συζητούσαν χαλαρά κι έκαναν μαλακές διατάσεις περιμένοντας τον κόσμο να συγκεντρωθεί. Στο φως που έπεφτε, διέκρινα φίλους από παλιά. Αγκαλιές, συγκινήσεις, ιστορίες που μετρούν δυο δεκαετίες, με συνοδοιπόρους ισάριθμων χρόνων. Κατενθουσιασμένος με το ασυνήθιστο σκηνικό (τρέξιμο + μεγάλοι + βραδυνή έξοδος, όλα μαζί), ο Οδυσσέας δεν μπορούσε να τιθασεύσει την προσμονή του. Αντίθετα, εγώ ήμουν ευτυχής με τους φίλους και μόνον, με τη συγκίνηση να ξεχειλίζει όσο θυμόμασταν μοιρασμένες στιγμές. Εκεί ο Νίκος, εκεί ο Γιώργος, εκεί ο Χρήστος –παιδιά των δρόμων από χρόνια, από εποχές «ηρωϊκές» για το ελληνικό τρέξιμο, αδιανόητες στους σημερινούς φίλους του αθλήματος. Φίλοι καλοί, από μέρες που όλοι μαζί γεμίζαμε – δε γεμίζαμε ένα λεωφορείο και τρέχαμε κάθε Κυριακή σε όλη την Ελλάδα, χωρίς να αφήνουμε αγώνα για αγώνα. Φίλοι, χωρίς να ξεχωρίζουμε ποιος ήταν πρώτος και ποιος τελευταίος -αρκεί που προσπαθούσαμε.

«Μαμά, την ξέρεις τη διαδρομή;», ρώτησε ο Οδυσσέας πηγαίνοντας. «Την ξέρω καλά, αγόρι μου», απάντησα, μ΄έναν κόμπο που κρατούσε, με κόπο, το λυγμό πολλών αναμνήσεων. Η επιστροφή σε τόπο γνώριμο είναι με κάποιον τρόπο μια επιστροφή μέσα μας, στις στιγμές που ορίζουν ο χώρος και οι εποχές. Στη Φιλοθέη έκανα τα πρώτα μου τριαντάρια, δοκιμάζοντας για τα καλά την αντοχή μου στους πρώτους αγώνες. Εκεί τρέξαμε με τον Κωστή σε αναρίθμητα πρωινά Κυριακής, στις μοιρασμένες διαδρομές άλλων ημερών που τόσο αναπολώ, εκεί έτρεξα με τη Μαρίνα, εκεί με τον Αντρέα. Εκεί έτρεξα με τον Χρήστο, στις μέρες που τρέχαμε μαζί, με σκοινάκι δεμένο στον καρπό. Εκεί και με τον Οδυσσέα, στα πολλά κοινά χιλιόμετρα όσο τον περίμενα να βγεί στο φως –κι ας μην το θυμάται εκείνος.

Μαζευτήκαμε σε σχηματισμό χαλαρό, όπως αρμόζει σε μια συγκέντρωση που προτάσσει την παρέα αντί του αγώνα. Όμορφο το βράδυ και ξεχωριστό το σκηνικό: μια γνωστή διαδρομή μα με μεγάλη παρέα και με ρυθμό σχεδόν κοινό, χωρίς την υποχρέωση να ξεπεράσεις όρια. Με μέτρο τη χαρά της στιγμής –όπως ακριβώς μου αρέσει. Με τα φώτα του δρόμου, τα φώτα της πόλης μακρύτερα, και τα φώτα των συνοδευτικών οχημάτων για ασφάλεια – σε εικόνα μαγική.

Μετά τα πρώτα μέτρα, ο μικρός μου έφυγε μπροστά. Έφευγε λίγο-λίγο και δοκίμαζε το βήμα του μέχρι που έπαψα να τον βλέπω, ξέροντας πως δεν θα ησύχαζε αν δεν έφτανε στην πρώτη σειρά, να δει τι γίνεται. Ησυχασμένη από την ασφάλεια της διοργάνωσης, έμεινα σταθερά με την παρέα της βραδιάς, απολαμβάνοντας δια μιας δυο σπάνιες χαρές. Χαρά πρώτη, να τρέχω με έναν δρομέα ξεχωριστό, που με τιμά με τη φιλία του πολλά χρόνια. Δρομέα με ιστορία, από εκείνους που τίμησαν τον ελληνικό αθλητισμό σε μέρες δύσκολες, και αθλητή ξεχωριστό για το ήθος και το μέτρο του. Ναι, τον Χρήστο Σωτηρόπουλο τον ξεχωρίζω. Η εικόνα του στο Παναθηναϊκό Στάδιο, με την ελληνική σημαία στην αγκαλιά κι ένα βλέμμα που έχει μέσα του, σε μια μόνο στιγμή, όλα τα συναισθήματα που γεννά η προσπάθεια, είναι για μένα η πιο εμβληματική αθλητική φωτογραφία, εκείνη που θα διάλεγα να εικονογραφήσει το λήμμα «μαραθώνιος». Χαρά δεύτερη, να τρέχουμε δίπλα-δίπλα για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια που συναντιόμαστε σε προπονήσεις, σε τερματισμούς και αφετηρίες, χωρίς ποτέ να βρίσκουμε κοινό βήμα. Συνθήκη μαγική αυτά τα πέντε χιλιόμετρα, για την κουβέντα που ξεδιπλώθηκε στο φωτισμένο βράδυ. Με ιστορίες και αναμνήσεις. Με τη σοφία αυτού του ανθρώπου που πέρασε από τον πρωταθλητισμό και τις διεθνείς διακρίσεις στο τρέξιμο ως χόμπυ, αποδεχόμενος τους κύκλους που κάνει η ζωή, γνωρίζοντας πως έρχεται ώρα να κάνεις πίσω. Και με την τόλμη για ένα νέο αγωνιστικό ξεκίνημα, χρόνια αργότερα, χωρίς να αφήνει την ανάμνηση να λυγίσει τη σημερινή προσπάθεια. Πάντα με ταπεινότητα, πάντα με συναίσθηση της εποχής και της στιγμής.

Φτάνοντας στον τερματισμό, βρήκα τον Οδυσσέα, ευτυχισμένο και κατάκοπο, να απολαμβάνει ένα νόστιμο σνακ και να μιλάει με τους νέους του φίλους. Τον αγκάλιασα, με ένα μπράβο και ένα δάκρυ κρυφό. Για τη δική του προσπάθεια, για τη χαρά να γνωρίζει τον άγνωστο κόσμο, για τα μαλακά του πρώτα βήματα. Για τις μικρές φωτεινές στιγμές που αστράφτουν και ξεχωρίζουν στο σκοτάδι.

Δειτε επισης

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5