1821 Digital Gallery

Παλιά Λαϊκά

Παλιά Λαϊκά
© Everton Vila/ Unsplash
«Έκανε υπολογισμούς μέχρι που τα μάτια της θόλωσαν»
  • A-
  • A+
0
Διαγωνισμός μικρού διηγήματος της ATHENS VOICE: Η Στεφανία Πολυχρονίου γράφει τη δική της ιστορία για το ιδιαίτερο καλοκαίρι του 2020

Έσπρωξε την καρέκλα, κάθισε στο τραπέζι, άναψε τσιγάρο και έσιαξε το πλαστικό τραπεζομάντηλο.

Είχε την μπαλκονόπορτα ανοικτή, νωρίς το πρωί να μπαίνει λίγη δροσιά. Σήμερα δεν έκανε ζέστη. Ήπιε λίγο καφέ και άπλωσε τα χαρτιά πάνω στο τραπέζι. Και ξεκίνησε την πρόσθεση. Έκανε υπολογισμούς μέχρι που τα μάτια της θόλωσαν. Ήταν αυτό ή η μουσική που έμπαινε από την μπαλκονόπορτα που την έκανε να σηκώσει το κεφάλι της. Σήκωσε το κεφάλι της από τα χαρτιά και έκλεισε τα μάτια. Παλιά λαϊκά.

Πολλές αγάπες γνώρισα, αγάπησα και χώρισα
Κράτησε τα μάτια κλειστά. Ένα παιδικό παιχνίδι να δει τι θα είχε απομείνει πάνω στο τραπέζι μέχρι την στιγμή που θα τα ανοίξει.

Μα όπου κι αν γυρνούσα, εσένα ζητούσα
Οι αριθμοί ήταν ακόμα εκεί, μέσα στο κεφάλι της και με τα μάτια κλειστά:νούμερα, υποχρεώσεις, ημερομηνίες πληρωμής. Δεν αποφάσιζε να τα ανοίξει.

Σχετικα
Απο πού βγήκε η έκφραση «ινδιάνικο καλοκαίρι»
Απο πού βγήκε η έκφραση «ινδιάνικο καλοκαίρι»

Στα όνειρα τα χίλια μου, σε γύρευαν τα χείλια μου
Οι αριθμοί έγιναν πράσινοι, κόκκινοι, μπλέ, μπλέχτηκαν μεταξύ τους, στροβιλίζονταν, χόρευαν.

Σε γύρευε η ψυχή μου και πόθοι κρυφοί μου
Πόσο καιρό έχει τώρα που έκλεισε η βιοτεχνία. Έκλεισε επ’ αόριστον. Στον Θεό της δεν ήξερε λόγω ποιας κρίσης, αυτή τη φορά. Η μάσκα δεν την ενοχλούσε, ειλικρινά. Και με την ζέστη, δεν την ενοχλούσε. Και οι άλλες κοπέλες δεν παραπονιόντουσαν.

Τα λεωφορείο ήταν κάθε μέρα γεμάτα. Έβαζε ξυπνητήρι στις 5 για να σηκωθεί καιπερπατούσε ως την δουλειά. Δεν την ενοχλούσε. Ούτε αυτό δεν την ενοχλούσε. Καλά ήταν, ξεκινούσαν νωρίς την δουλειά, κάναν ένα τσιγαράκι το διάλειμμα με τα κορίτσια, κανένα καλαμπούρι, καμία συνταγή και περνούσε η μέρα.

Σχετικα
Ζήσαμε τον τρύγο 2021 στο Κτήμα Γεροβασιλείου
Ζήσαμε τον τρύγο 2021 στο Κτήμα Γεροβασιλείου

Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα 
Ο φόβος την ενοχλούσε. Ο φόβος που ήταν πάντα εκεί και παραφύλαγε. Θα έπρεπε να τον είχε συνηθίσει έως τώρα, σκέφτηκε. Δεν τον είχε συνηθίσει. Αυτό το κρύο που αγκάλιαζε την καρδιά και το μυαλό, πολύ σφιχτά.

Πότε δεν ήταν εκεί. Πότε θα φύγει. Δεν άλλαξε κάτι. Τι άλλαξε. Πριν να γνωρίσω εσένα, που πρόσμενα καιρό. Η κάφτρα από το τσιγάρο της έκαψε το δάχτυλο. Δεν άλλαξε κάτι. Άνοιξε τα μάτια. Οι αγκαλιές της έλειψαν. Ζέσταιναν την καρδιά. Αυτές της είχαν λείψει. Οι τυχαίες αγκαλιές με πρόσωπα αγαπημένα. Μα πως φοβάμαι πως ίσως μια μέρα, σε χάσω.

Είχαν μείνει 20 ευρώ πάνω στον πάγκο, για τα κοινόχρηστα. Έφταναν για βενζίνες για το πάνε έλα. Ξύπνησε την κόρη της. Πάμε μια βόλτα, πάμε θάλασσα, της είπε.Δεν άλλαξε κάτι. Ο φόβος ήταν πάντα εκεί.

Γιατί να σε ξεχάσω ποτέ δε θα μπορώ 
Βαθιά ανάσα. Τα κοινόχρηστα όλα μαζί, τον άλλο μήνα.

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5