Visual Browsing
Ο κουμπάρος στο πεντικιούρ

Ο κουμπάρος στο πεντικιούρ

Το πήρε απόφαση

(Περίληψη προηγουμένου: Στο κολυμβητήριο δεν έβγαινε άκρη, όλες πήγαιναν μόνο για την προπόνηση, έτσι ο κουμπάρος σκέφτηκε να επικεντρωθεί λίγο στον εαυτό του)


Με πήρε τηλέφωνο Μεγάλο Σάββατο απόγευμα. «Έλα ρε μαλάκα, έτρεχα όλη μέρα. Είχα τον μικρό άρρωστο με 40 πυρετό, τον πήγα νοσοκομείο αλλά εντάξει είναι τώρα. Θα βγεις να κάνουμε ανάσταση;» «Όχι ρε, έλεγα ότι θα πας χωριό και κανόνισα» «Καλά. Εγώ θα κατέβω Ψυρρή με τον μικρό» «Δεν είναι άρρωστος ο μικρός;» «Όχι ρε, καλύτερα είναι. Για λίγο, να ανάψουμε ένα κεράκι και να πιούμε ένα ποτάκι για το καλό»

Την άλλη μέρα με ξύπνησε νωρίς το μεσημέρι. «Καλά ε, έχασες που δεν ήρθες. Όλο τουρίστριες ήτανε. Κινεζάκια, Αμερικανάκια, άλλα ξυπόλυτα, άλλα με σορτσάκια, κάναμε ανάσταση ρε! Άσε που τραβάγανε συνέχεια τον μικρό να χορέψουνε. Αντί να τραβάνε τον μπαμπά, τραβάγανε τον μικρό»

Στο μεταξύ, είχε αραιώσει το κολυμβητήριο («θα καλοκαιριάσει σε λίγο, θα πηγαίνουμε θάλασσα») και μια μέρα μου φάνηκε ότι κούτσαινε. «Άσε, έχω βγάλει ένα κάλλο, περπατάω και κλαίω. Έλεγα να πάω στο δερματολόγο, αλλά δεν θα μου πάρει κάνα 50άρι;» «Και τι θα κάνεις;» «Μου ’λεγε στη δουλειά ένας τύπος που πάει για τρέξιμο και όλο βγάζει διάφορα στα πόδια του, να πάω σε πεντικιούρ. Θα γλιτώσω ένα σωρό λεφτά. Λέει κι ότι πάνε ένα σωρό άντρες, δεν θα γίνω ρεζίλι. Ντρέπομαι λίγο, αλλά σκέφτομαι και τα λεφτά. Άσε που μπορεί στο πεντικιούρ να γνωρίσω και καμιά»

Σχετικα
Θερού για Άνιστον, 3 χρόνια μετά τον «σπαρακτικό» χωρισμό
Θερού για Άνιστον, 3 χρόνια μετά τον «σπαρακτικό» χωρισμό

Πήρε τηλέφωνο κι έκλεισε ραντεβού για την άλλη μέρα το απόγευμα. Κάνα δυο ώρες νωρίτερα, έβαλε ένα ουζάκι, άνοιξε την τηλεόραση, γέμισε μια λεκάνη, έβαλε τα πόδια μέσα και άραξε. Ήπιε λίγο από το ούζο, κούνησε τα πόδια του μέσα στο νερό, άναψε κι ένα τσιγάρο και σκέφτηκε ότι ξέχασε να πάρει το λάπτοπ κοντά του να κάνει λίγο τσατ. Μετά τον πήρε ο ύπνος και ξύπνησε στο παραπέντε. Σκούπισε τα πόδια του άρον-άρον, έβαλε ένα ζευγάρι καθαρές κάλτσες, φόρεσε τα παπούτσια του κι έφυγε.

Όσο πλησίαζε στο πεντικιουράδικο, τόσο είχαν αρχίσει να τον πιάνουν οι ντροπές. Όταν πλέον έφτασε και μπήκε μέσα, είχε γίνει κατακόκκινος. Στην υποδοχή ήταν μια ξανθιά ομορφούλα και παραδίπλα ένα ζευγάρι. Μάλλον ο τύπος ήρθε να συνοδέψει την κοπέλα του. Μετά ακολούθηε ο εξής διάλογος με την κοπέλα της υποδοχής:

Κουμπάρος: «Γεια σας. Έχω κλείσει ένα ραντεβού»

Σχετικα
Μίλα μου βρόμικα: Ξεκινάω δουλειά στο δίπλα μαγαζί από εκείνον
Μίλα μου βρόμικα: Ξεκινάω δουλειά στο δίπλα μαγαζί από εκείνον

Κοπέλα υποδοχής: «Είστε ο κύριος τάδε

Κουμπάρος: «Ναι»

Κοπέλα υποδοχής: «Α, μάλιστα! Είστε ο κύριος για το πεντικιούρ

Αυτό το τελευταίο ακούστηκε κάπως δυνατά και του κουμπάρου του φάνηκε ότι το ζευγάρι από δίπλα τον κοίταξε λίγο περίεργα, αλλά μπορεί να ήταν και της ιδέας του.

Κοπέλα υποδοχής: «Περάστε κύριε, από εδώ»

Μπήκε σε ένα δωμάτιο όπου τρεις γυναίκες είχαν τα πόδια τους στο νερό και μια άλλη του είπε να κάνει το ίδιο. Έκατσε και, βγάζοντας τα παπούτσια του, αναρωτήθηκε αν στη βιασύνη του φόρεσε καινούργιες κάλτσες ή αν έβαλε απ’ αυτές που έχουν τρύπα στο μεγάλο δάχτυλο. Είχε βάλει τις καλές. Έβαλε τα πόδια του στο ζεστό νερό, προσπάθησε να χαλαρώσει λίγο και σκέφτηκε να πιάσει την κουβέντα στη διπλανή του, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε.

Μετά εμφανίστηκε μια κοπέλα που του φάνηκε γνωστή. Ήταν η κοπέλα που θα του έκανε πεντικιούρ. Αισθανόμενος μια συστολή, είχαν τον εξής διάλογο:

Κουμπάρος: «Ξέρετε, είναι η πρώτη φορά που κάνω πεντικιούρ. Έχω βγάλει κι ένα κάλλο και με ενοχλεί στο περπάτημα»

Κοπέλα: «Μην ανησυχείτε, έρχονται πολλοί άντρες. Θα δούμε και τον κάλλο σας. Έχω όμως την εντύπωση ότι γνωριζόμαστε. Δεν με θυμάστε;»

(Θυμήθηκε. Ήμασταν μαζί πριν καμιά 15αριά μέρες στο Seven Jokers στο Σύνταγμα.

Σερβιτόρα: «Τι θα πάρετε;»

Κουμπάρος: «Ένα ούζο με πορτοκαλάδα»

Σερβιτόρα: «Δεν σερβίρουμε ούζο με πορτοκάλι. Μόνο σκέτο»

Κουμπάρος: «Γιατί έτσι;»

Σερβιτόρα: «Είναι η πολιτική μας»

Κουμπάρος: «Ο Καραμανλής είσαι; Καλά, φέρε μια μπίρα»

Εκείνη τη συζήτηση την είχε ακούσει μια κοπέλα από δίπλα που κι εκείνη είχε ζητήσει ούζο πορτοκάλι και δεν είχε σερβιριστεί. Κι έπιασαν κουβέντα. Αλλά όταν ο κουμπάρος της είχε πει να αλλάξουν τηλέφωνα, του είχε απαντήσει «άμα είναι τα ξαναλέμε εδώ»)

Κουμπάρος: «Α ναι, σε θυμήθηκα. Τι κάνεις; Όλα καλά

Κοπέλα: «Καλά, ναι. Κάτσε, χαλάρωσε»

Του έπιασε το πόδι και άρχισε να του λιμάρει τα νύχια και γύρω γύρω. Μετά άρχισε να του λιμάρει και τον κάλλο. Κανονικά θα έπρεπε να πονάει, αλλά δεν καταλάβαινε τίποτα. Ίδρωνε και ξεΐδρωνε, φούσκωνε και ξεφούσκωνε, δυσανασχετούσε, αναψοκοκκίνιζε και κόντευε να τον πιάσει κρίση πανικού. Τον έσωσε η σκέψη να συγκεντρωθεί στο ντεκολτέ της. Με τα πολλά, τελείωσε. 12 ευρώ η επίσκεψη. Η κοπέλα τον ευχαρίστησε και του είπε ότι θα χαρούν να τον ξαναδούν. Όταν βγήκε, αισθάνθηκε ανακουφισμένος αλλά ήταν λούτσα στον ιδρώτα. Άναψε ένα τσιγάρο και με πήρε τηλέφωνο. «Έλα ρε μαλάκα. Έτσι κι έτσι. Πάμε για ούζο το βράδυ;» «Πάμε. Καλά, αυτηνής δεν της είπες πάλι για τηλέφωνο;» «Ντράπηκα. Αλλά σκέφτομαι να τηλεφωνήσω και να τη ζητήσω, να τη ρωτήσω και καλά κάτι για το πεντικιούρ και μετά να της το ρίξω για κάνα ποτό» «Ο κάλλος εντάξει;» «Εντάξει»

Συνεχίζεται...

Δειτε επισης

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5