Visual Browsing

Ενδοπανεπιστημιακή βία: Μία μαρτυρία και τι συμβαίνει στην Ευρώπη

«Μας υποχρέωναν να ζούμε και να πατάμε μέσα σε σκουπίδια και σε χυμένους καφέδες»
Τι σημαίνει ενδοπανεπιστημιακή βία και μια μεγάλη έρευνα για το τι συμβαίνει σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια σε σχέση με την ασφάλεια και την αστυνόμευση.

Ήταν νομίζω εαρινό εξάμηνο του 2014. Ήμουν τότε μεταπτυχιακός φοιτητής στο Τμήμα Θεολογίας και ταυτοχρόνως στο Τμήμα Φιλοσοφίας Α.Π.Θ., όταν, επί Πρυτανείας Μυλόπουλου, το Πανεπιστήμιο βρέθηκε να είναι γεμάτο σκουπίδια και οι Πανεπιστημιακές παρατάξεις, μάλλον με την ανοχή του Πρύτανη, δεν άφηναν κανέναν να τα μαζέψει «για να τα δει η Πολιτεία και να προσλάβει καθαρίστριες». Μας υποχρέωναν να ζούμε και να πατάμε μέσα σε σκουπίδια και σε χυμένους καφέδες. Κάθε φορά που επιχειρούσαμε από κοινού με Καθηγητές και Καθηγήτριες να καθαρίσουμε τον τόπο εθελοντικά, επενέβαιναν και μας σταματούσαν με τραμπουκισμούς και απειλές. Καταλάμβαναν κτίρια, εμπόδιζαν Καθηγητές να εισέλθουν στα γραφεία τους, άδειαζαν σακούλες με σκουπίδια επίτηδες στον Πανεπιστημιακό χώρο και σε γενικές γραμμές ήταν απ’ τις πιο έντονες χρονικές περιόδους που είχα ζήσει ως φοιτητής στο Πανεπιστήμιο. Αν θυμάμαι καλά υπήρξαν και κάποια περιστατικά με σταφυλόκοκκο στο Πολυτεχνείο ενώ οι γνωστοί άγνωστοι ακραίοι εισέβαλαν μέχρι και με φτυάρια στη Θεολογική απειλώντας κόσμο και τραυματίζοντας και μια φοιτήτρια.

Μη μπορώντας λοιπόν να αντέξουμε άλλο αυτή την κατάσταση και έπειτα από συνεννόηση με τον τότε Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής, πήραμε την πρωτοβουλία 4-5 άτομα (κανείς μας δεν ανήκε ποτέ σε φοιτητική παράταξη) και ζητήσαμε να ανοίξουν, με δική μας ευθύνη, τις δυο Φιλοσοφικές σχολές, ημέρα Σάββατο 14 Ιουνίου 2014, όταν δεν θα υπήρχε κανένας άλλος για να μας εμποδίσει, ώστε να καθαρίσουμε με την άνεσή μας τον χώρο. Ο Κοσμήτορας μας προμήθευσε με σακούλες σκουπιδιών και γάντια, φέραμε κι εμείς απορρυπαντικά και καθίσαμε όλη μέρα, για ώρες ατέλειωτες απ' το πρωί μέχρι το απόγευμα, ώστε να καθαρίσουμε λίγο το Παλαιό και το Νέο Κτίριο της Φιλοσοφικής. Σκουπίσαμε και σφουγγαρίσαμε όλους τους ορόφους και τις σκάλες, μαζέψαμε ό,τι σκουπίδι υπήρχε, πετάξαμε 16 γεμάτες μεγάλες μαύρες σακούλες και ο χώρος είχε γίνει αγνώριστος. Τη Δευτέρα που ακολούθησε οι Καθηγητές και οι φοιτητές δεν πίστευαν στα μάτια τους. Είδαν ξαφνικά πεντακάθαρα τα κτίρια και νόμιζαν ότι φώναξε η Πρυτανεία συνεργείο καθαρισμού. Ασφαλώς οι παραταξιάρχες άρχισαν αμέσως δουλειά να ξαναβρωμίσουν το κτίριο επίτηδες.

Γιατί τα λέω αυτά; Διότι, όλη αυτή η ταραχώδης και γεμάτη συγκρούσεις περίοδος μου προσέφερε μια από τις πιο κομβικές εμπειρίες ενδοπανεπιστημιακής βίας που είχα ζήσει ως φοιτητής στο Πανεπιστήμιο. Είναι μια από τις εμπειρίες που αποτέλεσαν αφορμή για τη συγγραφή αυτού του άρθρου και την παραθέτω εδώ για να μπορέσει να καταλάβει καλύτερα ο μη εξοικειωμένος με τον Πανεπιστημιακό χώρο αναγνώστης την κατάσταση που βιώνει ένας μέσος ακαδημαϊκός εντός του ελληνικού Πανεπιστημίου. Πολύ συχνά, όταν αναφέρεται κανείς σε ενδοπανεπιστημιακή βία, το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό ενός απλού πολίτη είναι το εμπόριο ναρκωτικών, οι απόπειρες βιασμών που έχουν συμβεί ή περιστατικά όπως η πρόκληση βλάβης σε Πανεπιστημιακά μνημεία ή στο εβραϊκό νεκροταφείο. Όλα αυτά είναι αληθή και επαρκή ως λόγοι επέμβασης της αστυνομίας αλλά δεν είναι οι μοναδικές μορφές βίας στο Πανεπιστήμιο. Εδώ και πολλά χρόνια η ακαδημαϊκή κοινότητα βιώνει μια πολύ έντονη βία προερχόμενη από φοιτητές και μέλη παρατάξεων ή και από εξωπανεπιστημιακούς, συνήθως προσκείμενους στον αναρχικό χώρο. Έχουμε εισβολές σε Συγκλήτους, έχουμε εισβολές σε αίθουσες κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας, έχουμε προπηλακισμούς και έχουμε ακόμη και μορφές πολύ πιο έντονης και αποτρόπαιης βίας, σαν αυτή που βίωσε ο Πρύτανης της ΑΣΟΕΕ προσφάτως. Με άλλα λόγια, πιο ασφαλής νιώθεις περπατώντας έξω στην πόλη τη νύχτα παρά εντός του ελληνικού Πανεπιστημίου.

Αν όμως δεν περιμένει κανείς από μη ακαδημαϊκούς να κατανοήσουν καλύτερα αυτή την κατάσταση και την αναγκαιότητα εύρεσης τρόπων αντιμετώπισής της, θα περίμενε να το κάνουν οι ακαδημαϊκοί. Κάτι που για διάφορους λόγους δεν συμβαίνει. Για πρώτη φορά στα χρονικά, η σημερινή κυβέρνηση αποφάσισε να πάρει μια κατά τη γνώμη μου πολύ σωστή και ρηξικέλευθη απόφαση που αφορά τη θέσπιση Πανεπιστημιακής αστυνομίας σε συνεργασία με την ΕΛ.ΑΣ. Παρ’ όλα αυτά, όλο το τελευταίο διάστημα πολιορκούμαστε από εντελώς ανούσιες συζητήσεις ή αρνητικές αντιδράσεις ενάντια σε αυτή την απόφαση, θεμελιωμένες σε εντελώς παράλογα αιτήματα ή και σε πλήρη άγνοια για το τι συμβαίνει σε άλλα Πανεπιστήμια του εξωτερικού. Το πιο αστείο, βέβαια, είναι ότι οι περισσότερες απ’ αυτές τις αρνητικές αντιδράσεις προέρχονται από τα ίδια άτομα που τόσα χρόνια ασκούν ή υποστηρίζουν αυτές τις πράξεις βίας εντός του Πανεπιστημίου. Μια τέτοια αντίδραση είναι προφανώς κατανοητή, αφού δεν περιμένει κανείς από έναν παραβάτη, να επιθυμεί αύξηση των μέτρων ασφαλείας στον χώρο τον οποίο συνήθιζε να έχει ως έδρα του. Όμως, παρατηρεί κανείς έκπληκτος Καθηγητές και Πρυτάνεις του Πανεπιστημίου να είναι επίσης αρνητικοί απέναντι σε αυτόν τον νόμο, την ίδια στιγμή που συνάδελφός τους, ο Πρύτανης του ΟΠΑ, προπηλακίστηκε με τρόπο που θυμίζει άλλα πολύ πιο θλιβερά καθεστώτα. Κι αυτό δεν είναι καθόλου αστείο.

Όλο αυτό το διάστημα παρατηρούμε συζητήσεις επί συζητήσεων για κάτι που θα έπρεπε να είναι εντελώς προφανές σε όλους. Απ’ τη μια έχουμε Καθηγητές που προσπαθούν να καταδείξουν την αναγκαιότητα της αστυνομίας εντός του Πανεπιστημίου και απ’ την άλλη Καθηγητές που προσπαθούν να απαντήσουν με υπεκφυγές. Τους αναφέρεις ότι η αστυνομία χρειάζεται εντός των Πανεπιστημίων και σου απαντούν ότι αυτό δεν συμβαίνει πουθενά αλλού στον κόσμο. Τους δείχνεις ότι συμβαίνει φέρνοντας παραδείγματα για το τι γίνεται φερ’ ειπείν σε Πανεπιστήμια των Η.Π.Α, όπου υπάρχει σταθερή συνεργασία με την αστυνομία ή όπου υπάρχουν ακόμη και αστυνομικά τμήματα εντός των Πανεπιστημιουπόλεων και σου απαντούν: «ναι αλλά εδώ είμαστε Ευρώπη, είναι αλλιώς». Τους παρουσιάζεις ανάλογα παραδείγματα από χώρες σαν τη Μεγάλη Βρετανία όπου κι εκεί ακολουθείται αναλογική πολιτική με τις Η.Π.Α. και αποκρίνονται ότι «αυτή ανήκει στη νησιωτική Ευρώπη ενώ εμείς στην ηπειρωτική». Μια διαρκής υπεκφυγή του αυτονόητου. 

Καθώς η όλη συζήτηση, λοιπόν, εδώ και μεγάλο διάστημα περιοριζόταν σε τέτοια πράγματα και μη βλέποντας κάποια προθυμία να πραγματοποιήσει μια σχετική έρευνα κάποιος πιο αρμόδιος από μένα π.χ. ένας/μια δημοσιογράφος ή κάποιος προερχόμενος από Σπουδές Κοινωνικών Επιστημών, πήρα την πρωτοβουλία, μιλώντας και με αγαπητούς Καθηγητές, να επιχειρήσω μια τυπική έρευνα για το τι συμβαίνει στην «ηπειρωτική Ευρώπη» (sic), όντας σίγουρος βέβαια ότι οι επικριτές της ύπαρξης αστυνομίας στα Πανεπιστήμια πάλι θα βρουν κάτι να πουν, π.χ. ότι «αυτά συμβαίνουν στον βόρειο και κεντρικό ηπειρωτικό χώρο και όχι στον νότιο».

Ζητώντας λοιπόν συγγνώμη για τη μεγάλη παρέκβαση -που τη θεώρησα αναγκαία, διότι το κείμενο αυτό πρέπει να μπορεί να δώσει και σε έναν μη εξοικειωμένο με τον ακαδημαϊκό χώρο αναγνώστη πληροφορίες για το τι πραγματικά συμβαίνει εντός του Πανεπιστημίου-, ήρθε η ώρα να περάσω αμέσως στο κυρίως ζήτημα. 

Η έρευνα που επιχείρησα είναι αρκετά απλή. Έστειλα πριν περίπου ένα μήνα e-mails σε πολλές Γραμματείες διαφορετικών Ευρωπαϊκών Πανεπιστήμιων και σε Κεντρικές Αστυνομικές Διευθύνσεις του εξωτερικού, πληροφορώντας τους για την εν λόγω έρευνα και θέτοντάς τους συγκεκριμένα ερωτήματα σχετικά με την αντιμετώπιση της ενδοπανεπιστημιακής βίας και τη σχέση των Πανεπιστημίων τους με την αστυνομία εν γένει. Οι ερωτήσεις αφορούσαν την πιθανή ύπαρξη κάποιας επίσημης συμφωνίας μεταξύ Πανεπιστημίων και αστυνομίας, τους τρόπους αντιμετώπισης ενδοπανεπιστημιακής βίας και την πιθανή ύπαρξη αντιδράσεων από φοιτητές, Καθηγητές ή παρατάξεις σχετικά με την είσοδο της αστυνομίας στον Πανεπιστημιακό χώρο. Κάποια ιδρύματα απάντησαν με προθυμία ενώ άλλα δεν απάντησαν (τουλάχιστον προς το παρόν). Πρέπει να έπαιξε ρόλο σ’ αυτό και η όλη κατάσταση με τα lockdowns. Τα Πανεπιστήμια που απάντησαν είναι τα εξής: Το Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης στη Σουηδία, το Πανεπιστήμιο του Όσλο στη Νορβηγία, το Πανεπιστήμιο της Πράγας στην Τσεχία, τα Πανεπιστήμια της Βιέννης και του Σάλτσμπουργκ στην Αυστρία, τα Πανεπιστήμια του Μύνστερ και της Βρέμης στη Γερμανία, το Πανεπιστήμιο της Λιουμπλιάνα στη Σλοβενία, τα Πανεπιστήμια της Βαρσοβίας και της Κρακοβίας στην Πολωνία και το Πανεπιστήμιο της Ρίγας στη Λετονία. Συμπεριλαμβάνω και τα Πανεπιστήμια του Άμστερνταμ και του Τίλμπουργκ της Ολλανδίας για τα οποία με ενημέρωσε ένας συνάδελφος που είχε κάνει παρόμοια έρευνα στο παρελθόν επικεντρωμένη στον Ολλανδικό χώρο. Δεν απάντησαν πανεπιστήμια από Ισπανία, Γαλλία, Σλοβακία, Ιταλία, Φινλανδία, Βουλγαρία, Κροατία και Πορτογαλία. Από Αστυνομικές Διευθύνσεις μου απάντησε προς το παρόν μόνο η Κεντρική Αστυνομική Διεύθυνση της Πράγας. Στα συμπεράσματα που παραθέτω, βάζω σε δική μου μετάφραση τις σχετικές απαντήσεις τους, συμπεριλαμβάνοντας ενίοτε και κάποιες φωτογραφίες με αποσπάσματα από τη μεταξύ μας επικοινωνία, -απ’ όσους μου έδωσαν τη σχετική έγκριση.

Τα συμπεράσματα της έρευνας είναι τα ακόλουθα:

1) Σχεδόν όλα τα παραπάνω Πανεπιστήμια απάντησαν ότι δεν υπάρχει κάποια επίσημη ειδική συμφωνία με την αστυνομία, επειδή δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο, αφού τα Πανεπιστήμια αποτελούν δημόσιο χώρο και θεωρείται δεδομένο πως η αστυνομία μπορεί να επέμβει σε κάθε δημόσιο χώρο ανενόχλητη. Παραθέτω εδώ ενδεικτικά δυο links από άρθρα που μου έστειλαν και αναφέρονται σε επιχειρήσεις της αστυνομίας στα Πανεπιστήμια της Κωνσταντίας και της Βρέμης αντιστοίχως, η πρώτη για προληπτικό έλεγχο με αφορμή πιθανή απειλή και η δεύτερη με αφορμή την επίθεση που δέχτηκε άτομο εντός της Πανεπιστημιούπολης.

Είναι χαρακτηριστική και η αντίδραση της κ. Šárka Havránková, διοικήτριας του Τσεχικού παραρτήματος της INTERPOL, η οποία απάντησε ότι δεν υπάρχει ειδική συμφωνία με τα Πανεπιστήμια αλλά «εφόσον είναι απαραίτητη, η αστυνομική παρέμβαση πραγματοποιείται ως τυποποιημένη διαδικασία. Το ποια είναι η εν λόγω τοποθεσία δεν παίζει κανέναν απολύτως ρόλο».

Μόνη εξαίρεση αποτελεί το Πανεπιστήμιο Επιστήμης και Τεχνολογίας της Κρακοβίας (University of Science and Technology in Kraków), το οποίο με ενημέρωσε ότι από το 2017 και μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου του 2020, υπήρξε μια βραχυπρόθεσμη αλλά επίσημη συμφωνία ανάμεσα σε αυτό και στα Κεντρικά γραφεία της επαρχιακής αστυνομίας της Κρακοβίας. Η συμφωνία υπογράφτηκε από τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου και από τον διοικητή της αστυνομίας και σύμφωνα με αυτήν, το Πανεπιστήμιο επέτρεψε στην αστυνομία να επεμβαίνει ελεύθερα στους χώρους του για να αποτρέψει κάθε πιθανή παράβαση ή υποψία για παράβαση καθώς και για πρόληψη διακίνησης ναρκωτικών εντός της Πανεπιστημιούπολης. Εδώ είναι το σχετικό link -(δυστυχώς είναι στα πολωνικά, οπότε θα πρέπει να με εμπιστευτείτε). 

Η Πολωνία είναι ένα απ’ τα μέρη όπου σε γενικές γραμμές για την είσοδο της αστυνομίας στον Πανεπιστημιακό χώρο απαιτείται έγκριση από τις Πρυτανικές αρχές, εκτός εξαίρετων περιπτώσεων (βλ. παρακάτω). Βρίσκω ενδιαφέρουσα τη ρητορική με την οποία είναι γραμμένο το παραπάνω άρθρο, γιατί θυμίζει ανάλογες διστακτικές απόπειρες στην Ελλάδα με τον φόβο να μην προκληθούν αντιδράσεις. Συγκεκριμένα λέει ότι η αστυνομία δεν θα χρειάζεται πλέον την έγκριση του Πρύτανη για να εισέλθει εντός του Πανεπιστημίου και τονίζει το γεγονός ότι αυτή η συμφωνία δεν έγινε για την τιμωρία των φοιτητών αλλά για την προστασία τους. Δίνεται, επίσης, ιδιαίτερη έμφαση στο ότι η συνεργασία του Πανεπιστημίου με τις αστυνομικές αρχές είχε ξεκινήσει πριν 18 χρόνια και ότι υπήρξαν στο παρελθόν και άλλες παρόμοιες συμφωνίες.

2) Όλα τα Πανεπιστήμια ανεξαιρέτως έχουν κάποια υπηρεσία προστασίας με σοβαρές αρμοδιότητες. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για ιδιωτικό σώμα ασφαλείας μισθωμένο από το ίδιο το Πανεπιστήμιο αλλά το κομβικό σημείο εδώ είναι ότι ακόμη και με την ύπαρξη ιδιωτικού σώματος ασφαλείας, η αστυνομία είναι απολύτως ελεύθερη να πηγαινοέρχεται στον Πανεπιστημιακό χώρο και συχνά αυτές οι δύο μορφές ασφαλείας είναι ταυτόχρονες και όχι αλληλοαποκλειόμενες. 

Όπως με ενημέρωσε ο κ. Josef Scheibenpflug, υπεύθυνος του Τομέα Ασφαλείας του Πανεπιστημίου της Βιέννης, παρότι δεν υπάρχει κάποια επίσημη συμφωνία μεταξύ Πανεπιστημίου και αστυνομίας, «η αστυνομία έχει την εξουσία να εισέλθει στο Πανεπιστήμιο σε περίπτωση υποψίας για εγκληματική δραστηριότητα -συμφώνως με τον Νόμο περί ασφαλείας στην Αυστρία. Οι υπεύθυνοι ασφαλείας εργάζονται πολύ στενά με την αστυνομία, η οποία μπορεί να επέμβει οποιαδήποτε στιγμή και να αναλάβει δράση. Υπάρχουν αρκετά αστυνομικά Τμήματα πλησίον του Πανεπιστημίου με τα οποία οι υπεύθυνοι ασφαλείας βρίσκονται σε επαφή. Η ίδια η αστυνομία έχει τους δικούς της υπαλλήλους που διατηρούν επαφές με τα Ιδρύματα, τα σχολεία, τα καταστήματα κ.λπ., ανταλλάσσοντας μεταξύ τους τακτικά ιδέες».


Στο ίδιο πνεύμα, ο κ. Artūrs Lūsis, υπεύθυνος από το Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Ρίγας στη Λετονία απάντησε ως εξής:

«Στη Λετονία ο νόμος λειτουργεί σε όλα τα μέρη -τα Πανεπιστήμια, επίσης ακολουθούν τον ίδιο νόμο και δεν υπάρχουν κανονισμοί που να λένε ότι η αστυνομία δεν μπορεί να επέμβει στην Πανεπιστημιούπολη ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος που ανήκει στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Ρίγας. Περιπολίες της αστυνομίας επιτρέπονται εντός της Πανεπιστημιούπολης (σε καθημερινή βάση και όχι μόνο όταν συμβαίνει κάτι). Δεν έχουμε συμφωνίες ανάμεσα στα Πανεπιστήμια και στην αστυνομία (κρατική ή δημοτική αστυνομία), αλλά το Τεχνικό Πανεπιστήμιο Ρίγας έχει στείλει ορισμένα αιτήματα στις αστυνομικές αρχές ζητώντας τους να κάνουν περιπολίες στην Πανεπιστημιούπολη ή σε άλλες εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου (όμως χωρίς να εισέρχεται εντός κτιρίων, αν δεν υπάρχει ειδική ανάγκη γι’ αυτό). Επιπλέον, έχουμε μια δική μας ομάδα ασφαλείας (ιδιωτική, όχι ανήκουσα στο Πανεπιστήμιο), η οποία επίσης κάνει περιπολίες και μπορεί να εισέρχεται στις εγκαταστάσεις σε καθημερινή βάση (ως μέρος των καθηκόντων της)». 

Από το Πανεπιστήμιο τη Στοκχόλμης έστειλαν την εξής διαβεβαίωση: «Είναι εύκολο για την αστυνομία να αποκτήσει πρόσβαση στα κτίρια του Πανεπιστημίου, καθώς έχουμε φύλακες 24 ώρες το 24ωρο για να επιτρέπουν την πρόσβαση της αστυνομίας ή της πυροσβεστικής στον χώρο, αν κριθεί αναγκαίο. Το έδαφος της Πανεπιστημιούπολης αποτελεί δημόσιο χώρο και όχι ιδιωτική ιδιοκτησία». (βλ. παρακάτω).

Παρόμοια απάντηση έστειλαν όλα σχεδόν τα Πανεπιστήμια. Η αστυνομία είναι αυτονόητο ότι μπορεί να εισέλθει στον χώρο του Πανεπιστημίου, ακόμη και χωρίς να έχει συμβεί κάτι συγκεκριμένο. Στη Βιέννη υπάρχουν αστυνομικές διευθύνσεις πλησίον του ακαδημαϊκού χώρου και υπάλληλοι του Πανεπιστημίου είναι σε πολύ στενή επαφή με τους υπαλλήλους της αστυνομίας ενώ στη Ρίγα δίνεται έμφαση στις συχνές της περιπολίες εντός του Πανεπιστημιακού χώρου. Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ υπάρχει παραλλήλως και ιδιωτικό σώμα φύλαξης. 

Από το Πανεπιστήμιο του Μύνστερ, στη Βεστφαλία, με παρέπεμψαν στην §27 του Αστυνομικού Νόμου Ασφαλείας (Sicherheitspolizeigesetz), όπου καθίσταται σαφές πως η αστυνομία έχει πρόσβαση σε κάθε δημόσιο χώρο που τη χρειάζεται. Έχοντας επισκεφτεί το Μύνστερ κατά το χειμερινό εξάμηνο του 2015 στο πλαίσιο Erasmus, μου έκανε αμέσως εντύπωση ότι στην τελετή καλωσορίσματος των νεοελθέντων φοιτητών (21 Σεπτεμβρίου 2015), το Πανεπιστήμιο είχε φέρει στην εκδήλωση τον διοικητή της αστυνομίας του Μύνστερ, για να μας δώσει χρήσιμες πληροφορίες για την προστασία μας και την ομαλή διαβίωση στην πόλη (πού θα πρέπει να αποφεύγουμε να πάμε, πώς να διαχειριστούμε προβληματικές καταστάσεις, πώς να προσέχουμε τα ποδήλατά μας από κλέφτες κ.λπ). Μπορεί να φανταστεί κανείς τον διοικητή της αστυνομίας να εισέρχεται σε αίθουσα ελληνικού Πανεπιστημίου, ακόμη και για κάτι τόσο απλό όσο η ενημέρωση φοιτητών για ζητήματα ασφαλείας; Αν όχι, τότε αυτό σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά στη χώρα μας. Ακολούθως, στο Μύνστερ συνάντησα αρκετές φορές περιπολικό της αστυνομίας εντός της Πανεπιστημιούπολης (βλ. φωτογραφία που τράβηξα ο ίδιος). 

Εξαιρέσεις στα παραπάνω αποτελούν το Πανεπιστήμιο της Λιουμπλιάνα και, υπό όρους και όπως ήδη ανέφερα, τα Πανεπιστήμια της Πολωνίας. Όσον αφορά το πρώτο, μου κατέστη σαφές ότι «Σε συμφωνία με την αυτονομία και το Καταστατικό του Πανεπιστημίου της Λιουμπλιάνα, η είσοδος της αστυνομίας στο Πανεπιστήμιο δεν επιτρέπεται, εκτός από ειδικές περιπτώσεις όπου καλείται για κάποια εγκληματική πράξη και πάντα συνοδευόμενη από έναν υπεύθυνο του Πανεπιστημίου ή του Ιδρύματος». 

Αναφορικά με τα Πανεπιστήμια της Πολωνίας, το Πανεπιστήμιο της Κρακοβίας ανήκε αρχικά σε αυτά όπου η είσοδος της αστυνομίας στον Πανεπιστημιακό χώρο μπορούσε να γίνει κατά κύριο λόγο μόνο κατόπιν πρόσκλησης του Πρύτανη αλλά όπως ανέφερα παραπάνω, κάτι τέτοιο φαίνεται να άλλαξε τα τελευταία χρόνια με τη σύναψη ειδικών συμφωνιών. Όσο για το Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, εκεί ισχύει ό,τι ισχύει και στην υπόλοιπη Πολωνία. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 50, §1 της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου της 20ης Ιουλίου 2018 στον νόμο για την Ανώτατη Εκπαίδευση και Επιστήμη, δηλώνεται ρητώς ότι η αστυνομία μπορεί να επέμβει στον χώρο των Ιδρυμάτων Ανωτάτης Εκπαίδευσης μόνο σε δύο περιπτώσεις:

α) Κατόπιν πρόσκλησης από τον Πρύτανη.

β) Χωρίς πρόσκληση από τον Πρύτανη, σε περιπτώσεις άμεσης απειλής της ανθρώπινης ζωής ή της υγείας ή σε περιστατικά φυσικών καταστροφών.

Βλέπουμε δηλαδή και εδώ ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων η αστυνομία δεν χρειάζεται την έγκριση της Πρυτανείας για να εισέλθει στο Πανεπιστήμιο. Βρίσκω αρκετά ενδιαφέρον ότι με εξαίρεση το Πανεπιστήμιο της Λιουμπλιάνα και τα Πανεπιστήμια της Πολωνίας για τα υπόλοιπα δεν προϋποτίθεται κάποια αναγκαστική συνεννόηση με Πρυτάνεις προκειμένου να πάρει άδεια η αστυνομία να επέμβει στον ακαδημαϊκό χώρο. Είναι απολύτως ελεύθερη να εισέρχεται σε κάθε είδους δημόσιο χώρο, συμπεριλαμβανομένου του Πανεπιστημίου. Όπως παρατηρεί κανείς μάλιστα στο παράδειγμα της Βιέννης, αστυνομία και ιδιωτική φύλαξη του Πανεπιστήμιου αλληλοσυμπληρώνονται και συνεργάζονται. 

3) Όταν ρώτησα τα Πανεπιστήμια για τις πιθανές αντιδράσεις φοιτητών, Καθηγητών ή παρατάξεων σε τυχόν επέμβαση της αστυνομίας στο Πανεπιστήμιο, η απάντηση που δόθηκε είναι ότι δεν υπάρχουν τέτοιες αντιδράσεις παρά μόνο ίσως σε συγκεκριμένες συγκυρίες και πολύ μειοψηφικές. Από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης απάντησαν: 

«Η επέμβαση της αστυνομίας σε περίπτωση εγκλήματος είναι δεδομένη. Δεν θα περίμενα κανέναν να αντιδράσει αρνητικά στον χειρισμό ενός τέτοιου περιστατικού απ’ την αστυνομία. Το 2019, 100 φοιτητές κατέλαβαν μια αίθουσα χορού του Τεχνικού Πανεπιστημίου της Βιέννης. Οι φοιτητές διέρρηξαν το κτήριο και αρνήθηκαν να φύγουν μέχρι που επενέβη η αστυνομία και τους συνέλαβε. Καθώς η διάρρηξη και είσοδος στον συγκεκριμένο χώρο αποτελεί εγκληματική πράξη, η δράση της αστυνομίας θεωρήθηκε δικαιολογημένη. Δεν υπήρξαν αντιδράσεις από την πλειοψηφία του κόσμου… και καμία πολιτική παράταξη δεν επέκρινε το συμβάν (της εισόδου της αστυνομίας)». 

Στο ίδιο πνεύμα ο κ. Martin Weichbold, Αντιπρύτανης Ακαδημαϊκών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου του Σάλτσμπουργκ δηλώνει: «…δεν έχουμε προς το παρόν κάποια εμπειρία παραπτωμάτων από ακραία (πολιτικά;) γκρουπ του Πανεπιστημίου. Τα κτίρια του Πανεπιστημίου είναι δημόσια, ο καθένας μπορεί να εισέλθει σε αυτά. Σε περίπτωση κάποιας καταγγελίας (π.χ. εξαιτίας κάποιας κλοπής ή άλλης παράβασης), η αστυνομία επιτρέπεται να διεξάγει επιτόπια έρευνα, αλλά αυτό δεν ενοχλεί κανέναν». 

Αν θέλει κανείς να το πάει ακόμη ένα βήμα πιο πέρα προς κάτι που θα φάνταζε ίσως ουτοπικό αλλά δεν είναι, αρκεί να ρίξει μια ματιά στις απαντήσεις που μου έστειλαν από το Πανεπιστήμιο του Όσλο και από το Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης.

Ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου του Όσλο, κ. Svein Stølen σχολίασε συγκεκριμένα: «Δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα εδώ. Το ποσοστό εγκληματικότητας στο κυρίως-Όσλο είναι χαμηλό (για παράδειγμα, μόνο 2 φόνοι σημειώθηκαν πέρυσι σε έναν πληθυσμό 900.000) και οι Πανεπιστημιουπόλεις μας είναι πολύ ήσυχες. Όταν η αστυνομία χρειάζεται να λάβει δράση, το κάνει, όπως συμβαίνει άλλωστε και στην υπόλοιπη κοινωνία».

Σε ακόμη πιο έντονη διατύπωση, η κ. Margareta Rajz Söderberg, υπεύθυνη στρατηγικής ασφαλείας του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης, δήλωσε:

«Δεν έχουμε συναντήσει ποτέ περιστατικό κατά το οποίο η δράση της αστυνομίας αναστάλθηκε ή παρεμποδίστηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Εξ’ όσων γνωρίζω, δεν είχαμε ποτέ προβλήματα με αρνητικές αντιδράσεις από φοιτητές, πολιτικές παρατάξεις ή πολίτες, έπειτα από εργασίες της αστυνομίας στο Πανεπιστήμιο. Οι Σουηδοί έχουν μεγάλη εμπιστοσύνη στην αστυνομική εξουσία και είναι νομοταγείς πολίτες…».

Έπειτα απ’ όλες αυτές τις απαντήσεις, η κατάσταση στην Ελλάδα μοιάζει μάλλον δυστοπική. Εμείς εδώ έχουμε αντιδράσεις για εισόδους της αστυνομίας στα Πανεπιστήμια ακόμη και σε περιπτώσεις κατάφορης παραβατικής συμπεριφοράς, έχουμε μεγάλο ποσοστό ενδοπανεπιστημιακής εγκληματικότητας και έχουμε ακόμη και Καθηγητές ή Πρυτάνεις που δεν καλούν την αστυνομία όταν χρειάζεται και στρέφονται στρέφονται εναντίον της εισόδου της αστυνομίας στον Πανεπιστημιακό χώρο. Η πιο δυσάρεστη όμως συνειδητοποίηση είναι ότι χρειάζεται να συζητήσουμε για όλα αυτά. Ακόμη και για τόσο πρόδηλα προβλήματα, όπου δεν θα χρειαζόταν καν να δούμε τι κάνουν άλλες χώρες διότι θα ήταν προφανές, εμείς αναγκαζόμαστε να χύνουμε (διαδικτυακή) μελάνη και να σκαρφιζόμαστε επιχειρήματα για τα αυτονόητα. Το βασικό μας πρόβλημα, που είναι γενικότερο πρόβλημα στη συγκεκριμένη χώρα, είναι η δυσκολία να προχωρήσει κανείς πέρα απ’ το παρελθόν του. Λόγω του παρελθόντος μας με τη χούντα, ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων, ακόμη και σήμερα, όπου βλέπει αστυνομία σε Πανεπιστήμια, φαντάζεται χούντες και δεν μπορεί να ξεκολλήσει απ’ αυτή την εικόνα, ακόμη κι όταν μπροστά του συντελούνται εγκληματικότατες πραγματικότητες.

Περιόρισα την έρευνα σε Πανεπιστήμια της Ευρώπης για ευνόητους λόγους αλλά αξίζει να αναφερθεί κανείς σε μια ακόμη περίπτωση μη ευρωπαϊκής χώρας. Επειδή τυχαίνει να σπουδάζω αυτό το διάστημα στο Ισραήλ, μια χώρα με ιδιαίτερο στρατιωτικό χαρακτήρα λόγω των προβλημάτων της, σε κάποια φάση βρέθηκα στο Πανεπιστήμιο της Χάιφα. Η πιο έντονη εικόνα που παρατηρεί κανείς εκεί μέσα είναι η ύπαρξη όχι μόνο αστυνομικών εντός του Πανεπιστημίου, αλλά και στρατιωτικών. Υπάρχει ειδικός κοιτώνας στρατιωτικών εντός των Πανεπιστημιακών εστιών και παιδιά που βρίσκονται σε στράτευση αλλά ταυτοχρόνως φοιτούν, πηγαινοέρχονται ένοπλα εντός του χώρου και συμμετέχουν σε όλες τις διαδικασίες στις οποίες συμμετέχουν οι υπόλοιποι φοιτητές και φοιτήτριες. Σχεδόν κάθε μέρα τρώγαμε μαζί στη φοιτητική λέσχη. Για τα μάτια ενός ανθρώπου που πιστεύει ότι ο στρατός ισοδυναμεί με χούντα, η παρουσία στρατιωτικών εντός του Πανεπιστημίου (ενόπλων μάλιστα με αυτόματα όπλα), δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως χαρακτηριστικό χουντικού και ανελεύθερου καθεστώτος. 

Η αλήθεια όμως είναι πολύ διαφορετική. Η Χάιφα συγκεκριμένα είναι ίσως η πιο φιλελεύθερη πόλη του Ισραήλ -μαζί με το Τελ Αβίβ. Είναι από τις πιο ασφαλείς περιοχές της χώρας και από τις λίγες πόλεις όπου Ισραηλινοί και Παλαιστίνιοι ζουν αρμονικά μεταξύ τους, μένουν σε ίδιες γειτονιές και μάλιστα οι περισσότεροι κάτοικοί της είναι κοσμικοί και μη θρησκευόμενοι. Προφανώς, δεν θέλω να ισχυριστώ ότι θα πρέπει και στα ελληνικά Πανεπιστήμια να εισέρχεται ο στρατός, αφού κάτι τέτοιο δεν έχει και κανένα νόημα. Αυτό που προσπαθώ να δείξω είναι ότι φέρουμε μέσα μας εικόνες κληρονομημένες από το παρελθόν, οι οποίες θεωρούμε ότι ενέχουν το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο οπουδήποτε αλλού τις συναντούμε και σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε τις διαφορετικές συγκυρίες. Με άλλα λόγια, σκεφτόμαστε μόνο συμβολικά και δεν εξετάζουμε το περιεχόμενο των εικόνων μας. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει σε όλη τη σχετική συζήτηση για την Πανεπιστημιακή αστυνομία. Στην πραγματικότητα αυτό που εμποδίζει κάποιους ανθρώπους να πουν το ναι, δεν είναι ότι δεν αντιλαμβάνονται την ύπαρξη του προβλήματος, είναι ότι δεν μπορούν να ξεφύγουν από εικόνες του παρελθόντος. Και μόνο το ότι χάνουμε πολύτιμο χρόνο απ’ τη ζωή μας για να συζητήσουμε για τόσο αυτονόητα πράγματα, τα οποία έχουν λυθεί προ πολλού στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, αποτελεί από μόνο του ένα πρόβλημα. Τριγύρω μας συντελούνται μοναδικές επιστημονικές και τεχνολογικές επαναστάσεις και εμείς αντί να συμμετέχουμε σε αυτές, καθόμαστε και ασχολούμαστε με το αν θα πρέπει η αστυνομία να μπει σε Πανεπιστήμια που παρουσιάζουν πολύ έντονη παραβατικότητα. Σε κάποια πράγματα πρέπει να αλλάξουμε επιτέλους αιώνα.