Visual Browsing

Ελληνοτουρκική διένεξη: Δεν υπάρχει μόνο η νίκη ή ήττα

Ελληνοτουρκική διένεξη: Δεν υπάρχει μόνο η νίκη ή ήττα
© ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΟΣΙΔΗΣ
Τα κοινά σε όλες τις χώρες προβλήματα απαιτούν συνεννόηση και διαβούλευση
  • A-
  • A+
0
Δεν υπάρχει μόνο νίκη ή ήττα αλλά και άλλες πιθανές λύσεις που μπορούν να διασφαλίσουν τον μετασχηματισμό της διένεξης Ελλάδας - Τουρκίας

Το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν στη χώρα μας οι φωνές που θέλουν να απορρίψουμε τον διάλογο και τη συνεργασία με τη γειτονική μας χώρα, την «απειλητική» Τουρκία, με την οποία, όπως με έντονο ύφος δηλώνουν, δεν έχουμε τίποτα να συζητήσουμε. Σημαντική μερίδα των πολιτών και των αναλυτών, επίσης, δυσανασχετεί με την «αποτυχία» της ΕΕ να επιβάλει, με ομοφωνία, κυρώσεις στην Τουρκία. Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από «αναρχία» και έλλειψη μιας «ανώτατης αρχής», όπου η επιβίωση της χώρας μας εξαρτάται μόνο από την «αυτοβοήθεια», όπως επισημαίνουν, δεν υπάρχουν περιθώρια για πολιτικές που στηρίζονται στην ηθική και τη συνεργασία. Μάλιστα, υπάρχουν και προσεγγίσεις που προτείνουν την ανάγκη να τονώσουμε το συλλογικό ήθος των Ελλήνων πολιτών μέσα από εκδηλώσεις για τα 200 έτη της ελληνικής επανάστασης που είναι «επιστημονικά και γνωσιολογικά λιγότερο περίπλοκες», δηλαδή χωρίς συζήτηση και αναστοχασμό! (βλ. το Βήμα, 18/10/20, Σπύρος Λίτσας).

Περιγράφοντας και αναλύοντας τις επιλογές της ελληνικής εξωτερικής με αυτόν τον τρόπο, ωστόσο, στην πραγματικότητα αποκρύπτουν τα εξής. 

Πρώτον, ότι τα κράτη δεν προχωρούν και εξελίσσονται μόνο υπό τον φόβο της επιβίωσης. Η εθνική κυριαρχία δεν υποχωρεί, αναθεωρείται και παραμένει στέρεο θεμέλιο ενός κόσμου που έχει ανάγκη από διακυβέρνηση, συνεννόηση και συνεργασία, τόσο στο περιφερειακό όσο και στο παγκόσμιο επίπεδο, περισσότερο από ποτέ στο παρελθόν. Με ορίζοντα λοιπόν τους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση, καλό θα ήταν να μην επενδύσουμε σε εσωστρεφή, θυμικά και αυτοαναφορικά αφηγήματα που καλλιεργούν την ανασφάλεια ότι κινδυνεύουμε να απεμπολήσουμε την εθνική μας ταυτότητα και τα εθνικά μας κυριαρχικά δικαιώματα, αλλά να επενδύσουμε σε αφηγήματα που μας επιτρέπουν να είμαστε πιο αισιόδοξοι, επικεντρώνοντας στα επιτεύγματα της χώρας μας τα τελευταία 200 χρόνια (ένταξη στους βασικούς οικονομικούς, πολιτικούς και αμυντικούς θεσμούς της Δύσης, υψηλή κατάταξη στην ομάδα των πιο αναπτυγμένων χωρών του κόσμου). 

Δεύτερον, ότι ενώ κανένα κράτος ή πολιτικό σύστημα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ισχύ, εσωτερικά ή εξωτερικά, η ισχύς δεν έχει να κάνει μόνο με μαξιμαλιστικούς στόχους, απουσία συνεργασίας, εξοπλισμούς και πόρους. Και ειδικότερα στον σημερινό κόσμο, όπου μέχρι και οι ΗΠΑ αδυνατούν, δεν μπορούν να προασπίσουν τα εθνικά της συμφέροντα χωρίς διακυβερνητική και διεθνή συνεργασία. Όσο ισχυρό και να είναι ένα κράτος, τα κοινά σε όλες τις χώρες προβλήματα απαιτούν συνεννόηση και διαβούλευση. Που σημαίνει ότι η λογική του “zero-sum game” δεν αρκεί. Το ζητούμενο, όπως γράφει στο πρόσφατο βιβλίο του ο Joseph Nye (Do Morals Matter?), δεν είναι η χρήση της ισχύος πάνω σε άλλους, αλλά και η χρήση της ισχύος σε συνεργασία με άλλους. Η «υπηρηφάνεια των εθνών», γράφει ο Νίκος Μαραντζίδης (Καθημερινή της Κυριακής, 18/10/20), «βρίσκεται στην ποιότητα ζωής, στους θεσμούς, στο κράτος δικαίου, στις ελευθερίες των πολιτών – όχι στους στόλους και τις στολές… Κι αν αυτά σημαίνουν πως πρέπει να συνεργαστούμε με τον ιδιότροπο γείτονά μας, ας βρούμε τρόπο να το κάνουμε». 

Σχετικα
Στόλτενμπεργκ: Ο μηχανισμός αποκλιμάκωσης λειτουργεί
Στόλτενμπεργκ: Ο μηχανισμός αποκλιμάκωσης λειτουργεί

Που σημαίνει ότι υπόθεση εργασίας περί ισχύος και αυτοβοήθειας στην εξωτερική πολιτική δεν αποτελεί παρά ένα ενδεχόμενο. Όπως έχω γράψει και σε προηγούμενο κείμενό μου στην Athens Voice (27/07/20), η κατανόηση της θέσης αυτής επιτρέπει ευρεία περιθώρια επαναδιαμόρφωσης των κύριων παραμέτρων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Επίσης, και κατά συνέπεια, όσο επενδύουμε στην προσπάθεια να υπάρξει διάλογος με την Τουρκία,  χρήσιμο θα ήταν να επενδύσουμε και στις επικοινωνιακές διαδικασίες της δημόσιας διπλωματίας, για να επηρεάσουμε ξένες κυβερνήσεις και την παγκόσμια κοινή γνώμη προκειμένου να κατανοήσουν τα εθνικά μας  συμφέροντα. Όταν μιλάμε για ζητήματα ελληνο-τουρκικών σχέσεων, καλό είναι να θυμόμαστε ότι είναι πολύ δύσκολο να ενδιαφερθεί́ η κοινή γνώμη των ευρωπαϊκών χωρών. Αν, ωστόσο, στα κράτη-μέλη της ΕΕ, τα Γραφεία Τύπου των ελληνικών πρεσβειών αναλάβουν την ευθύνη να ενημερώσουν τους πολίτες των χωρών αυτών μέσα από συζητήσεις και ανάπτυξη επιχειρημάτων για τη διένεξη Ελλάδος-Τουρκίας, και πώς μπορεί η αντιμετώπιση αυτής να καταστεί ως ευρωπαϊκή́ πολιτική́ μέσω της διαμόρφωση της μελλοντικής σχέσης Τουρκίας-ΕΕ (πιθανόν στην κατεύθυνση μιας «ειδικής σχέσης»), τότε έχουμε την ελπίδα η συντριπτική́ πλειοψηφία των εταιρών μας να στηρίξει όχι μόνο τα συμφέροντα της χώρας μας αλλά και να ζητήσει/επιδιώξει και την ενίσχυση της ασφάλειας στη Μεσόγειο και για άλλα ζητήματα, όπως είναι η μετανάστευση, η διακίνηση ναρκωτικών, η διακίνηση ανθρώπων κ.α. 

Η χώρα μας, επίσης, θα μπορούσε να επενδύσει περισσότερο χρόνο και χώρο σε συμφωνίες που έχει υπογράψει με την Τουρκία σε ζητήματα τουρισμού, μετανάστευσης, οικονομίας/επιχειρηματικότητας και περιβάλλοντος. Κατά αυτόν τον τρόπο τα ζητήματα ασφάλειας δεν θα απλοποιούν πολυεπίπεδες σχέσεις σε διχοτομικές καταστάσεις, άσπρο-μαύρο, που υπονομεύουν άλλους τομείς συνεργασίας που με τη σειρά τους θα μπορούσαν να διευκολύνουν την επίλυση των διαφορών. Τουρκία δεν είναι μόνο ο αλαζόνας Ερντογάν, ο οποίος για να κυβερνήσει μετά τις τελευταίες εκλογές χρειάστηκε και τη βοήθεια των «γκρίζων λύκων». Είναι και ο τουρκικός λαός, η πλειοψηφία του οποίου, όπως πολύ σωστά υπογραμμίζει ο Γ. Ανωμερίτης (Βήμα 18/10/2020), αντιτίθεται στην προσπάθεια οπισθοδρόμησης του κοσμικού κράτους και επιθυμεί την ένταξη της χώρας τους στην ΕΕ. Που σημαίνει ότι η Ελλάδα θα πρέπει και μπορεί, μαζί με τα κράτη-μέλη της ΕΕ, να αναπτύξει τη συνεργασία με μονάδες και δρώντες εντός της Τουρκίας, όπως επιχειρηματικές ενώσεις, εμπορικά επιμελητήρια, επιστημονικές ομάδες και ΜΚΟ, με στόχο την ενίσχυση του διαλόγου αλλά και την ικανότητα της ακοής. Ο διάλογος δεν εμπεριέχει μόνο τον λόγο αλλά και την ακρόαση, αλλά και την παραδοχή ότι αφενός ένας μόνο δεν γνωρίζει όλες τις απαντήσεις και αφετέρου ότι μπορεί να υπάρχουν καλύτερες εναλλακτικές προτάσεις. Μία τέτοια στρατηγική, όπως έγραψα πρόσφατα στο Books Journal, μπορεί να δώσει νέες ευκαιρίες στην Ελλάδα να αντιμετωπίσει τα προβλήματα διμερών σχέσεων με τις γείτονες χώρες και να ενδυναμώσει τη θέση της στη διεθνή αρένα, πέραν των ορίων που της επιτρέπει η περιορισμένη σκληρή ισχύ και οικονομική της κατάσταση. 

Η Τουρκία και η διαχείρισή της αποτελούν, χωρίς αμφιβολία, ένα κρίσιμο τεστ για τη στάση της ελληνικής κοινωνίας έναντι του πολιτικού συστήματος και των θεσμών. Και ειδικότερα σήμερα, όπου η διάψευση των μεταπολιτευτικών ψευδαισθήσεων έχει συμβάλει στη μείωση της ικανότητας της ελληνικής κοινωνίας να αντιμετωπίζει αισιόδοξα το μέλλον. Έτσι, ενώ εδώ και αρκετά χρόνια έχει διαπιστωθεί ότι το φιλελεύθερο δημοκρατικό πολιτικό μας σύστημα πιέζεται με θεμελιώδη ζητήματα και προβλήματα, σήμερα η πανδημία όχι μόνο ενισχύει την αβεβαιότητα, αλλά και την εμπιστοσύνη των πολιτών, ως προς την ικανότητα της φιλελεύθερης δημοκρατίας να πείσει για τη συλλογική αντιμετώπιση των κρίσεων. Που σημαίνει ότι η «θεραπεία» του προβλήματος με την Τουρκία δεν μπορεί να προκύψει μέσα από μια στενή και εθνοκεντρική εσωστρεφή λογική, ότι η διένεξη με την Τουρκία δεν επιλύεται παρά μόνο με τη νίκη της μίας πλευράς έναντι της άλλης. Τέτοιες λογικές, που πολλές φορές χρησιμοποιούνται και αναπτύσσονται για την εξυπηρέτηση κομματικών, μικροπολιτικών, ακόμη και προσωπικών σκοπιμοτήτων,  όπως υπογραμμίζει ο Γ. Πανταγιάς σε κείμενο στην Athens Voice (16/10/2020), ωθούν την εξωτερική πολιτική από το πεδίο της διπλωματίας σε εκείνο της στρατικοποίησης. Και ταυτόχρονα υποδαυλίζουν την εθνική αδιαλλαξία, η οποία πολλές φορές στο παρελθόν όχι μόνο αναγκάστηκε να αναζητήσει τον αναπόφευκτο συμβιβασμό, που συνήθως είναι σε κατώτερο επίπεδο απ’ ό,τι θα μπορούσε να είναι σε διαφορετική περίπτωση (βλ. Μακεδονικό), αλλά κατέληξε και να είναι και επιζήμια. 

Σχετικα
Ακσόι: Η Τουρκία είναι ανοιχτή στον διάλογο, η Ελλάδα κάνει πίσω
Ακσόι: Η Τουρκία είναι ανοιχτή στον διάλογο, η Ελλάδα κάνει πίσω

Στο Κυπριακό τις δεκαετίες του 1950-1960 παλέψαμε για λύσεις που απέτρεψαν την πολιτική ηγεσία της χώρας να αποδεχτεί προτάσεις που σήμερα φαντάζουν ιδανικές. 

Μετά το 1974, για κάποιο διάστημα, επιλέξαμε την έξοδο από το ΝΑΤΟ, κάτι το οποίο ακόμα το πληρώνουμε σήμερα. 

Με το Μακεδονικό απεμπολήσαμε την ευκαιρία να διαμορφώσουμε ηγετικό ρόλο στην περιοχή των Βαλκανίων.

Το 1999, και ενώ μέσα από τη Συμφωνία του Ελσίνκι, επιδιώξαμε την εμπλοκή της ΕΕ στην επίλυση της ελληνοτουρκικής διένεξης με προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο μέχρι και το 2004, η χώρα μας τελικά αποδέχτηκε την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την ΕΕ με ανεπίλυτες τις ελληνοτουρκικές διαφορές ως προς τα όρια των υφαλοκρηπίδων και των αιγιαλίτιδων ζωνών τους. Με αποτέλεσμα σήμερα όχι μόνο η Τουρκία να μην επιθυμεί την παραπομπή των διαφορών στο Διεθνές Δικαστήριο αλλά και ο Πρόεδρός της να προβαίνει σε αδιανόητες προκλητικές ενέργειες (βλ. το γνωστό Μνημόνιο με τη Λιβύη, οι απειλές με τους πρόσφυγες, οι γεωτρήσεις, η υπόθεση Oruc Reis).

Κατά συνέπεια, το ζητούμενο δεν είναι η επένδυση στην απροθυμία υπεράσπισης του διάλογου. Το ζητούμενο είναι ένας ενεργητικός διάλογος με στόχο την επίλυση όλων των ελληνοτουρκικών διαφορών, αλλά και η ενίσχυση της χώρας μας ως αποδεκτός από τη διεθνή κοινότητα αδιαμφισβήτητος πόλος σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, μέσω της ανάληψης πρωτοβουλιών και ρόλων που θα συν-διαμορφώνουν την ατζέντα ασφάλειας της Δύσης (Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης) για την ασταθή και ρευστοποιούμενη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου

Απαιτείται συμβιβασμός και υπερβατικότητα, σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος της αυτοπαγίδευσης και της αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Όπως γράφει ο Ηρακλείδης (2019 «Εθνικά Θέματα και Εθνοκεντρισμός», Ι. Σιδέρης, σ. 347-348)): «[…] πρόκειται για αυτοπαγίδευση ένεκα των πολλών θυσιών που έχουν κάνει επί πολλές δεκαετίες οι Έλληνες στο βωμό των εθνικών θεμάτων (π.χ. στους συνεχιζόμενους υπέρμετρους εξοπλισμούς…) […] Έτσι, τους είναι αβάστακτο να αντιληφθούν και να παραδεχτούν ότι οι θυσίες ήταν, από ένα σημείο και έπειτα, χωρίς αντίκρισμα… Οι άνθρωποι λοιπόν… επιμένουν στον αρχικό εσφαλμένο ορισμό της κατάστασης για να μην παραδεχθούν ότι οι θυσίες τους ήταν άσκοπες, με επακόλουθο να διαιωνίζεται η διένεξη….» 

Δεν υπάρχει μόνο η νίκη ή ήττα αλλά και άλλες πιθανές λύσεις που μπορούν να διασφαλίσουν τον μετασχηματισμό της διένεξης Ελλάδας-Τουρκίας. «Η Τουρκία», είχε δηλώσει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής,  «δεν πρόκειται να κηρύξει πόλεμο. Θα συνεχίσει τις προκλήσεις και θα αναμένει ελληνικές αντιδράσεις, ώστε να εμφανισθεί η Ελλάδα ως ο επιτιθέμενος,  ή μία νέα ελληνική γκάφα σαν της Κύπρου. Πρέπει να προχωρήσουμε κάποτε σε διάλογο με την Τουρκία και πρέπει να λυθούν κάποια στιγμή τα προβλήματα, πριν καταστούν πολύ επικίνδυνα και οδηγήσουν σε πόλεμο». Πιστεύοντας ότι στις σχέσεις με την Τουρκία «είναι καλύτερο να επιδιώκεις μια ατελή λύση σήμερα από το να αναμένεις την τέλεια λύση αύριο», τόνιζε ότι ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ της Ελλάδας αλλά υπέρ εκείνου που θέτει συνεχείς αμφισβητήσεις. Δρομολόγησε έτσι μια συγκροτημένη διαδικασία διαπραγματεύσεων με την Τουρκία που δεν περιοριζόταν στο ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, αλλά αφορούσε το σύνολο των ελληνοτουρκικών διαφορών. Η σημερινή κυβέρνηση έχει τη βούληση να υιοθετήσει αυτή τη λογική; Ή θα επιτρέψει τα ζητήματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής να μετατραπούν και σε ζητήματα της εσωτερικής πολιτικής και να εμπλακούν στο «παιχνίδι» της διατήρησης ή και διεκδίκησης της εξουσίας; Το είδαμε αυτό στο Μακεδονικό, πριν και μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών. Το σίγουρο είναι ότι η τακτική αυτή δεν θα διευκολύνει τη συζήτηση για τη διαχείριση και την επίλυση των προβλημάτων με την Τουρκία, με αποτέλεσμα οι πολιτικοί μας, και ειδικότερα όταν υπογράψουν συμφωνίες, να πέφτουν σε αντιφάσεις, να μην μπορούν να το μαζέψουν. Εκεί βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος, που αναπόφευκτα οδηγεί, εκατέρωθεν, σε μια σειρά αρνητικών μαξιμαλιστικών στόχων. 

Δειτε επισης

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5