Visual Browsing

Γιατί οι Αμερικάνοι πιστεύουν πως είναι «ξεχωριστοί»;

Γιατί οι Αμερικάνοι πιστεύουν πως είναι «ξεχωριστοί»;
Η προσήλωση των Αμερικάνων Προέδρων στον ξεχωριστό ρόλο των ΗΠΑ αποτελεί σταθερό παράγοντα στις πολιτικές τους επιλογές, και το μόνο που αλλάζει είναι πώς τον ερμηνεύουν
  • A-
  • A+
0
Ο Άγης Παπαγεωργίου αναλύει τον αμερικανικό «εξαιρετισμό» και την πρακτική του εφαρμογή στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ

Στην ιστοριογραφία των Ηνωμένων Πολιτειών, ο όρος “American exceptionalism” αποτελεί έναν από τους πλέον διχαστικούς. Σε μια υπερβολικά ελεύθερη μετάφραση, ο «αμερικανικός εξαιρετισμός» συνοψίζει την πεποίθηση των Αμερικανών πως οι ΗΠΑ πρεσβεύουν μια ξεχωριστή αξιακή υπόσταση από τον υπόλοιπο κόσμο, σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. 

Αυτή η πεποίθηση έχει εδραιωθεί στην αμερικάνικη συλλογική συνείδηση από το 1776, μετά τη νίκη επί της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Πράγματι, στα τέλη του 18ου αιώνα η διαιρεμένη σε αυταρχικές, αυτοκρατορικές δυνάμεις Ευρώπη δε θα μπορούσε να διαφέρει περισσότερο από το πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ που έδινε έμφαση στις δημοκρατικές διαδικασίες και την ιερή υπόσταση της ατομικής ελευθερίας.

Έκτοτε, οι Αμερικάνοι αντιλαμβάνονται της εξωτερική τους πολιτική υπό αυτό το ιδεολογικό πρίσμα, με τις Προεδρικές εκλογές να αποτελούν αφορμή για τον επαναπροσδιορισμό της. Μέχρι σήμερα, όλοι οι επίδοξοι «πλανητάρχες» έχουν παίξει το χαρτί του «εξαιρετισμού», ο καθένας με τον τρόπο του, και αυτό αναμένεται να συμβεί και στις εκλογές του Νοεμβρίου.

Γιατί όμως οι Αμερικάνοι πιστεύουν πως είναι «ξεχωριστοί»;

Σχετικα
Αμερικανικό debate: Οι πρεσβύτες και η επικράτεια των ηλιθίων
Αμερικανικό debate: Οι πρεσβύτες και η επικράτεια των ηλιθίων

Παίζοντας στο γήπεδο των Ιδεαλιστών

Εμπνευσμένοι από στοχαστές όπως οι Τζον Λοκ και Τόμας Πέιν, αλλά και από την πίστη του πουριτανικού δόγματος στη μοναδικότητα του ποιμνίου του, οι πρώτοι Αμερικάνοι γαλουχήθηκαν με την ιδέα πως ο «παλαιός» κόσμος της Ευρώπης αποτελούσε απειλή—ακόμα κι αν οι ίδιοι ήταν επί της ουσίας Ευρωπαίοι άποικοι. Ως λογικό επακόλουθο, οι ΗΠΑ, ως ξεχωριστό έθνος, έπρεπε να αποτελέσουν κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό παράδειγμα για την Ευρώπη. Απαιτούμενη προϋπόθεση όμως αποτελούσε η κάθετη άρνηση τους να εμπλακούν σε οποιαδήποτε τύπου σύρραξη μακριά από το έδαφος τους, ακολουθώντας μια απομονωτική εξωτερική πολιτική. Με τη σημερινή εικόνα που έχουμε, θα έλεγε κανείς πως μιλάμε για άλλο κράτος, τουλάχιστον.

Όμως, μαζί με την παγκόσμια ιστορία, ο «αμερικανικός εξαιρετισμός» εξελίχθηκε τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Με αρχή τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ο Πρόεδρος Γούντροου Γουίλσον έθεσε τις ΗΠΑ στο πλευρό των Συμμάχων, ο χαρακτήρας του αμερικανικού «εξαιρετισμού» άλλαξε άρδην. Σε μια φράση που έμεινε στην ιστορία, ο ιδεαλιστής ακαδημαϊκός Γουίλσον εξέφρασε την πεποίθηση του πως ο «εξαιρετισμός» των ΗΠΑ ήταν ταυτόσημος με την αποστολή τους να «κάνουν τον κόσμο ασφαλή για τη Δημοκρατία» πολεμώντας απέναντι στα απολυταρχικά καθεστώτα των Κεντρικών Δυνάμεων. Για τον Γουίλσον, οι ΗΠΑ δε μπορούσαν να αποτελούν απλώς ένα παράδειγμα, αλλά ήταν ηθικά υποχρεωμένες να εξάγουν ενεργά τις αξίες της Δημοκρατίας, της Ελευθερίας αλλά και της ελεύθερης αγοράς, μέσω ενεργούς παρουσίας τους στο εξωτερικό.

Σχετικα
Δημοσκόπηση CNN: Πώς είδαν οι τηλεθεατές το debate Τραμπ-Μπάιντεν
Δημοσκόπηση CNN: Πώς είδαν οι τηλεθεατές το debate Τραμπ-Μπάιντεν

Μια ιδεατή μεταπολεμική πραγματικότητα, στο περίπου

Έπειτα από ένα μικρό διάλειμμα απομονωτισμού κατά τον μεσοπόλεμο, οι ΗΠΑ επέστρεψαν στο διεθνές στερέωμα ως υπερδύναμη κατά τον Β’ Παγκόσμιο, ενώ ηγήθηκαν της Δύσης μετά το πέρας του και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η ύπαρξη του αντίπαλου δέους της ΕΣΣΔ, η οποία είχε τη δική της ερμηνεία ως προς τι συνιστά μια εξαιρετική κοινωνία, ενίσχυσε έντονα την πεποίθηση των ΗΠΑ πως βρίσκονταν στη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Τόσο ο Ρούζβελτ όσο και ο Τρούμαν επικαλέστηκαν τις αξίες του Αμερικανικού «εξαιρετισμού» ώστε να στηρίξουν την ίδρυση και συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και τα Ηνωμένα Έθνη, καθώς και τη σημαντικότατη οικονομική συνεισφορά τους στη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ανοικοδόμηση με το σχέδιο Μάρσαλ.

Υπό την αμερικανική προστασία και υποστήριξη, η Ευρώπη μάζεψε σιγά-σιγά τα κομμάτια της και ξεκίνησε την πορεία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης, ενός οράματος που παρέμενε στον κόσμο των ιδεών από τις αρχές του 18ου αιώνα. Είναι ιδιαίτερα αμφίβολο εάν η Ευρωπαϊκή ενοποίηση θα είχε συμβεί χωρίς την ενεργή παρουσία των ΗΠΑ στην Ευρώπη, καθώς εδραίωσε την κοινή πίστη των δύο δυνάμεων της Δύσης σε έναν κοινό φιλελεύθερο αξιακό κώδικα σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Με τη συμβολή τους στο Ευρωπαϊκό οικοδόμημα, οι ΗΠΑ δικαίωσαν σε μεγάλο βαθμό τη σχεδόν θρησκευτική τους αφοσίωση στις αξίες που πρεσβεύουν ως ένα «εξαιρετικό» έθνος, ενώ έφεραν τους Ευρωπαίους κοντά τους τόσο πρακτικά όσο και υποσυνείδητα — με το δεύτερο να έχει ίσως περισσότερη σημασία.

Η παταγώδης αποτυχία του κομμουνιστικού πειράματος με τη σταδιακή διάλυση της ΕΣΣΔ και τη θορυβώδη πτώση του Ανατολικού μπλοκ βρήκε τις ΗΠΑ στο απόγειο της ισχύος τους σε κάθε επίπεδο. Η Ιστορία, με την έννοια της σύγκρουσής των κοινωνικών συστημάτων και της οριστικής επικράτησης της Φιλελεύθερης Δημοκρατίας είχε πλέον τελειώσει, έγραψε ο Φουκουγιάμα το 1992. Οι υποστηρικτές του Αμερικανικού «εξαιρετισμού» δε θα μπορούσαν παρά να υποστηρίζουν περισσότερο από ποτέ πως η αποστολή των ΗΠΑ είχε έρθει εν πολλοίς εις πέρας.

Οι Ρεαλιστές υπενθυμίζουν

Αρκετοί πιστεύουν πως θα ήταν τουλάχιστον αφελές να πιστέψει κανείς πως η μεταπολεμική εξωτερική των ΗΠΑ είχε ως μοναδικό σκοπό την ανιδιοτελή προώθηση των αξιών που θεσμοθετούν τον «εξαιρετικό» χαρακτήρα τους. Η πραγματικότητα του Ψυχρού Πολέμου οδήγησε πολλές φορές στη χάραξη μιας έντονα παρεμβατικής εξωτερικής πολιτικής στο όνομα της διασφάλισης της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας, με τον πόλεμο στο Βιετνάμ να αποτελεί το κατεξοχήν παράδειγμα. Όσο και να βαυκάλιζε ο Λίντον Τζόνσον την ηθική αποστολή τους, στην πραγματικότητα οι ΗΠΑ επενέβησαν υπό τον φόβο της Θεωρίας του Ντόμινο, σύμφωνα με την οποία η πτώση ενός κράτους στον κομμουνισμό θα μπορούσε να διευκολύνει την πτώση και άλλων. Υπό αυτό το πρίσμα, οι παράμετροι του «εξαιρετισμού» ξεχαρβαλώθηκαν πολλές φορές με τη —σιωπηλή και μη— στήριξη σε χουντικά καθεστώτα όπου η αξία της ζωής των χιλιάδων διαφωνούντων αποδείχτηκε πως είχε ανατριχιαστικά μικρή αξία, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική, στην «αυλή» τους, όπως συχνά αποκαλείται.

Επικαλούμενοι πάντα τις αξίες τις αξίες της Δημοκρατίας, πολλοί Πρόεδροι παρενέβησαν στη Χιλή, τη Νικαράγουα και το Ελ Σαλβαδόρ, μεταξύ άλλων, στηρίζοντας θρασύτατους δικτάτορες, με στόχο την εξάλειψη του κομμουνισμού. Ωστόσο, αυτή η πολιτική ξεθώριασε τον «εξαιρετισμό» των ΗΠΑ, καθιστώντας τες ηθικά υπόλογες — κυρίως απέναντι στον υπόλοιπο Δυτικό κόσμο. Άλλωστε, η στήριξη των ΗΠΑ και στο καθεστώς των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα ήταν κομμάτι αυτής της πολιτικής, σε μια κίνηση που πάντως οδήγησε στην ιστορική συγνώμη του Προέδρου Μπιλ Κλίντον το 1999, απέναντι στον αείμνηστο ομόλογο του, Κωστή Στεφανόπουλο.

Το μεγάλο πρόβλημα κάθε ρητορικής που επικαλείται τόσο έντονα κάπως ασαφείς αξίες είναι η πιθανότητα της διάψευσης. Η πραγματικότητα έχει την τάση να είναι αδυσώπητη απέναντι σε «εξαιρετικές» μεν αλλά κάπως μη ρεαλιστικές ιδέες, και ο πήχης πρέπει αναπόφευκτα να χαμηλώνει όσον αφορά την ιδεολογική καθαρότητα στο αναρχικό περιβάλλον των διεθνών σχέσεων. Αυτό το κατάλαβε καλύτερα απ’ όλους ο Ρίτσαρντ Νίξον, όταν προσέγγισε την απομονωμένη Κίνα του Μάο με στόχο να αποξενώσει την ΕΣΣΔ ακόμα περισσότερο. Τι κοινό μπορεί να είχε η Δύση με το μαοικό καθεστώς; Τίποτα. Πόσο ανακόλουθη ήταν η προσέγγιση των ΗΠΑ στην Κίνα υπό το πρίσμα της προώθησης της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας; Υπερβολικά. Πόσο επιτυχημένη γεωπολιτική κίνηση ήταν όμως στα πλαίσια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής; Απόλυτα.

Ακριβώς εκεί κρύβεται η ισχύς της ρεαλιστικής σχολής σκέψης, που τόσο διαφωνεί με ιδεολογικές «ασάφειες». Σε πρακτικό επίπεδο, οι αξιακές επικλήσεις εξαϋλώνονται μπροστά στο εθνικό συμφέρον, και η εξωτερική πολιτική —τόσο των ΗΠΑ όσο και άλλων χωρών— καθορίζεται από συγκεκριμένους στόχους, αντί για ηθικές προσεγγίσεις.

Εάν όμως οι αξιακές εκπτώσεις στην εξωτερική πολιτική είναι όχι μόνο αναπόφευκτες, αλλά ενίοτε και θεμιτές, τότε είναι στ’ αλήθεια οι ΗΠΑ «εξαιρετικές»;

Χάνοντας την μπάλα, και την ουσία του ερωτήματος

Η σύγχρονη αμερικανική εξωτερική πολιτική βρίσκεται συχνότατα στο στόχαστρο τόσο ακαδημαϊκών όσο και πολιτικών, σχολιαστών, πολιτών, σχετικών και άσχετων με τις απαραίτητες επιστήμες. Η αλήθεια είναι πως η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή κατά τον πόλεμο του Ιράκ δε βρήκε πολλούς υποστηρικτές διεθνώς — και πως αλλιώς άλλωστε, όταν αποδείχθηκε πως ορισμένοι κύκλοι γνώριζαν εξ αρχής πως ο Σαντάμ δεν κατείχε όπλα μαζικής καταστροφής. Επιπροσθέτως, η μάλλον περισσότερο μέτρια από καλή απόδοση του Ομπάμα σε συνδυασμό με την αλλοπρόσαλλη προσέγγιση του Τραμπ έχουν ατονήσει σημαντικά την πεποίθηση πως οι ΗΠΑ αποτελούν όντως ένα «εξαιρετικό» και «ξεχωριστό» έθνος για τον κόσμο, τουλάχιστον με την ηθική έννοια που χρησιμοποιούν.

Όμως, όπως ο Τζωρτζ Μπους έστειλε δυνάμεις στο Ιράκ στο όνομα της Ελευθερίας, έτσι και ο Μπαράκ Ομπάμα έθεσε τις ΗΠΑ στο επίκεντρο των Διεθνών Οργανισμών κατά τη θητεία του ώστε να υπηρετήσουν τη Δημοκρατία και την υπερεθνική αλληλεξάρτηση και συνεργασία, όπως πρόσταζε ο αρχικός ιδεαλισμός του Γουίλσον. Το παιχνίδι του «εξαιρετισμού» παίζει άλλωστε και ο Τραμπ από το 2016, θέλοντας να απομονώσει τις ΗΠΑ από τον κόσμο — όποτε τον βολεύει. Παρόμοιο παιχνίδι, με εκ διαμέτρου αντίθετη ερμηνεία, αναμένεται να παίξει και ο Τζο Μπάιντεν — ή οποιοσδήποτε άλλος αντιμετωπίσει τον Τραμπ τον Νοέμβριο. Η προσήλωση των Αμερικάνων Προέδρων στον ξεχωριστό ρόλο των ΗΠΑ αποτελεί σταθερό παράγοντα στις πολιτικές τους επιλογές, και το μόνο που αλλάζει είναι η ερμηνεία που της κάνουν, όπως και η ισορροπία ανάμεσα σε ιδεαλισμό και ρεαλισμό.

Έτσι, για να έρθουμε στην επικαιρότητα, τα πάρε-δώσε του Τραμπ με τον Ερντογάν δεν αποτελούν διάψευση του αμερικανικού «εξαιρετισμού» αλλά αμφισβήτηση του, για την οποία ο ίδιος ο Τραμπ ελέγχεται, όπως έδειξε και η πρόσφατη πλήρης εναντίωση του κόμματος του στο ελεύθερο που έδωσε στον Ερντογάν να επιτεθεί στους Κούρδους. Ο αντίπαλος του τον Νοέμβριο θα εγκαλέσει τον Τραμπ ως εμπνευστή μιας αμετροεπούς, προσχηματικής και ανήθικης εξωτερικής πολιτικής που διαψεύδει τις αξίες των ΗΠΑ, αλλά δε θα αμφισβητήσει αυτές τις αξίες παρά θα υποσχεθεί να τις υπηρετήσει πιστά. Μια τέτοια θέση μόνο προς το συμφέρον της Ελλάδας μπορεί να είναι, καθώς όσο αδύνατον θα είναι για τον ενδεχόμενο διάδοχο του Τραμπ να διαταράξει τις διπλωματικές σχέσεις με την Τουρκία, τόσο δύσκολα θα ακολουθήσει και την ίδια γραμμή.

Το ερώτημα λοιπόν αν οι ΗΠΑ είναι —ή έστω αν παραμένουν— εξαιρετικές είναι λάθος από τη φύση του. Δεν έχει απολύτως καμία σημασία εάν οι ΗΠΑ συνεχίζουν να αποτελούν όντως μια αξιακά «ξεχωριστή» εθνική υπόσταση στην Ιστορία, εφόσον οι ίδιοι οι Αμερικάνοι αυτό πιστεύουν. Και αυτό γιατί η σχεδόν θρησκευτική τους πεποίθηση στον εξαιρετισμό τους έχει πρακτική εφαρμογή στην εξωτερική τους πολιτική—την εξωτερική πολιτική ενός έθνους που παραμένει το ισχυρότερο πολιτικά, διπλωματικά και στρατιωτικά μπαίνοντας στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα.

Δειτε επισης

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5