1821 Digital Gallery
Παραμύθι με ίδια αρχή και τέλος
ΤΕΥΧΟΣ 362

Παραμύθι με ίδια αρχή και τέλος

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα που νόμιζε πως ήταν όπως όλες οι άλλες στα δυτικά της, αλλά βαθιά μέσα της θα ήθελε να είναι όπως όλες οι άλλες στα ανατολικά της. Οι κάτοικοι αυτής της χώρας ήσαν ευτυχισμένοι, γιατί ως απόγονοι μιας πλούσιας πολιτιστικής και πνευματικής κληρονομιάς νόμιζαν πως δικαιούνταν έναν εφ’ όρου ζωής σεβασμό από τους άλλους και μια γενναιόδωρη χρηματοδότηση. Πίστευαν αυτοί, οι έρμοι, πως ό,τι είχαν πει οι πρόγονοί τους, αυτό ήταν και η τελευταία λέξη της ανθρώπινης σκέψης – όχι βεβαίως πως είχαν στρωθεί να τους διαβάσουν, από τα σχολικά τους εγχειρίδια τους ήξεραν. Ναι, απ’ αυτά που σήμερα τα κατηγορούν ορισμένοι πως δεν καλλιεργούν τη βαθιά εθνική συνείδηση.

Σ’ αυτή τη χώρα η ελίτ της –η οικονομική αλλά και κυρίως η πνευματική, οι κατά Πλάτωνα σοφοί της– συμπεριφερόταν σαν να ντρεπόταν που ήταν ελίτ και έκανε μεγάλη προσπάθεια να βγάλει αυτή τη ρετσινιά από πάνω της. Τα μεσαία στρώματά της –οι, κατά Πλάτωνα πάλι, φρουροί της– ποτέ δεν πίστεψαν πως ήσαν μεσαία, γι’ αυτό και κυκλοφορούσαν με πορτοφόλια γεμάτα με πλαστικές κάρτες. Οι μόνοι που ανταποκρίνονταν στην κοινωνική τους θέση ήσαν οι «εργάτες», και αυτό γιατί δεν μπορούσαν να είναι «σοφοί» ή «φρουροί». Όλοι αυτοί, με αξιόλογες εξαιρέσεις –αλλά εξαιρέσεις–, είχαν έναν κοινό εχθρό. Έναν εχθρό άξιο περιφρόνησης και καταφρόνησης, αυτός  ονομαζόταν αστικό ήθος και αστική αντίληψη της έννοιας του εργασιακού ήθους. Δεν είναι τυχαίο που τους γείτονές τους από τα δυτικά, λόγω της εμμονής αυτών των γειτόνων σ’ αυτό το εργασιακό ήθος, τους ονόμαζαν και κουτόφραγκους.

Άλλος σημαντικός εχθρός αυτών των ανθρώπων ήταν  η χρήση του ορθού λόγου και η ανάγκη διαλόγου για την επίλυση των διαφορών καθώς και η δυνατότητα, πού και πού, να συμβιβάζεται κανείς. Η πίστη των δυτικών γειτόνων τους στην ανάγκη να αφήνει κανείς στην άκρη κάποια από τα συμφέροντά του για να διατηρήσει την κοινωνική ειρήνη και σταθερότητα εθεωρείτο ως μια ακόμη αστική ανοησία ή πληγή. Αυτό το ονόμαζαν περιφρονητικά Δυτικό Διαφωτισμό, ο οποίος βεβαίως δεν έπιανε μπάζα μπρος στο δικό τους κοινοτισμό και την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος ως τροφοδότη ιδιωτικών λογαριασμών. Στα καφενεία τους, γελούσαν με τέτοιες τετριμμένες έννοιες όπως προγραμματισμός, σχέδιο, συνέπεια, εφαρμογή των υπεσχημένων. Αυτοί οι κάτοικοι νόμιζαν πως όλα αυτά θα συνεχίζονται επ’ άπειρον, γι’ αυτό και όταν εμφανιζόταν κανένας που τους έλεγε πως κανόνας στη ζωή τους πρέπει να γίνει η ηθική της ευθύνης και όχι αυτή της πεποίθησης, τον ψήφιζαν αρχικά, αλλά στη συνέχεια, όταν πήγαινε να εφαρμόσει αυτή την ηθική τον καταψήφιζαν και καταδίκαζαν την προτεσταντική του ηθική στη χλεύη.

Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν, παρόλο που ήσαν σφόδρα αντικαπιταλιστές, από τους πιο φανατικούς –που είπε και ο Βογιατζής στον Βέγγο, όταν τον ρώτησε αν είναι αριστερός– δεν είχαν καταλάβει πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός. Αλλά και οι Δυτικοί γείτονές τους, παρόλο που κάτι είχαν ψυλλιαστεί, δεν κατάλαβαν πόσο διαφορετικοί ήσαν αυτοί οι ευκλεείς απόγονοι. Κάποια στιγμή αυτοί οι Δυτικοί αποφάσισαν να συνεχίσουν μεν να σέβονται την πολιτιστική κληρονομιά αυτής της χώρας, αλλά να σταματήσουν τη χρηματοδότησή της, μέχρι αυτή να ανακαλύψει τη δική τους κληρονομιά – το Διαφωτισμό. Τώρα, αν με ρωτάτε τη συνέχεια του παραμυθιού, δεν την ξέρω ολόκληρη, αλλά γνωρίζω μόνο πως αυτό το παραμύθι τελειώνει όπως άρχισε. «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια χώρα»…

 

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5