Visual Browsing
Η Νίσυρος της Μανίνας Ζουμπουλάκη
ΤΕΥΧΟΣ 667

Η Νίσυρος της Μανίνας Ζουμπουλάκη

Το νησί μυστήριο...
© Νίκος Ζωιόπουλος

Το μέλι στη Νίσυρο έχει μια ελαφριά γεύση μπάρμπεκιου που μου παίρνει δέκα μέρες να την ονοματίσω – καμένο μέλι; Όχι. Ηφαιστειακό μέλι, από πλαγιές, φυτά και θάμνους που αναπτύσσονται σε ηφαιστειακό έδαφος. Η Νίσυρος, λέει η Γουικιπίντια, «είναι ένα από τα πιο σημαντικά γεωθερμικά πεδία υψηλής ευθαλπίας στην Ελλάδα, με θερμοκρασία ρευστού άνω των 350 βαθμών Κελσίου και υψηλή πίεση 18 bar, με γεωθερμικό δυναμικό τουλάχιστον 50 MW»… με λίγα λόγια, είναι ηφαίστειο. Το νεότερο του τόξου του Αιγαίου, που «λαγοκοιμάται εδώ και 130 χρόνια». Το «λαγοκοιμάται» δεν ακούγεται καθόλου καθησυχαστικό, όταν φτάνεις με το καραβάκι από την Κω στο Μανδράκι, μια μέρα με δυνατό αέρα. Αραιά σύννεφα τρέχουνε χαμηλά στον ουρανό, το Γυαλί, το απέναντι «ερημονήσι της ελαφρόπετρας», ίσα που φαίνεται.

Το Μανδράκι είναι κάτασπρο και γαλάζιο, πανέμορφο χωριό με 700 κατοίκους, ένα μοναστήρι του 14ου αιώνα, κουκλίστικες εκκλησίες, μουσείο, παλιά σχεδόν βενετσιάνικα κτίρια, παραδοσιακά παντοπωλεία, ταβερνάκια, μπαράκια και καφέ πάνω στο κύμα. Έχει στενούτσικα δρομάκια στα οποία χάνομαι τουλάχιστον μια φορά την ημέρα – καταλήγω σε κάποιον μικρό κήπο γεμάτο βασιλικούς και μια γιαγιά (που αποκλείεται να είναι η ίδια) χαμογελάει και μου δείχνει τον σωστό δρόμο. Που όμως είναι ο  λάθος δρόμος γιατί ξαναβρίσκομαι σε κήπο με βασιλικούς και την ίδια/άλλη γιαγιά, φτου κι απ’ την αρχή. Η ερώτηση «πού είναι το λιμάνι;» π.χ., έχει πάντα την απάντηση, «ούουου, είναι πέεεεερα, απ’ την άλλη μεριά, τι ήρθες από δω;!»… και τελικά το λιμάνι είναι στα εκατό μέτρα, «δίπλα», όπως θα λέγαμε στην Αθήνα. 

Τα Νικειά είναι υπέροχο, ζωγραφιστό χωριό που ιταλο-φέρνει, με μια διάσημη πλατεία, την Πόρτα, στρωμένη με βοτσαλωτό/ψηφιδωτό – ό,τι και να πω δεν είναι αρκετό για να περιγράψει τα Νικειά: κρέμεται κυριολεκτικά το χωριό στο χείλος του ηφαιστείου... Το έρημο Αυλάκι, πρώην καταφύγιο πειρατών, έχει την ωραιότερη παραλία, και θάλασσα, και μυθιστορηματική ατμόσφαιρα. Το ορεινό χωριό Εμπορειός, μισό χωριό-φάντασμα, μισό κατοικημένο, είναι από τα ομορφότερα του κόσμου, κι ας εγκαταλείφθηκε μετά τον σεισμό του 1933. Χαζεύεις από το Κάστρο της Παντονίκης όλο το Αιγαίο, αλλά κατά έναν περίεργο τρόπο κοιτάς και μέσα σου, ξαφνικά. Όχι ότι έχεις τέτοια τάση, απλώς η Νίσυρος σε φέρνει φάτσα με τον εαυτό σου με έναν μεταφυσικό τρόπο. Να φταίει το ηφαίστειο, που σε κάνει να βλέπεις τα πιο περίεργα όνειρα όταν κοιμάσαι; Να φταίει η καψαλισμένη, ανεμοδαρμένη ενέργεια ενός μικρού νησιού, 44 τετραγωνικών χιλιομέτρων, κανένα από τα οποία (χιλιόμετρα) δεν πάει χαμένο; 

Όταν κολυμπάω στην πολύ γαλάζια, πολύ καθαρή θάλασσα, περνώ μέσα από ζεστά ρεύματα νερού, «Είναι φλέβες», εξηγεί ένας ντόπιος, «η λάβα ντε, που περνάει από κάτου απ’ τον βυθό!». Σκέφτομαι «ώπα!», αλλά συνεχίζω να κολυμπάω στα ζεστά κι ας είναι σπουκαριστικό. Ο βυθός δεν έχει ψάρια, ούτε σπάρο, το νησί δεν έχει ψαροκάικα, δίχτυα και ψαράδες. Ίσως επειδή τα νερά ζεσταίνονται κατά τόπους, φεύγουνε τα ψάρια. Ο ντόπιος που ρωτάω σηκώνει τους ώμους, «μπα, δεν είχαμε ποτέ ψάρια εδώ…» και το μυστήριο του εξαφανισμένου κοκοβιού παραμένει. 

Η Νίσυρος ανήκει στην ομάδα των Αρχαίων Σποράδων και βρίσκεται βόρειο-δυτικά της Ρόδου. Αναδύθηκε από τη θάλασσα πριν πολλά εκατομμύρια χρόνια. Πριν 25.000 και 15.000 χρόνια, δύο μεγάλες εκρήξεις του ηφαιστείου έφτιαξαν την καλντέρα στη μέση. Η τελευταία μεγάλη έκρηξη έγινε το 1888. Έξω από τον Εμπορειό έχει μια μικρή σπηλιά - φυσικό χαμάμ – μπαίνεις μέσα και βράζεις: κι από δω περνάει φλέβα λάβας, όπως από παντού. Είναι στεγνό νησί, αλλά με υγρασία βόρειου Αιγαίου – η πετσέτα σου δεν στεγνώνει ποτέ, τα βράδια έχει υγρή δροσιά, κι ας μη βλέπεις πουθενά πεύκα. Το ηφαίστειο με τους φαρδιούς κρατήρες μυρίζει θειάφι, καμένη γούνα και αλμυρό αέρα μαζί. Τρύπες με νερό που μοιάζει να βράζει, άδειο εντελώς ασπρο-κίτρινο χώμα που ίσως να μην είναι χώμα και στεγνά διαπλανητικά βράχια μέσα στον τρεμουλιαστό αέρα σε κάνουν να αισθάνεσαι σαν κομπάρσος σε διαστημική ταινία. Κοιτάς γύρω σου λίγο ζαλισμενουάρ, θα έκανες «ουάου!» αν δεν ήταν τόσο τρομακτικά γοητευτικό και γοητευτικά τρομακτικό το τοπίο. Τα επιφωνήματα σβήνουνε στις καυτές αναθυμιάσεις. Ηφαίστειο, αδερφέ μου, κανονικό ηφαίστειο. Ξανά ουάου, χωρίς ήχο.  Αλλά και πάλι, δεν θέλεις να φύγεις από δω. Δεν λες «Παναγία μου, να πάρω δρόμο!», λες «να μείνω λίγο ακόμα, να το δω καλά καλά». Ακόμα κι όταν είσαι το λιγότερο adrenaline-junkie άτομο του κόσμου…

* Η Μ.Ζ. είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.

Δειτε επισης

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5