Visual Browsing

Οι νύχτες εξωτικής μέθης της χήρας Σεμβάδα

Οι νύχτες εξωτικής μέθης της χήρας Σεμβάδα
Στον μυστικισμό της Ιάβα μια παροιμία λέει: Η ζωή δεν είναι παρά μια στάση για να ξεδιψάσουμε
  • A-
  • A+
0
Μια μεταγραμμένη ιστορία από την ινδονησιακή λογοτεχνική παράδοση - μικρό αντίδοτο στο φθινόπωρο.

Τώρα που ο Σεπτέμβρης είναι στα μισά του, κάποιοι ανασύρουν μνήμες σαν γλυκές καραμέλες, άλλοι γλύφουν κατά μόνας τις πληγές που άφησε το καλοκαιρινό μπουρίνι, ενώ λίγοι τυχεροί (;) απολαμβάνουν την ύστερη γλύκα των  ηλιοβασιλεμάτων που έρχονται πιο νωρίς στην μέρα. Η νύχτα πέφτει και η ιστορία που ακολουθεί, μεταγραμμένη από την ινδονησιακή λογοτεχνική παράδοση, ας είναι γλυκό μεθυστικό ποτό, μικρό αντίδοτο στο φθινόπωρο.

Μεταγραφή στα ελληνικά: Γεράσιμος Αντζουλάτος


Στον μυστικισμό της Ιάβα μια παροιμία λέει: Η ζωή δεν είναι παρά μια στάση για να ξεδιψάσουμε. Κανένα άλλο λογοτεχνικό έργο δεν την αποδίδει καλύτερα παρά το Βιβλίο του Τζεντχίνι, το μεγάλο ιαβανέζικο ποίημα που γράφτηκε στις αρχές του 19ου αιώνα.

Δύο από τα πρόσωπα αυτής της απέραντης Οδύσσειας, ο Ιαγιενγκρέσμι και ο Ιαγενγκράγκα, στο 9ο Βιβλίο, αναχωρούν προς αναζήτηση του άνδρα της αδελφής τους. Αυτός την έχει εγκαταλείψει στο τέλειωμα της νύχτας του γάμου τους για να συνεχίσει την δική του πνευματική αναζήτηση. Οι δύο ήρωες μας φθάνουν στο χωριό Πουλούνγκ, στο σβήσιμο της μέρας. Ακούνε πέρα μακριά τον σαγηνευτικό ήχο ενός γκαμελάν (συνόλου παραδοσιακών μουσικών οργάνων που αποτελείται από γκονγκ, τύμπανα και ξυλόφωνα). Ο μουσουλμάνος αρχηγός του χωριού τους λέει ότι το γκαμελάν παίζει στο σπίτι της χήρας Σεμβάδα, μιας γυναίκας χωρίς παιδιά που, όμως, της αρέσει να οργανώνει γιορτές. Το σούρουπο εκείνο έχει φέρει μια σαγηνευτική χορεύτρια, την Νι Μαντού και έχει προσκαλέσει όλους τους προκρίτους του χωριού. Και βέβαια ο Ιαγιενγκρέσμι και ο Ιαγενγκράγκα είναι καλεσμένοι.

Σχετικα
Πώς συνδέεται ο κίνδυνος αποβολής με την ατμοσφαιρική ρύπανση
Πώς συνδέεται ο κίνδυνος αποβολής με την ατμοσφαιρική ρύπανση

Η γιορτή αρχίζει και το κρασί από φοίνικα σερβίρεται. Ενώ οι καλεσμένοι αρχίζουν να πίνουν, η χήρα Σεμβάδα ζητά από τον υπεύθυνο του τζαμιού του χωριού, Κι Ντουλζάγια, να αναλάβει ρόλο τελετάρχη. Θα πρέπει να συνθέσει δέκα τραγουδιστά αινίγματα που θα δώσουν τον τόνο στην ποτοποσία. Γιατί η συνήθεια θέλει να πίνουν σε γύρους που ο καθένας τους εκτυλίσσεται γύρω από ένα απόφθεγμα, μια παροιμία.

Και να ο πρώτος στίχος. Ο Ντουλζάγια τραγουδάει το αίνιγμά του με την συνοδεία της ρυθμικής μουσικής του γκαμελάν: «Έκα πάντμα σάρι». Έκα ο αριθμός ένα. Πάντμα το λουλούδι. Σάρι το άρωμα. Τρεις λέξεις που λένε: Αυτός που πίνει ένα ποτήρι κρασί από φοίνικα ανοίγεται και ευωδιάζει σαν λουλούδι.

Μετά από δώδεκα χτυπήματα του γκονγκ, οι καλεσμένοι κάθονται σε κύκλο. Το δεύτερο ποτήρι σηκώνεται και ο Ντουλζάγια δίνοντας τον τόνο στα όργανα τραγουδάει: «Ντούι μαρτάνι». Ντούι: δύο. Μαρτάνι: η ομήγυρη. Που πάει να πει: Αυτός που πίνει δύο ποτήρια εκφράζεται ελεύθερα, εκδηλώνει ευγενική συμπεριφορά και αισθάνεται αδελφός με τους συνδαιτυμόνες.

Σχετικα
Δήμος Αθηναίων: Δωρεάν εξετάσεις μαστού και συνταγογράφηση μαστογραφίας
Δήμος Αθηναίων: Δωρεάν εξετάσεις μαστού και συνταγογράφηση μαστογραφίας

Οι καλεσμένοι ουρλιάζουν από χαρά. Η μαγεύτρα χορεύτρια τραγουδάει με την συνοδεία του γκαμελάν μέχρι το δωδέκατο χτύπημα του γκονγκ. Το τρίτο ποτήρι σερβίρεται και ο Ντουλζάγια δίνοντας τον τόνο στα όργανα τραγουδάει: «Τρι καβούλα μπουζάνα». Τρι: τρία. Καβούλα: ο άνθρωπος. Μπουζάνα: το ρούχο. Που πάει να πει: Αυτός που πίνει τρία ποτήρια κρασί από τον φοίνικα δεν ανησυχεί πια για τα ρούχα του, άσχημα αν είναι ή όμορφα, ράκη ή χρυσοκέντητα.

Και να το τέταρτο ποτήρι συνοδευόμενο από το αίνιγμά του: «Κατούρ βανάρα ρούκεμ». Κατούρ: τέσσερα. Βανάρα: η μαιμού. Ρούκεμ: η τροφή. Που θέλει να πει: Αυτός που πίνει τέσσερα ποτήρια αρχίζει να μοιάζει με μαϊμού που παλεύει να φάει. Χάνει το μυαλό του και κοροϊδεύει τον διπλανό του. Δώδεκα χτυπήματα του γκόνγκ μετά και το κρασί κάνει το γύρο, οι καλεσμένοι τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους και το τραγούδι δυναμώνει: «Πάνκα σούρα πανγκάχ». Πάνκα: πέντε. Σούρα: το κουράγιο. Πανγκάχ: δεν φοβάμαι τίποτα, ούτε τον ίδιο τον θάνατο. Που σημαίνει: αυτός που πίνει πέντε ποτήρια χλευάζει τα πάντα, είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει το οτιδήποτε, έχει χάσει κάθε αίσθηση. Δεν του μένει παρά η ανδραγαθία, η αποκοτιά του να μην φοβάται ούτε τον θάνατο.

Η ομήγυρη γίνεται όλο και πιο ένθερμη, το γκαμελάν παίζεται με παραφορά, όλοι γελάνε και μετά, σιωπή, το κρασί σερβίρεται γύρω-γύρω. Ο Ντουλζάγια  τραγουδάει: «Σαντ γκούνα βεβέκα». Σάντ:έξι. Γκούνα: η εξυπνάδα. Βεβέκα: το κεφάλι. Που σημαίνει: Όποιος πίνει έξι ποτήρια βλέπει τις σκέψεις του να ξεχύνονται ανεξέλεγκτα, γίνεται ευερέθιστος. Μόλις δει κάποιον να μιλά για λίγο νομίζει ότι καταφέρεται εναντίον του.

Οι φωνές χαράς δυναμώνουν κι’ άλλο, ο ήχος του γκαμελάν αρχίζει να πετάει σαν να θέλει να διαπεράσει τον άνεμο. Δώδεκα χτυπήματα του γκονγκ και οι καλεσμένοι αδειάζουν τα ποτήρια άσπρο-πάτο ακούγοντας το επόμενο αίνιγμα: «Σάπτα κουκίλα βρέσα». Σάπτα:επτά. Κουκίλα: το πουλί. Βρέσα: η βροχή. Που πάει να πει: Αυτός που πίνει εφτά ποτήρια πολυλογάει σαν καρακάξα. Δεν μπορεί καλά-καλά να κουνηθεί, σαν το πουλί μες τη βροχή, που δεν έχει πια κουράγιο να ψάξει για φρούτα να φάει και τιτιβίζει γυρίζοντας άσκοπα δεξιά αριστερά.

Δώδεκα χτυπήματα στο γκόνγκ και να το κρασί ξανακάνει το γύρο. Μέσα στην γενική ευφορία ακούνε το αίνιγμα: «Άσθα κεκάρα-κάρα». Άσθα: οκτώ. Κεκάρα-κάρα: συμπεριφορά που κυβερνιέται από τα κέφια της κοιλιάς. Που πάει να πει: Όταν φθάσει κανείς στο όγδοο ποτήρι, τότε όλα επιτρέπονται, τίποτα δεν απαγορεύεται, τα ρούχα πέφτουν άτακτα στο πάτωμα.

Ακόμα άλλα δώδεκα χτυπήματα του γκόνγκ. «Νάβα βράγκα λούπα». Νάβα: εννιά. Βράγκα: Χοντρό φίδι. Λούπα: Μεγάλη κούραση. Που πάει να πει: Αυτός που πίνει εννιά ποτήρια είναι εξαντλημένος σαν χορτασμένος βόας που μόλις κατάπιε τη λεία του, η τεμπελιά βασιλεύει.

Οι καλεσμένοι χορεύουν τρικλίζοντας μέχρι το δωδέκατο χτύπημα του γκόνγκ: «Ντάσα μπούτα ματί». Ντάσα: Δέκα. Μπούτα: το ανηλεές τέρας. Ματί: εκμηδενισμένο. Που σημαίνει: Όποιος πίνει δέκα ποτήρια δεν έχει επαφή με την συνείδησή του, ίδιος ανηλεές τέρας θέλει να σκοτώσει ή είναι έτοιμος να σκοτωθεί. Η κορυφή της ποτοποσίας! Λίγοι είναι αυτοί που αντέχουν μέχρι το δέκατο ποτήρι. Το κεφάλι όλων γυρνάει, δεν μπορούν να κρατηθούν στα πόδια τους, ο ένας προκαλεί τον άλλο. Κάποιοι γδύνονται και χτυπώντας την κοιλιά τους φωνάζουν: ξεπατώστε με!

Η χήρα Σεμβάδα βγαίνει κρυφά από το σπίτι τυλιγμένη σε μια κουβέρτα. Μόλις άκουσε κάποιον να κατουράει. Ο πίδακας είναι δυνατός, το ίδιο ελπίζει δυνατό να είναι και το εργαλείο που από μέσα του ξεπηδάει. Έτσι σκέφτεται η χήρα. Τραβάει τον άνδρα από τη ζώνη του, του χαϊδεύει το πέος και του ζητάει να χωθεί μέσα της. Τον παρασέρνει σε μια σκοτεινή γωνιά, πίσω από μια συστάδα μπαμπού, γαντζώνεται από μια μπανανιά, καμπυλώνοντας το κορμί της. Θέλει να το απολαύσει για τα καλά μα ο άνδρας δεν αντέχει παρά μόνο για μια στιγμή. Η χήρα είναι εξοργισμένη. Γυρίζει πίσω στο σπίτι που βασιλεύει η ιλαρότητα, ψάχνει για κάποιον άνδρα που να την γουστάριζε πιο πριν, δεν την νοιάζει αν την έχει χοντρή ή μικρή. Μα οι καλεσμένοι είναι όλοι ψόφιοι από το μεθύσι, δεν έχουν πια ούτε τη δύναμη να κουνηθούν. Μόνο ο αρχηγός του χωριού στέκει ακόμη ντούρος. «Πιες ένα ποτήρι ακόμα» του λέει η χήρα Σεμβάδα…

Δειτε επισης

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5