Visual Browsing
Elsie Slonim: 103 χρόνια συναρπαστικής ζωής

Elsie Slonim: 103 χρόνια συναρπαστικής ζωής

Η απίθανη ζωή μιας 103χρονης Εβραίας της Κύπρου
Έφυγε από τη ζωή η Elsie Slonim, που έζησε 103 χρόνια συναρπαστικής ζωής, δύο πολέμους, διωγμούς, απώλειες, αδιάκοπες αλλαγές συνόρων και πολιτικών καταστάσεων.

«Η σύλληψή μου έγινε στη διάρκεια ενός παγκοσμίου πολέμου και γεννήθηκα στη διάρκεια μιας καταστροφικής Επανάστασης. Με κάποιον τρόπο, κατάφερα να επιβιώσω στον πιο επικίνδυνο και βίαιο αιώνα της εποχής μας ως τώρα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά έχω βιώσει διάφορες αναταράξεις στον τρόπο ζωής μου. Εξορίστηκα από τη χώρα που αγαπούσα και αργότερα με έδιωξαν από το σπίτι μου. Έχω ζήσει δύο πολέμους και έχω βρεθεί σε διάφορες δύσκολες καταστάσεις. Το σπίτι μου είναι στην καρδιά μιας στρατιωτικής ζώνης από το 1974. Συνεχίζω να ζω τώρα εκεί, περιτριγυρισμένη από σπίτια-φαντάσματα. Μου επιτρέπεται να μετακινούμαι και να επιστρέφω στο σπίτι μου, σ’ αυτή την περιοχή που κανονικά δεν έχουν πρόσβαση οι πολίτες. Νομίζω πως η νέα μου πολιτική κατάταξη θα ήταν πιθανότατα "ένα αβλαβές λείψανο που κανείς δεν θέλει να καταστρέψει"».

Με αυτά τα λόγια συνόψιζε στο δεύτερό της βιβλίο, που εκδόθηκε το 2018, ενόσω ήταν 101 ετών, η Elsie Slonim τον απίθανο βίο της που ξεκίνησε στις 21 Νοεμβρίου 1917 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης και ολοκληρώθηκε στις 25 Ιανουαρίου 2021 στη Λευκωσία, σε εκείνο το σπίτι ανάμεσα στα παχύφυτα της νεκρής ζώνης, με μόνη συντροφιά τον σκύλο της. Μια ζωή που πέρασε από πολέμους, διωγμούς, απώλειες, αδιάκοπες αλλαγές συνόρων και πολιτικών καταστάσεων – με λίγα λόγια, μια ζωή που συνόψισε τα μεγαλύτερα γεγονότα του 20ου αιώνα και κάτιτίς από τον 21ο, στον οποίο έχασε όλες τις οικονομίες στο κραχ του 2008 και πρόλαβε να δει την απίθανη πανδημία του κορωνοϊού.

Παιδί του πολέμου
«Τη μέρα που γεννήθηκα, είχε μόλις τελειώσει η φοβερή μάχη του Passchendaele, στην οποία οι Βρετανοί έχασαν εκατοντάδες χιλιάδες άντρες τους. Ένα χρόνο νωρίτερα, στο Somme, είχαν χαθεί επίσης εκατοντάδες χιλιάδες άντρες, Βρετανοί, Γάλλοι, Γερμανοί και Αυστριακοί. Την ίδια χρονιά, οι ΗΠΑ μπήκαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ο Λένιν σε ένα τρένο με προορισμό την Αγία Πετρούπολη. Η δική μου δε άφιξη στον κόσμο σχεδόν συνέπεσε με την έναρξη της επανάστασης των Μπολσεβίκων (με το παλιό ημερολόγιο)». Μια ζωή με ένταση, ανατροπές και χαμούς, αλλά σάμπως δεν ήταν έτσι ολόκληρος ο περασμένος αιώνας; «Τα 100 χρόνια είναι καλά, αλλά έχω άλλα τόσα!», έλεγε παρόλα αυτά πανευτυχής και με πλήρη διαύγεια στο πάρτι που είχαν διοργανώσει το Νοέμβριο του 2017 φίλοι και γνωστοί της για να σβήσει η Elsie τα 100 κεράκια, έχοντας μόλις παρουσιάσει ακόμη ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο, με τον εύγλωττο τίτλο «Τα 100 πρώτα χρόνια».

Σχετικα
Ιερά Σύνοδος Κύπρου: Ζητά αντικατάσταση τραγουδιού στη Eurovision
Ιερά Σύνοδος Κύπρου: Ζητά αντικατάσταση τραγουδιού στη Eurovision

Αν και γεννήθηκε στις ΗΠΑ, εντούτοις η καρδιά της χτυπούσε στην κεντρική Ευρώπη, όπου έζησε τα παιδικά της χρόνια. «Είμαι παιδί της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας», έλεγε, καθώς μεγάλωσε μεταξύ Ρουμανίας, όπου ζούσαν οι εύρωστοι παππούδες της ώσπου εκδιώχθηκαν από τους μπολσεβίκους, και Αυστρίας. Ως τα βαθιά γεράματα, περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια περιστατικά από την σχολική της ζωή στο Μπάντεν, ένα προάστιο της Βιέννης: «Δεν κρατούσα ημερολόγιο, αλλά θυμάμαι τα πάντα. Δε νομίζω πως είμαι συγγραφέας. Είναι για τη ζωή που γράφω. Δε νομίζω πως η ζωή μου είχε κάτι ιδιαίτερο, μάλλον πολλοί άνθρωποι είχαν παρόμοιες εμπειρίες. Όμως είτε δεν θέλουν να μιλούν για αυτά ή έχουν μεγαλώσει πολύ για να τα πουν». Όταν κάποτε τη ρώτησα πού και πότε σε αυτές τις πλέον των δέκα δεκαετίες ζωής υπήρξε περισσότερο ευτυχισμένη, γύριζε πάντα εκεί στο Μπάντεν: «Ήμουν πολύ χαρούμενη στην Αυστρία, πολύ. Είχαμε άλογα, έναν μεγάλο κήπο, μια κατσίκα που αγαπούσα πολύ, τη Χάνσι, έναν υπέροχο πατέρα, μια υπέροχη μητέρα». Στην Αυστρία επέστρεφε συχνά, ως τουρίστρια όμως, μέχρι τα βαθιά της γεράματα, παρουσίαζε τα βιβλία της και τύγχανε θερμής υποδοχής κι ας έλειπε από κει 70 χρόνια, όταν, λίγο μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, έφυγαν οικογενειακώς για τις ΗΠΑ για να γλιτώσουν, ως Εβραίοι που ήταν, από τον διωγμό. «Θεωρούσα το Μπάντεν και την Αυστρία ως την πατρίδα μου, μέχρι που μια ομάδα νεαρών Ναζί, μού επιτέθηκαν στον δρόμο και τότε κατάλαβα πως την έχασα. Αυτό το αίσθημα το έχω σε όλη τη ζωή μου και από τότε ψάχνω παντού να βάλω ρίζες, αλλά χωρίς επιτυχία». Στο Ολοκαύτωμα έχασαν τέσσερις γενιές συγγενείς τους, γιαγιά από τον πατέρα, θεία, ξαδέρφη, ανιψιά, κι όλους τους θείους και τις θείες της στη Βουδαπέστη.

Όμως η ζωή της ήταν γραφτό να μην είναι μια απλή γραμμική διαδρομή, παρά ένα σεισμογράφημα, κι έτσι στο πλοίο πάνω στο υπερατλαντικό ταξίδι γνωρίζει τον David Σλόνιμ, ένα νεαρό Εβραίο επιχειρηματία, γεννημένο στη Σιβηρία 12 χρόνια πριν από την ίδια, ο οποίος είχε μια μεγάλη επιχείρηση καλλιέργειας λεμονιών στο Φασούρι, ένα χωριό έξω από τη Λεμεσό. Δε γνώριζε καν τη λέξη Κύπρος κι έτσι όταν ανακοίνωσε στην οικογένειά της πως είχε αποφασίσει να ξαναπαντρευτεί –μετά από έναν σύντομο και άνευ απογόνων πρώτο γάμο-, μια θεία της έτρεξε κι άνοιξε την εγκυκλοπαίδεια για να δει πού πέφτει ο τόπος, για να διαπιστώσει μονάχα πως «η Κύπρος είναι ένα νησί στη Μεσόγειο, μολυσμένο από αναρίθμητα φίδια».

Με τον David έζησαν μαζί μια ήσυχη, όσο και ανήσυχη ζωή, γεμάτη περιστατικά στα όρια του κωμικοτραγικού. Εκείνος έλειπε από το πρωί ως τη νύχτα στα χωράφια κι εκείνη πάλευε ανάμεσα στη δημιουργία και στη θλίψη κατά καιρούς. Θυμόταν όμως όμορφα τη Λεμεσό εκείνης της περιόδου, ένα μείγμα κοσμοπολιτισμού και επαρχιωτισμού, τις εκδρομές τα καλοκαίρια στο βουνό για να δροσιστούν και τα πάρτι που γίνονταν στο όνομα της βασίλισσας, αφού το νησί ήταν ακόμα βρετανική αποικία. «Ο άντρας μου ήταν Εβραίος, αλλά εγώ δεν είχα καμία σχέση με το Ισραήλ. Ο David ήταν ο πρώτος Εβραίος που γνώριζα από την Παλαιστίνη. Συναντηθήκαμε στο καράβι για την Αμερική. Ήμασταν πολύ αγαπημένοι, έπρεπε να ήμασταν μαζί και το χρειαζόμασταν. Δεν ήξερε πού ήταν το Μπάντεν και εγώ δεν είχα ιδέα πού είναι η Κύπρος. Οι άνθρωποι εκεί ήταν πάρα πολύ καλοί», γράφει στο πρώτο της βιβλίο, «Λεμόνια από τον παράδεισο».

Σχετικα
Κύπρος: Υπογραφές για την απόσυρση του τραγουδιού «El Diablo»
Κύπρος: Υπογραφές για την απόσυρση του τραγουδιού «El Diablo»

Με τον David απέκτησαν δυο παιδιά και μετανάστευσαν για λίγο καιρό στην Παλαιστίνη για περισσότερη ασφάλεια, για να γλιτώσουν από τον φημολογούμενο βομβαρδισμό της Κύπρου από τους Γερμανούς στη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου – κάτι που τελικά ουδέποτε συνέβη. Όταν κατόπιν γύρισαν στην Κύπρο, η Elsie θυσίασε κάποια από τα προικιά της για να προσφέρει ιματισμό στους δεκάδες χιλιάδες Εβραίους που είχαν επιβιώσει από το Ολοκαύτωμα και κρατούνταν από τους Βρετανούς σε στρατόπεδα της Κύπρου, για να μην αποικήσουν την Παλαιστίνη. Αργότερα, έζησαν ένα διάστημα και στο Παρίσι, για δουλειές.

Ξανά απ’ την αρχή
Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το καλοκαίρι του 1974, τους βρήκε μεταξύ διασταυρούμενων πυρών, στη Λευκωσία, να χάνουν όλη τους την περιουσία, την οποία είχαν επενδύσει στις κατεχόμενες έκτοτε Κερύνεια και Αμμόχωστο. Είχαν όμως το σημαντικότερο – ο ένας τον άλλο. «Από το 1974 θυμάμαι τα πάντα. Περισσότερο να κοιτάζω έξω από το παράθυρο τα τριαντάφυλλά μου και να βλέπω τον ουρανό γεμάτο Τούρκους αλεξιπτωτιστές. Είχαμε ξεχωριστά κρεβάτια με τον David. Συνήθως πλαγιάζαμε μαζί και μετά, επειδή έκανε άσχημο ύπνο, πήγαινε σε άλλο δωμάτιο και στο τέλος πάλι επέστρεφε στο υπνοδωμάτιό μας. Έτρεξα στο δωμάτιό του, του είπα “David, ήρθαν οι Τούρκοι”! Και μου είπε, “πήγαινε να ξανακοιμηθείς, έβλεπες όνειρο”. Λίγα χρόνια πριν, όταν είχαμε φτιάξει το σπίτι μας στη Λευκωσία, είχαμε επιλέξει ο καθένας από μια πολυτέλεια: εγώ επέλεξα κεντρικό σύστημα κλιματισμού για να μην υποφέρω πια τα θερμά καλοκαίρια της Κύπρου – σήμερα όμως είναι πολύ ακριβό για να το χρησιμοποιώ! Η επιλογή του David ήταν ένα καταφύγιο με αντιαεροπορική κάλυψη – είχε προνοήσει μέχρι και χαλιά να έχει εκεί. Ποτέ δεν σκέφτηκα να αφήσω το σπίτι μου. Έχασα πολλά σπίτια, το πατρικό μου στο Μπάντεν, που το πήραν οι Ναζί, το σπίτι των γονιών μου στο Σίμπα και το σπίτι στη Ρουμανία, που το πήραν οι κομουνιστές. Αλλά όχι, αυτό ήταν το σπίτι μας, το φτιάξαμε, το επιπλώσαμε, κανείς δεν θα μας το πάρει. Αυτό είναι το μόνο πράγμα που μου απέμεινε! Στον πόλεμο κανείς δεν μας ζήτησε να φύγουμε. Είχαμε ακούσει στο τρανζιστοράκι ότι έρχονται οι Τούρκοι και ότι έπρεπε να ήμασταν προσεκτικοί – όταν τους ανοίγει γυναίκα, τη βιάζουν και, όταν τους ανοίγει άντρας, τον σκοτώνουν. Είπε τότε ο David: “Όταν έρθουν σε εμάς, εσύ μείνε κάτω”. Εγώ είπα: “Τι μπορούν να μου κάνουν εμένα; Ενώ εσένα θα σε σκοτώσουν!”. Ο David όμως ήταν πολύ ζηλιάρης και απαιτούσε να μείνω κάτω. Μια μέρα τους ακούσαμε να μπαίνουν στον κήπο. Χτύπησαν την πόρτα: “Είναι κανείς εδώ;”. Κι εμείς οι δυο τρέξαμε στην πόρτα. Ήταν ένας Τούρκος και ένας νεαρός Τουρκοκύπριος. Κι αυτός είπε στα αγγλικά: “Κύριε Slonim! Εσείς ζείτε εδώ;”. Κι ο David είπε: “Ναι. Με ξέρεις από κάπου;”. Του είπε ότι ο πατέρας του δούλευε στο Φασούρι και μια μέρα είχε ατύχημα με το τρακτέρ. “Τραυματίστηκε πολύ βαριά και απαγορεύσατε σε οποιονδήποτε να τον αγγίξει. Τον μεταφέρατε προσωπικά στο νοσοκομείο και κάθε μέρα τον επισκεπτόσασταν”. Έτσι μας άφησαν να μείνουμε, ενώ όλους τους άλλους τους έδιωξαν». Με ένα σπίτι στις παρυφές του κατεχόμενου «βορρά», όπου μπορούσε κανείς να πάει μόνο ειδική άδεια, έζησε την ζωή της στο νότο, στον οποίο οδηγούσε ως τα πολύ βαθιά γεράματα, για να πάει στο βιβλιοπωλείο, στους γιατρούς, στους φίλους της. Δεν έμαθε ποτέ να μιλά ελληνικά, αλλά εκεί ήταν ως το τέλος το καταφύγιό της.

Στα δύσκολα χρόνια μετά την εισβολή, η Elsie χρειάστηκε να κάνει ξανά μια νέα αρχή και στα 57 της μετανάστευσε για τρεις δεκαετίες σχεδόν στις ΗΠΑ, για να βγάζει τα προς το ζην φροντίζοντας έναν ηλικιωμένο. Επέστρεψε στην Κύπρο το 2001 κι έζησε άλλα πέντε χρόνια με τον David, ώσπου αυτός απεβίωσε σε ηλικία 101 ετών. Κι όταν πίστεψε πως οι αναταραχές είχαν πια τελειώσει, ήρθε η οικονομική κρίση του 2008 για να χάσει, στα 91 της, ξανά τα πάντα, αφού η τράπεζα στην οποία είχε επενδύσει όλο το εισόδημα που είχε βγάλει στην Αμερική και με το οποίο ζούσε χρεοκόπησε.

Ευτύχησε όμως πάντα να έχει καλούς φίλους, όπως ένας Ελβετός που προσφέρθηκε σε εκείνη τη δύσκολη στιγμή να τη βοηθήσει, με τη βεβαιότητα που του παρείχαν οι επιδόσεις του έθνους του στη λογιστική και στην τάξη. Και πράγματι, ο φίλος ανακάλυψε μια αίτηση για σύνταξη από την Αυστρία, που η Elsie δεν είχε ποτέ ολοκληρώσει. Έζησε τα επόμενα χρόνια με ένα βασικό εισόδημα, πολλές αφηγήσεις και εκδόσεις βιβλίων, τον κήπο και τα αγαπημένα της λουλούδια και αρκετούς καλούς φίλους που της κρατούσαν συντροφιά ως το τέλος. Και μπορεί να μην έζησε άλλα εκατό χρόνια, όπως έλεγε όταν συμπλήρωσε τον πρώτο αιώνα, αλλά σίγουρα όσα έζησε έκαναν για εκατό κι άλλα τόσα.

Δειτε επισης

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5