Visual Browsing
Θωμάς Μοσχόπουλος
ΤΕΥΧΟΣ 682

Η «Μανόν» του Θωμά Μοσχόπουλου είναι σκανδαλωδώς επίκαιρη

Mία από τις διασημότερες όπερες επιστρέφει στην Εθνική Λυρική Σκηνή, σε μια παράσταση που θα συζητηθεί
© Ανδρέας Σιμόπουλος

Χρειάστηκε να περιμένουμε πάνω από μισό αιώνα για να την απολαύσουμε, αλλά όπως φαίνεται άξιζε τον κόπο. Η «Μανόν» του Μασνέ, μία από τις διασημότερες όπερες του γαλλικού ρεπερτορίου, επιστρέφει στην Εθνική Λυρική Σκηνή με δύο σπουδαίες υψιφώνους στο ρόλο του τίτλου, τις διεθνείς μας Μυρτώ Παπαθανασίου και Χριστίνα Πουλίτση, σε μια παράσταση που υποψιαζόμαστε ότι θα συζητηθεί… Συναντήσαμε τον Θωμά Μοσχόπουλο, καλλιτεχνικό διευθυντή του Θεάτρου Πόρτα και βαθύ γνώστη της όπερας, που υπογράφει τη σκηνοθεσία. Μέσα από µια συναρπαστική κουβέντα μάθαμε πολλά – και όχι μόνο για τη Μανόν.

Ο Θωμάς Μοσχόπουλος μιλά…

…για την ιστορία που επαναλαμβάνεται

Τα πράγματα λένε κάνουν σταθερούς κύκλους. Το μυθιστόρημα του αβά Πρεβό «Η ιστορία του ιππότη ντε Γκριέ και της Μανόν Λεσκώ» γράφτηκε στις αρχές του 18ου αιώνα (1731). Ενάμιση αιώνα αργότερα (1884) γράφεται η όπερα του Μασνέ. Και ερχόμαστε εμείς σήμερα, μετά από άλλον ενάμιση αιώνα, να την ανεβάσουμε στη σκηνή. Αυτό από μόνο του σε βάζει σε σκέψη, πως η συγκεκριμένη θεματική μπορεί να σε αφορά. Και αυτό που είδα είναι ότι η ιστορία είναι σκανδαλωδώς σημερινή και επίκαιρη. Το έργο μιλά για την επιπόλαια άνοδο και την κάθετη πτώση ενός ανθρώπου. Και μόνο που το διατυπώνεις έτσι, σου θυμίζει σύγχρονα «οικεία κακά»…

Σχετικα
Και το όνομα αυτού «Ολύμπια, Δημοτικό Μουσικό Θέατρο Μαρία Κάλλας» (εικόνες)
Και το όνομα αυτού «Ολύμπια, Δημοτικό Μουσικό Θέατρο Μαρία Κάλλας» (εικόνες)

Η Μανόν αποκτά αυτόματα συμβολικό χαρακτήρα σαν πρόσωπο και σαν στάση ζωής. Οι  αναγωγές έγιναν με μεγάλη ευκολία, γιατί όλα ισχύουν. Δεν χρειάστηκε να διαστρεβλώσουμε κάτι. Υπάρχει μια συνολικότερη αίσθηση μπελ επόκ. Μια εποχή ευμάρειας λίγο πριν την πτώση. Οι αφηγήσεις της ιστορίας της Μανόν Λεσκώ αναφέρονται σε έναν παρελθόντα χρόνο για να κατανοήσουν τον παρόντα. Εμείς μεταφέρουμε την υπόθεση στη σύγχρονη εποχή, αλλά με μια αισθητική που αναφέρεται στον 18ο αιώνα. Το  πανδοχείο της πρώτης πράξης μετατρέπεται σε χώρο παραλαβής αποσκευών αεροδρομίου, εκεί όπου διαρκώς έρχεται και φεύγει κόσμος και όλα μπορούν να συμβούν. Ξεκινάμε την αφήγησή μας σε ένα duty free, όπου όλα σε θαμπώνουν και όλα είναι προς πώληση, για να καταλήξουμε στο τέλος σε μια ερημωμένη αίθουσα, γεμάτη από τα διαλυμένα κομμάτια των προηγούμενων σκηνών. Ο ιμάντας αποσκευών έχει πια γίνει ιμάντας ανακύκλωσης. Είναι ένα στοιχείο που σε κάθε σκηνή παίζει κάποιο ρόλο – στη δεύτερη πράξη γίνεται πασαρέλα ενός μεγάλου ντεφιλέ μόδας στο οποίο σταρ είναι η Μανόν.

Θωμάς Μοσχόπουλος
© Ανδρέας Σιμόπουλος

Η όπερα αυτή διατρέχει μέσα από τις επιλογές της πολλούς αιώνες. Περιγράφει τη στάση μιας κοινωνίας που φτάνει στο απροχώρητο από υπερκατανάλωση, από παιχνίδια χρήματος και εξουσίας, τα οποία μετά διαλύονται για να ξανάρθουν πάλι σε μια άλλη εποχή. Ο Μασνέ δεν ηθικολογεί, δεν ασκεί σκληρή κριτική στους ήρωές του, τους βλέπει με συμπάθεια. Είναι απλά αδύναμοι άνθρωποι, μας λέει... Κι αυτό έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

Σχετικα
«Οnce»: Αστικοί μύθοι σε ένα διαφορετικό new age μιούζικαλ
«Οnce»: Αστικοί μύθοι σε ένα διαφορετικό new age μιούζικαλ

…για τη Μανόν

Δραματουργικά, στον Μασνέ υπάρχει αμφιθυμία, όπως και στο μυθιστόρημα του αβά Πρεβό. Τη Μανόν τη συμπαθείς και συγχρόνως την αντιπαθείς. Είναι θύτης και θύμα. Εύθραυστη αλλά και επιπόλαια. Δεν καλύπτεται ποτέ και με τίποτα. Όποτε έχει κάτι, θέλει το παραπάνω, θέλει το άλλο, το ακριβώς αντίθετο. Προσπαθεί να προσδιορίσει τον εαυτό της μέσα από το τι προβάλλουν οι άλλοι σ’ αυτήν. Μοιάζει με λευκό χαρτί στο οποίο ο καθένας μπορεί, τουλάχιστον στιγμιαία, να εγγράψει ό,τι θέλει. Πάνω απ’ όλα όμως είναι ένα τραγικό πρόσωπο γιατί πιστεύει ότι από την αγάπη, τη λατρεία των άλλων, παίρνει ζωή η ίδια. Είναι το φιλάρεσκο, ματαιόδοξο κορίτσι που δυστυχώς βλέπουμε πια καθημερινά να θαμπώνεται με τη στιγμιαία προβολή της από κάποιο μέσο, ένα reality, να γίνεται για ένα τρίμηνο «επώνυμη», να μιλάνε όλοι γι’ αυτήν κι ύστερα να την πετάνε για να πάρει σειρά η επόμενη. Να καταναλώνεται σαν άνθρωπος από ένα σύστημα που κατασκευάζει λάμψη…

Αυτό τέλος που εντόπισα και το σημειώνω είναι πως η Μανόν είναι η μετάβαση της Τραβιάτα προς τη Λούλου (η ηρωίδα της ομώνυμης όπερας του Άλμαν Μπεργκ). Είναι μια femme fatale, μια γυναίκα που καταστρέφει, αλλά όχι με τον συνειδητό τρόπο που το κάνει η Λούλου. Ούτε είναι όμως ένα πλάσμα γεμάτο συναισθήματα, όπως η Βιολέτα στην Τραβιάτα.

…για τον ντε Γκριέ

Είναι ένα καλομαθημένο παιδί που αναζητά την ταυτότητά του μέσα από τη σύγκρουση µε το πατρικό πρότυπο, ένα αγόρι που προσπαθεί να ενηλικιωθεί. Προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι ανεξάρτητος, ενώ δεν είναι. Λειτουργεί σαν έφηβος, τα θέλει όλα ή τίποτα. Ερωτεύεται κεραυνοβόλα τη Μανόν, θέλει αμέσως να την παντρευτεί και ζητά µε τρόμο τη συγκατάθεση του πατέρα. Όταν εκείνη τον εγκαταλείπει, ο ντε Γκριέ φτάνει στο άλλο άκρο. Γίνεται ιερωμένος, όχι όμως από ερωτική απογοήτευση, αλλά από την ανάγκη του να ξεπεράσει τις ενοχές του, για το γεγονός ότι αφέθηκε.

Χριστίνα Πουλίτση
Χριστίνα Πουλίτση

…για τη μουσική του Μασνέ

Στη Μανόν υπάρχει μια λεπτή ειρωνεία, σχεδόν ξεκινά σαν μια κωμική όπερα. Όλα είναι πιο παλ στις αποχρώσεις τους. Η αμφιθυμία, που λέγαμε, υπάρχει και στη μουσική του Μασνέ. Σε μια ανάλαφρη άρια, βάζει μελαγχολικούς τόνους. Σε σκηνές μεγάλης έντασης υπάρχει ξαφνικά μια αναίρεση της δραματικότητας με κάτι ελαφρύ. Αυτό στην αρχή με ξένισε, αισθάνθηκα ότι δεν υπάρχει συνάφεια από πράξη σε πράξη. Μετά όμως κατάλαβα ότι ίσως και να ήταν μια συνειδητή επιλογή. Οι μεταβάσεις του σε τόσο διαφορετικές ατμόσφαιρες και κλίμακες, από τις πιο σοφιστικέ ως τις πιο άτεχνες ή και ανούσιες, μοιάζει να εκφράζουν τον πλουραλισμό της ευμάρειας που χαρακτήριζε την εποχή του. Θυμίζουν όμως έντονα και αυτό που ζούμε σήμερα, τον καταιγισμό πληροφοριών που δεχόμαστε καθημερινά σκρολάροντας στο Facebook, με εικόνες τη μια στιγμή δραματικές και την άλλη ρομαντικές και ανάλαφρες.

Ο Mασνέ είναι ένας εμπορικός συνθέτης. Έχει τη θέση του στην ιστορία της όπερας, όχι όμως απαραίτητα και στην ιστορία της μουσικής. Η παραδοχή αυτή με απελευθέρωσε, επιβεβαίωσε την άποψή μου ότι  η Μανόν είναι ένα μουσικό έργο που για να υποστηριχθεί χρειάζεται ερμηνεία. Έτσι, η  προσέγγισή της έγινε μέσα από μια θεατρική αντιμετώπιση. Το πρώτο διάστημα διαβάζαμε το λιμπρέτο, προσπαθούσαμε να το ερμηνεύσουμε σαν κείμενο, να βρούμε τις δυναμικές του και να διαμορφώσουμε τους χαρακτήρες του.

…για τους συνεργάτες

Οι διπλές διανομές στην όπερα, αν και γίνονται για πρακτικούς λόγους, για μένα έχουν μεγάλο ενδιαφέρον. Και στις δύο ακολουθείται μια βασική σκηνοθετική γραμμή, ποτέ όμως δεν είναι η ίδια παράσταση. Δεν είναι ίδιες η Μανόν της Μυρτώς Παπαθανασίου και η Μανόν της Χριστίνας Πουλίτση. Άλλα πράγματα θα φωτίσει η μία και άλλα η άλλη. Κάθε μία έχει διαφορετικές αποχρώσεις και απολήξεις. Τώρα πια που ένας τραγουδιστής όπερας οφείλει να είναι και σκηνικός ερμηνευτής, αισθάνομαι ευτυχής που στην παραγωγή αυτή συνεργάζομαι με πολύ δυνατούς επαγγελματίες και δεν χρειάστηκε να αντιμετωπίσω τα κακώς κείμενα της όπερας, με τις σχηματικές, άκαμπτες ερμηνείες μιας άλλης εποχής. Και κάτι επίσης πολύ σημαντικό: είχαμε τον μαέστρο –τον Λουκά Καρυτινό– μαζί μας σε όλες τις πρόβες της Μανόν, κάτι που δεν συμβαίνει συχνά. Η συμβολή του ήταν μεγάλη γιατί μιλούσε τη γλώσσα των τραγουδιστών, ερμήνευε με μουσικούς όρους αυτό που ζητούσα εγώ δραματουργικά. Επιπλέον είχα την πολυτέλεια να έχω δίπλα μου και μουσικό δραματουργό –τον Κορνήλιο Σελαμσή, σταθερό συνεργάτη μου–, που με βοήθησε να βρω στο λιμπρέτο τα κλειδιά, τις κρυμμένες μουσικές δομές. 

Μυρτώ Παπαθανασίου - Χριστίνα Πουλίτση © Ανδρέας Σιμόπουλος / Artwork Σελίν Τοκμακίδη
Μυρτώ Παπαθανασίου - Χριστίνα Πουλίτση © Ανδρέας Σιμόπουλος / Artwork Σελίν Τοκμακίδη

...για την όπερα και το κοινό της

Η όπερα έχει ένα ειδικό κοινό, πιο πιστό στις τελετουργίες και πιο φανατικό. Δυστυχώς όμως η ίδια η όπερα έχει απομακρυνθεί πολύ από την έννοια της λαϊκότητας και της δημοφιλίας που είχε κάποτε – στην Ελλάδα βέβαια, με εξαίρεση τα Επτάνησα, η σχέση αυτή μάλλον δεν υπήρξε ποτέ. Είναι μια τέχνη που την κρατάμε στο οξυγόνο και πολύ φοβάμαι πως, αν εκλείψει, δεν θα λείψει σε κανέναν… Το παρήγορο είναι ότι σήμερα υπάρχουν μοντέρνοι τραγουδιστές, με τόλμη και χιούμορ, που της δίνουν μια πιο φρέσκια πνοή. Μπορεί να μη σώσουν την όπερα, σίγουρα όμως τη βοηθούν να βγει από το ντουλάπι…

Η σύγχρονη όπερα ελάχιστες φορές φτάνει στον κόσμο – έγινε μόνο με το «West Side Story» ή με κάποια έργα του Philip Glass. Το κοινό δεν νιώθει οικειότητα με την κλασική μουσική. Έχει άλλα ακούσματα, ενώ όταν έγραφε ο Μότσαρτ δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ σοβαρής και pop μουσικής. Το πρόβλημα είναι ότι έχουμε ελάχιστους συνθέτες ικανούς να γράψουν σοβαρή μουσική, που να μην έχει στόχο την εκκεντρικότητα. Οι περισσότεροι αποδομούν, αποκαθηλώνουν χωρίς να προτείνουν κάτι νέο. Είναι τα κακά του μεταμοντερνισμού… Δεν ξέρω πώς αυτό μπορεί να αλλάξει. Αν γράφονταν νέα έργα τα οποία θα πλησιάζουν το μιούζικαλ, θα μπορούσαν ενδεχομένως να προσελκύσουν ένα διαφορετικό κοινό και όχι μόνο το οπερόφιλο. Δεν χρειάζεται να είναι αριστουργήματα. Σκεφτείτε μόνο πόσες όπερες της σειράς γράφτηκαν –πάνω από 300– πριν ξεχωρίσουν αυτές οι λίγες που έφτασαν στις μέρες μας. Θα βοηθούσε πολύ να υπάρχουν πειραματικές σκηνές σε κάθε Όπερα, όπως έγινε με την Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής, που θα δοκιμάζουν δίπλα στο παλιό, το καινούργιο, θα εκπαιδεύουν ένα νέο κοινό…

Μυρτώ Παπαθανασίου
Μυρτώ Παπαθανασίου

…για τη σκηνοθεσία και τους σκηνοθέτες

Θέλω η σκηνοθεσία μου να είναι τολμηρή αλλά όχι αυθαίρετη. Δεν χρειάζεται να προσπαθείς να βγεις εξυπνότερος από τον συνθέτη. Θέλω να κάνω μια καλή παράσταση, όχι κάτι που δεν έχει ξαναγίνει ποτέ… Σίγουρα πολλοί σκηνοθέτες έρχονται στην όπερα «αδιάβαστοι». Όταν κάτι δεν το αγαπάς μπορείς εύκολα να το καρατομήσεις. Από την άλλη, υπάρχει συχνά μεγάλη αμηχανία, όταν καλείσαι να αντιμετωπίσεις συμβάσεις όπως, για παράδειγμα, μια υπέρβαρη σοπράνο που παίζει τη φθισική. Όταν όμως έχεις μια Μυρτώ Παπαθανασίου που αλωνίζει σαν πλάσμα θεατρικό τη σκηνή, δεν έχεις λόγο να «κλέψεις» πράγματα. Θα έχουμε καλύτερους σκηνοθέτες, όταν θα έχουμε καλύτερους ερμηνευτές. Είναι θέμα συνολικής σύλληψης και επιλογής καλλιτεχνικών διευθύνσεων. Ποια «προξενιά» θα κάνει.

Θωμάς Μοσχόπουλος
© Ανδρέας Σιμόπουλος

Στην όπερα χρειάζεται συλλογικότητα, με μια έννοια όχι ιδεαλιστική αλλά πρακτική. Όταν μέσα σε λίγο χρόνο, έχεις να συντονίσεις την ορχήστρα και ένα ανσάμπλ ανθρώπων στη σκηνή, το σχήμα είναι τόσο μεγάλο που δεν μπορείς εύκολα να βρεις τρόπους συνεννόησης, χρειάζονται αυστηρές δομές για να γίνει συμπαγές. Μερικές φορές νιώθω τον δικό μου ρόλο σαν του διερμηνέα, που κάνει τη μετάφραση του έργου στον ερμηνευτή, ή του τι λέει ο ένας ερμηνευτής στον άλλο – έτσι ώστε να έχουν όλοι κοινή γλώσσα, για να μπορέσω στη συνέχεια να τους δώσω την ελευθερία που χρειάζονται. Μια άρια δεν μπορεί να σκηνοθετηθεί περισσότερο από 20%. Είναι το σόλο του ερμηνευτή, η έκφραση της προσωπικότητάς του. Παρ' όλες όμως τις δυσκολίες που έχει η όπερα, στο κομμάτι του επαγγελματισμού και της προσωπικής ευθύνης είναι πιο εύκολη δουλειά σε σύγκριση με το θέατρο. Εκεί το σύστημα εξάρτησης από τον σκηνοθέτη είναι πολύ μεγαλύτερο γιατί δεν υπάρχει το μουσικό στοιχείο που ανεβάζει μεν τον πήχη, συγχρόνως όμως διασφαλίζει τον καλλιτέχνη, τον κάνει αυτάρκη. Η ανασφάλεια του τραγουδιστή, όταν υπάρχει, είναι δικαιολογημένη, έχει να κάνει με το όργανό του, τη φωνή. Αντίθετα στον ηθοποιό η ανασφάλεια πηγάζει από τον ψυχισμό του, συχνά συνδέεται με την έλλειψη αυτοπεποίθησης. Χρειάζεται επομένως μεγαλύτερη καθοδήγηση, κάτι όμως που μπορεί να παγιδέψει τον σκηνοθέτη.

...για την υστεροφημία

Νομίζω πως «η τέχνη για την τέχνη» στο θέατρο, όπως και στην όπερα, μας έχει κάτσει λίγο στραβά! Αποζητούμε μια μορφή αθανασίας στην απόλυτα εφήμερη τέχνη. Αν με ρωτούσατε τι προτιμώ, την υστεροφημία ή το παρόν, θα σας έλεγα σίγουρα το παρόν. Αναγνωρίζω ότι η αλαζονεία είναι ένα καύσιμο που στηρίζει πολλούς καλλιτέχνες, όμως αυτό που σε κρατά ουσιαστικά είναι μια υπαρξιακή αγωνία, όταν δεν σου φτάνει η επικοινωνία, η επαφή σου με τους ανθρώπους και προσπαθείς μέσα από τη δουλειά σου να την καλύψεις. Είναι νεύρωση να αγωνιάς αν θα αρέσεις, να περιμένεις να αγαπηθείς από τον κόσμο για να υπάρξεις. Όταν σβήσουν τα φώτα, το κοινό σε ξεχνάει, είσαι η Μανόν… Κι εγώ δεν θέλω να γίνω Μανόν…


Διαβάστε περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση «Μανόν» στο Guide της Athens Voice

Δειτε επισης

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5