1821 Digital Gallery
Το Τέλος των (εθνικών) Ουτοπιών

Το Τέλος των (εθνικών) Ουτοπιών

«Μπολιβάρ», ένα αντιηρωικό και πένθιμο εθνικό πορτραίτο από τη «μπιζού ντε καντ» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου-Κάτω Χώρος
©Πάνος Μιχαήλ

City Guide Review

Μπολιβάρ
Ο Λεφτέρης / Μπολιβάρ χορεύει μπροστά στον Δημιουργό του. (ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ)
Μπολιβάρ

Η Απελευθέρωση του Μπολιβάρ από τα ηρωικά δεσμά του

Ο ύμνος στην Ελευθερία, που συνέθεσε ο Εγγονόπουλος με τον Μπολιβάρ του, είναι ένας ύμνος διαφορετικός από εκείνον των ποιητών της πολιτικής ελευθερίας γιατί δοξολογεί μια υπέρτερη προσωπική ελευθερία που κατακτάται με την άρση κάθε περιορισμού, ακόμη και αυτών τους οποίους επιβάλλουν οι (εθνικές) ανάγκες και οι εξουσίες των συνόλων που δεν εμπνέουν

Όμως αυτή τη φορά και στα βάθη των υπογείων του Νέου Κόσμου ο Μπολιβάρ ψυχομαχεί κι η γης τόνε τρομάζει

Και πράγματι, ο Μπολιβάρ της μπιζού ντε καντ είναι ένα σκηνικό μετασχόλιο πάνω στην τοξική μυθολογία όλων των Ηρώων που σύρθηκαν σαν ζόμπι στο βάθρο της αγωνιστικότητας, αποκοιμίζοντας με ανδριάντες και παρελάσεις την ίδια την επιθυμία για ελευθερία. Και λέω μετα-σχόλιο επειδή στην περίπτωση αυτή ο Μπολιβάρ είναι νεκρός και μέσα στον τάφο του αγκομαχεί, ακούγοντας τους υμνητικούς θρήνους των συμπατριωτών του σαν εθνικά αγήματα που εγκαλούν τα άναρχα πλήθη σε σύνολα. Αυτός ο μεγάλος ήρωας έφτασε στο αμήν από τις υμνολογίες των ανθρώπων και εξεγείρεται στην Αθήνα του 2018 για να τελειώνει επιτέλους το παραμύθι το φριχτό που φτιάχτηκε γι’ αυτόν και για κάθε «εθνικό» ήρωα.

Σχετικα
Μια queer θεατρική γενιά ή «Απόψε είμαστε όλα μπαγκατέλες σκοταδίστριες»
Μια queer θεατρική γενιά ή «Απόψε είμαστε όλα μπαγκατέλες σκοταδίστριες»

Η συνθήκη δράσης της παράστασης είναι πολύ συγκεκριμένη και εύθετα προσχεδιασμένη. Σαν «τραγικός» σαλτιμπάγκος ο Ποιητής (Α. Γκρίτσης) φορώντας ένα ολόσωμο ριγωτό μαγιό βγαλμένο από τους πίνακες του Εγγονόπουλου κι ένα ζευγάρι παλιά παπούτσια μεγαλύτερα από το νούμερό του, έρχεται στη σκηνή για να αναστηλώσει σαν ανδριάντα τον Μπολιβάρ (Γ. Κουκουράκης) που όμως μουγκρίζει και δυσανασχετεί κουρασμένος από το βάρος της ηρωικότητάς του. Το έργο του Ποιητή δεν είναι καθόλου εύκολο καθώς έχει να διαφυλάξει για τον εαυτό του μια ενιαία ποιητική Συνείδηση με οδηγό έναν ύμνο για τον ήρωα Μπολιβάρ. Πασχίζοντας να γίνει κατανοητός από το αντικείμενο/θέμα του, το οποίο είναι ενώπιόν του αλλά αρνείται να συμμεριστεί το πάθος του για τους ήρωες, ο Ποιητής υπερασπίζει με σπαρακτική καταδεκτικότητα τον Ήρωα Μπολιβάρ. Όμως αυτό που διδάσκεται ο Ήρωας από τον Λόγο του Ποιητή δεν είναι μόνον το έσχατο μάθημά του, αλλά και η εκδίκηση κάθε δοξολογημένου Ήρωος: Ο Μπολιβάρ θέλει επιτέλους να σπάσει τα δεσμά που τον καθηλώνουν στο ηρωικό Καθήκον του, για να γίνει κι αυτός ένας ελεύθερος Άνθρωπος. Γνωρίζει όμως καλά πως όταν πέσει ο ανδριάντας του, αυτομάτως καταδικάζεται κι ο ίδιος σε έναν πιο ανθρώπινο θάνατο μακριά από τις ελεγειακές ανακρούσεις των ύμνων.

Κι έτσι στο τέλος ο Μπολιβάρ ως ελευθερωμένος Λεφτέρης αφήνει τα αγκομαχητά και μιλάει για πρώτη φορά, με τα λόγια που του έδωσε η Γ. Μπασδέκη, μια Ποιήτρια που ξέρει να κατασκευάζει θρήνους για το αγανακτισμένο μελό των λαϊκών Ερώτων και για όλους τους ηττημένους. Κι έτσι ο Λεφτέρης στο Αμήν της Μπασδέκη παρουσιάζει περισσότερο απ’ όλα την έννοια του ήρωα ως σεξουαλικού αντικείμενου λατρείας από τις ονειρώξεις των εθνοφλυγέστατων «συμπατριωτών» του.

O Μπολιβάρ υπάρχει όσο και ο Μπάτμαν ή Μόνοι τους πλέξανε το παραμύθι το φριχτό

Σχετικα
Μια (queer) Εκκλησία της Ύβρεως
Μια (queer) Εκκλησία της Ύβρεως

Ο Κ. Σκουρλέτης κατασκεύασε ένα σκηνικό περιβάλλον σαν αναθηματικό τύμβο για τις λαϊκές ελληνικότητες (με ντιβάνια, εικόνες αγίων, κιλίμια, κουβάδες-κολυμβήθρες, λαμπιόνια πανηγυριών, προβιές, κρανία σφαγμένων ζώων κ.τ.ό.). Στην ουσία έχτισε έναν μεταιχμιακό χώρο-Καθαρτήριο (το λάβαρο του θανάτου στο βάθος ήταν ενδεικτικό), όπου τα «δραματικά πρόσωπα» μεταβαίνουν ελεύθερα στον θάνατό τους κι απαλλαγμένα από τα βάρη του παλαιού ηρωισμού τους.

Ο Α. Γκρίτσης είναι συγκλονιστικός (και το επίθετο αυτό δεν υπερβάλλει καθόλου). Είναι στην ουσία ο μελοδραματικός και καθ’ έξιν διδακτικός Λόγος για τους ήρωες που τρέπεται σε κραυγή μιας τραγικωμικής εθνικής συνείδησης και στο τέλος ηττάται από την αλήθεια και τον τρόμο της συνειδητοποίησης. Ο συναισθηματικός αυτός ηθοποιός εκρήγνυται σκηνικά με απαράμιλλη υποκριτική περίσκεψη και σπαρακτική δυναμικότητα, ενσαρκώνοντας το σύνδρομο του αποχωρισμού που βιώνει ο Ποιητής με τον θάνατο του Ήρωά του και το Τέλος των ηρωικών Εποχών. Στο φινάλε και ακούγοντας το «Αμήν» του «Λεφτέρη, Λεφτέρη, Λεφτέρη», ο Γκρίτσης αφήνεται ένα εθνικό  συντρίμμι, ένα ερείπιο των διαψευσμένων εθνικών συνειδήσεων, ένας εκκρεμής αντι-ήρωας που πάσχει, και τελικά ένας σπαραγμένος κλόουν.

Ο Γ. Κουκουράκης ενσάρκωσε την αγανάκτηση του Λεφτέρη με την ανδροπρέπεια λαϊκού Μάρτυρα που μισός Χριστός και μισός Άλκης Γιαννακάς οδηγείται οικειοθελώς στον Τάφο του για να τον νεκροστολίσουν.

Η μουσικός Χ. Τσαλπαρά με το γλυκόπικρο ακορντεόν και τις παραδοσιακές τροπές της φωνής της λειτουργούσε ως συναισθηματική μνήμη που επιτόνιζε ειρωνικά τις δράσεις, τραγουδώντας άλλοτε ένα ρεμπέτικο τραγούδι κι άλλοτε τον Χορό του Ζαλόγγου σαν ένα είδος αποχαιρετισμού στις ηρωικότητες.

Η μετα-ηρωική Κρίση

Οι «μύθοι» βρίσκουν την προδοσία τους στη γλώσσα, γιατί μόνο αυτή τους δίνει μορφή και δηλαδή ξεσκεπάζει το ψεύδος τους, μας έμαθε ο Ρολάν Μπαρτ. Και μέσα στην Κρίση ενιδρύθηκε ένας σκηνικός λόγος που ίσως θα ήταν υπερβολή να τον χαρακτηρίζαμε αντι-εθνικό, επειδή ακριβώς είναι ένας Λόγος του «μετά». Μετά την πίστη στις ουτοπίες, μετά τα εθνοτονωτικά πανηγύρια, μετά τις δοξολογίες υπέρ μαρμάρων και ερειπίων και μετά τα σκυλάδικα ήρθε η ανέγερση μιας Εθνικής Θλίψης και Οργής που δεν σηκώνει ήρωες. Άλλες φορές αυτός ο Λόγος του «μετά» ακούγεται μηδενιστικός, άλλοτε όμως είναι ένας λόγος που θρηνεί ειρωνικά πάνω από τα ερείπια της Νέας Ελλάδας.

Μέσα σε αυτό το κλίμα η δουλειά του Σκουρλέτη και της Μπασδέκη είναι το «σύμπτωμα» μιας μετα-ηρωικής ιστορικής στιγμής που μας καλεί να αναπραγματευτούμε τα «εθνικά» μας είδωλα, προσκαλώντας μας ταυτοχρόνως να τα κατεβάσουμε από τα «εθνικά» τους βάθρα με τα τραγούδια πατσαβούρια μας.

Κι ο αισθητισμός του Σκουρλέτη (και μετά τα Αμάραντα) γίνεται εντέλει μια νέα Ηθική που έρχεται από τους δρόμους και τα περιθώρια για να μας διαφωτίσει.


Δείτε πληροφορίες για την παράσταση στο Guide της Athens Voice

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5