Visual Browsing
Athens 102.5 Voice

Ο Θοδωρής Μανίκας για τον Λουκιανό Κηλαηδόνη

Ένα κείμενο του 1995 για τον Φτωχό Και Μόνο Καουμπόυ

Σημασία έχει τί γράφεται και τί λέγεται για τους ανθρώπους, όσο βρίσκονται εν ζωή. 

Μετά, δεν έχει και τόσο νόημα, παρά μόνο για μας - εκείνοι δεν είναι εδώ, ούτε για να χαρούν και να καμαρώσουν για τα γραφόμενά μας, ούτε για να μας διαψεύσουν, άν χρειάζεται...

Εν πάση περιπτώσει, αυτό το κείμενο γράφτηκε το 1995, σε ένα από τα πρώτα τεύχη του περιοδικού Δίφωνο..., 17 χρόνια μετά τον θρίαμβο του καουμπόϋ και 22 χρόνια πριν μας αφήσει χρόνους ο Λούκι Μια ανάγνωσή του, ίσως σου θυμίσει το μεγαλείο του ανδρός, δίχως την μεταθανάτια φόρτιση και την ιστορική ασάφεια που ευλόγως περιφέρονται, all around...

R.I.P.

Σχετικα
Μιχάλης Μυτακίδης: «Το Πέραμα δεν είναι ένας αντικειμενικός τόπος, μπορεί να μην είναι καν αληθινός τόπος»
Μιχάλης Μυτακίδης: «Το Πέραμα δεν είναι ένας αντικειμενικός τόπος, μπορεί να μην είναι καν αληθινός τόπος»

[ελπίζω να σερβίρουν σε σωστά ποτήρια εκεί πάνω...]

Θ.Μ.


Θα πρέπει να ήταν τέτοια εποχή του χρόνου όταν κυκλοφόρησε το «Είμαι ένας Φτωχός και Μόνος Καουμπόυ» του Λουκιανού. 

Σχετικα
Γιάννης Πετρίδης: Με ορμητήριο την οδό Ζήνωνος
Γιάννης Πετρίδης: Με ορμητήριο την οδό Ζήνωνος

Θυμάμαι σαν τώρα τη μέρα, παραμονές Χριστουγέννων του 1978, που το αγόρασα, μαζί με το «Chapter Οne: Latin America» του αργεντινού σαξοφωνίστα Gato Barbieri, άν αυτό έχει κάποια σημασία. Η σχετική πολυκοσμία στο θρυλικό δισκοπωλείο Ρορ Eleven (στη δεύτερη από τις στέγες του, Σκουφά 15Α, πάνω από το τότε Free Shop), ουδόλως εμπόδιζε τον Τάσο Φαληρέα να "διεκπεραιώνει" τα συνήθη εύστοχα, πλην υπέρ το δέον παρορμητικά, σχόλιά του για την τρέχουσα δισκογραφία και ό,τι άλλο. Μέσα σε όλα, μιλούσε εκείνο το πρωί και για τη νέα δουλειά του Κηλαηδόνη. Για την ακρίβεια, δεν μιλούσε ακριβώς, "έσπρωχνε" τον δίσκο κανονικά και με ενθουσιασμό. Κάτι τα λόγια του, κάτι οι μπλε πινελιές στο εξώφυλλο, αγόρασα τον δίσκο. 

Έτσι κι αλλιώς, ο Κηλαηδόνης φάνταζε, μέσα από τα τότε ροκ γυαλιά μου, σαν μια μάλλον συμπαθής φιγούρα. Από τις αρχές της δεκαετίας του '70, με τα ελαφροκανταδέ λαϊκά (του τύπου "Μια Κεφαλλονίτισσα Μέσα απ το Αργοστόλι...") και, λίγο μετά, με τα τρία σόλο άλμπουμ του, που όλα περιστρέφονται γύρω από μια κεντρική ιδέα και που ήταν, κατά σειρά, το εξαίρετο «Μικροαστικά», τα «Απλά Μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας» και το μοναχικό, προσγειωμένο, φιλόδοξο, ρετρογενές και κινηματογραφοκεντρικό «Media - Luz». Αυτοί οι τρεις δίσκοι είχαν ήδη αναδείξει τον Κηλαηδόνη σε μια ιδιαίτερη φιγούρα μέσα στην πολιτική ομοφωνία που χαρακτήριζε τη μεταπολιτευτική παρουσία των περισσότερων δημιουργών της γενιάς του. Το μόνο που του έλειπε ήταν να βγει ο ίδιος μπροστά. Πράγμα που έκανε θεαματικά με τον δίσκο για τον οποίο μιλάμε σήμερα, εγκαινιάζοντας έτσι τη δυναμικότερη φάση της καριέρας του, αυτήν της οποίας ο απόηχος συντηρεί την αίγλη του ως καλλιτέχνη μέχρι και σήμερα. (Θέλω να πιστεύω πως κι ο ίδιος δε το αρνείται αυτό).

Ο Θοδωρής Μανίκας για τον Λουκιανό Κηλαηδόνη

Τέλος πάντων, το ότι ο άνθρωπος που φιγουράριζε στο εξώφυλλο με μακριά μαλλιά, τζιν πουκάμισο και καμπάνα-παντελόνι, είχε μόλις πάρει την τύχη του στα χέρια του και το απολάμβανε δεόντως, έγινε φανερό από την πρώτη ακρόαση, όταν επέστρεψα στη χριστουγεννιάτικη ζέστη του σπιτιού μου και αφού άκουσα πρώτα τον δίσκο του Barbieri, αν αυτό έχει κάποια σημασία... 

Η αγωνία του να μιλήσει και η αγωνία για την τύχη του εγχειρήματός του, πολλές φορές μέσα στ' αυλάκια του δίσκου, μετασχηματίζονταν σε καμάρι και καλώς εννοούμενο τσαμπουκά. Ενίοτε και σε καλώς εννοούμενη νεανική έπαρση. Ακριβώς σε αυτή την έπαρση, που οδηγεί εδώ και χρόνια την ποπ μουσική σε όλο τον πλανήτη στις καλύτερες στιγμές της. Ίχνη της μπορείτε να διακρίνετε στο υπέροχο «Κάνει Καλό» και στον τρόπο που το τραγουδά ο Κηλαηδόνης, κλείνοντας το μάτι!

Πράγμα που συμβαίνει ουκ ολίγες φορές στα τριάντα -μόνο- λεπτά, που διαρκεί αυτό το άλμπουμ. 

Τα σύντομα και ευέλικτα τρααγούδια του Λουκιανού το καταφέρνουν με ιδιαίτερη ευκολία, γιατί είναι εκ γενετής απαλλαγμένα απ όλα τα σύνδρομα που χαρακτήριζαν το (έντεχνο) ελληνικό τραγούδι της επόχής. Για την ακρίβεια, είναι παντελώς ανέγγιχτα από κάθε είδους ακαδημαϊσμό, "διανοουμενισμό", χυδαιότητα, τάσεις μίμησης, πλατειασμό, και κυρίως από κάθε έννοια "δέσμευσης" προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Μην ξεχνάτε πως είμαστε σε μια εποχή όπου ο κύριος όγκος της παραγόμενης ''έντεχνης'' δισκογραφίας έχει κάτι να "υπηρετήσει", για να έχει και κάπου να στηριχτεί. 

Φωτεινές εξαιρέσεις από τη γενιά του Λουκιανού ο Σαββόπουλος, ο Μούτσης, ο σχετικά πρόσφατος τότε δίσκος του Πουλικάκου κι η ακόμη πιο κοντινή «Εκδίκηση της Γυφτιάς». Και βέβαια ο Κηλαηδόνης, που συνέχισε πάνω στα ίδια μονοπάτια και με τους δύο επόμενους δίσκους του «Ψυχραιμία Παιδιά!» και «Χαμηλή Πτήση». Αποτέλεσμα ήταν να αναδειχτεί σε μια από τις πιο αξιόπιστες προσωπικότητες της γενιάς του στα χρόνια που ακολούθησαν. Γι' αυτό και τον άκουσαν και τον αγάπηησαν κυρίες από τραπέζια του κουμ-καν, μπόμπιρες που βαριούνταν μπροστά στην κρατική τηλεόραση, φοιτήτριες, διανοούμενοι, ο Τζίμης Πανούσης, μπάτσοι, εργάτες, φρικιά και όλοι ανεξαιρέτως οι μπουρδουκλωμένοι και ενταγμένοι, είτε το ομολογούσαν, είτε όχι. Εν ολίγοις, όλοι αυτοί που, συρρέοντας κατά χιλιάδες στις ιστορικές συναυλίες του Λουκιανού στον Λυκαβηπό και στη Βουλιαγμένη, μετρήθηκαν για πρώτη φορά χωρίς την αιγίδα της ΠΑΠΟΚ ή δεν ξέρω ποιου άλλου φορέα, και βρέθηκαν να είναι περισσότεροι απ' ό,τι φαντάζονταν. Τους "συνένωσε" δε ο Κηλαηδόνης γιατί ήταν ο πρώτος που μέσα στα τραγούδια του αποτύπωνε βιώματά που σηματοδοτούσαν τη διαδρομή μιας γενιάς που πέρασε και από τα κλαμπάκια των φίφτις, και από το Πολυτεχνείο των σέβεντις. 

Και μάλιστα, αυτή τη διαδρομή, ο Λουκιανός την τραγούδησε αφού την είχε απενοχοποιήσει πλήρως και, κυρίως, αφού την είχε έξυπνα τοποθετήσει στον χωροχρόνο για τον οποίο μιλάμε: δηλαδή, μετά τη Μεταπολίτευση του '74 - βλ. και στο τραγούδι "Δελτίον Ταυτότητος, που... Εξεθόδη την 20.7.74. 

Το "Δελτίον Ταυτότητος", επί τη ευκαιρία, είχε πρωτοπαρουσιαστεί από το θρυλικό Ελεύθερο Θέατρο του Άλσους Παγκρατίου (Φασουλής, Παναγιωτοπούλου, Αρζόγλου, Χατζηκουτσέλης, Σκυλοδήμος, Σαμπάνης, Βαγενά, κ.α.), που οι παραστάσεις του, για πολύ καιρό, είχαν μουσική και τραγούδια του Κηλαηδόνη. Με αυτήν άλλωστε την αύρα που έφερε στην επιθεώηρηση το Ελεύθερο Θέατρο, είχε μπολιάσει ο Λουκιανός τα τραγούδια του, κάνοντάς τα να ακούγονται φρέσκα μέσα στη φαινομενική ελαφρότητά τους. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που, οι ''θεωρητικοί'' της εποχής, είδαν τον Λουκιανό Κηλαηδόνη ως χιουμορίστα μόνον και όχι σε συνάρτηση με τα άλλα του χαρίσματα, από τα οποία ένα ήταν το να ξεφεύγει από τους ίδιους του τους κανόνες. 

Όπως για παράδειγμα στο διαχρονικό χιτ "Θερινά Σινεμά", που εδώ (απρόσμενα, σε σχέση με τα ήθη της εποχής) ερμηνεύει η Βίκυ Μοσχολιού (προσπαθώ να φανταστώ τη συζήτηση μεταξύ Πατσιφά - Μακράκη γύρω από το Θέμα), ενώ ο ίδιος ο Λουκιανός θα το ξανατραγουδήσει στη "Χαμηλή Πτήση".

Φυσικά, πολλά από τα στοιχεία του δίσκου, δε φαντάζουν ίδια τόσα χρόνια μετά. Άλλαξαν τα πράγματα, "όπως αλλάξαν στις μέρες μας πολλά", που τραγουδά κι ο... καουμπόι. Ο μεγάλος πιανίστας Μανώλης Μικέλης δε ζει πια, το στούντιο Εra (ιδιοκτησίας Πανόπουλου, αν θυμάμαι καλά) τώρα έχει γίνει Sierra και ιδιοκτησίας Αχλαδιώτη, τα remixing και οι χαράξεις των δίσκων είναι καλύτερου επιπέδου, ακόμη και το μονοτονικό βρήκε τους κανόνες του κι ας φιγουράρει στο εξώφυλλο εκείνο το "και"... 

Κι ο άνθρωπος που στη σύντομη πρωθυπουργία του καθιέρωσε το μονοτονικό, ο Γεώργιος Ράλλης δηλαδή, έγινε ταυτόχρονα και ο άνθρωπος που έβαλε τον Κηλαηδόνη και τον δίσκο του στο ελληνικό Κοινοβούλιο, στηλιτεύοντάς τον, σε ομιλία του από το βήμα της Βουλής, ως υπαίτιο για τα χάλια της τότε νεολαίας μας! Σε πείσμα όμως του τότε πρωθυπουργού, ο κόσμος αγκάλιαζε όλο και περισσότερο τα τραγούδια αυτά, τις dixie αποχρώσεις αλλά και τις μαντολινάτες τους, τα εμβατήρια αλλά και τα βαλς που έκρυβαν μέσα τους τη νοσταλγία, τον αυτοσαρκασμό και την ορμή της ελπίδας που φώλιαζε στα λόγια του και κυρίως το τόσο περιεκτικό ομώνυμο τραγούδι, τον ύμνο στις μοναχικές διαδρομές, με τις αναφορές στον συμπαθή μοναχικό Λούκυ Λουκ και το ζαμανφού φινάλε: "Κι άμα μου τη δίνει/ κάτι τέτοια δειλινά/ Παίρνω τ' άλογό μου/ και φεύγω στα βουνά. (Πάμε Ντόλυ!)".

Κι άμα δεν υπάρχει πρόχειρο άλογο, θα υπάρχει πάντα ένας δίσκος για να φύγει κανείς. 

Που, για την περίπτωσή μου, τώρα αυτός είναι «Chapter Οne: Latin America» του Gato Barbier, άν αυτό έχει κάποια σημασία.

Αυτά

Και μήτε εγώ ήμουν εκεί,

μήτε εσείς να με πιστέψετε...


Λουκιανός Κηλαηδόνης: Είμαι Ένας Φτωχός Και Μόνος Κάου Μπόυ

Lyra 3315 (Δεκέμβριος 1978)

Ο Θοδωρής Μανίκας για τον Λουκιανό Κηλαηδόνη

Tracklist

A1 Αθήνα '78

A2 Κάπου Την Έχουμε Πατήσει

A3 Δελτίον Ταυτότητος

A4 Τα Θερινά Σινεμά (Tραγουδι– Βίκυ Μοσχολιού)

A5 ... Κάνει Καλό!

Α6 Να Γιατί! Η Ελλάδα Ποτέ Δεν Πεθαίνει

Ο Θοδωρής Μανίκας για τον Λουκιανό Κηλαηδόνη

Β1 Είμαι Ένας Φτωχός Και Μόνος Κάου Μπόυ

Β2 Όταν Η Πόλη Κοιμάται

Β3 Στη Βουλιαγμένη

Β4 Προς Νέο Συνθέτη

Β5 Τ' Αντρειωμένου Τ' 'Αρματα (Τραγούδι– Βίκυ Μοσχολιού)

Ο Θοδωρής Μανίκας για τον Λουκιανό Κηλαηδόνη

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5