Visual Browsing

Ο ελέφαντας στο δωμάτιο: Η κλιματική αλλαγή και άλλες προκλήσεις

«Good economics for hard times» των Abhijit V Banerjee και Esther Duflo
Υπάρχουν ξεκάθαρες και συγκεκριμένες λύσεις σε προβλήματα που φαντάζουν ανυπέρβλητα;
  • A-
  • A+
0
Παρουσίαση του βιβλίου «Good economics for hard times» των Abhijit V Banerjee και Esther Duflo

Πολλά είναι τα προβλήματα του σημερινού κόσμου, τόσο πολλά που πολλές φορές απογοητευόμαστε και εγκαταλείπουμε τις όποιες προσπάθειες κάνουμε ή θα θέλαμε να κάνουμε προκειμένου να τα κατανοήσουμε και να τα αντιμετωπίσουμε. Και το χειρότερο, δεν ξέρουμε ποιον να πιστέψουμε. Οι πολιτικοί κραυγάζουν αντί να εργάζονται για την επίλυσή τους. Οι επιστήμονες και οι ειδικοί όχι μόνο διαφωνούν μεταξύ τους, αλλά προβαίνουν και σε τρομερές και αποκαλυπτικές προβλέψεις για το μέλλον.

Υπάρχει τρόπος μέσα από τον οποίο θα μπορέσουμε να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη μας στους πολιτικούς και τους ειδικούς; Υπάρχουν ξεκάθαρες και συγκεκριμένες λύσεις στα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που φαντάζουν ανυπέρβλητα; Η απάντηση των οικονομολόγων (με βραβείο Νόμπελ) Abhijit V Banerjee και Esther Duflo είναι ΝΑΙ. Το ζητούμενο, όπως υπογραμμίζουν, βρίσκεται στην αναζήτηση των «better answers to our biggest problems».

Ξεκινούν το βιβλίο τους, «Good economics for hard times», με την ταπεινή εξομολόγηση ότι οι οικονομολόγοι και οι ειδικοί απολαμβάνουν χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης. Γιατί; Πρώτον, δεν εξηγούν το σκεπτικό και τη μεθοδολογία με βάση την οποία κάνουν έρευνα και καταλήγουν σε συμπεράσματα. Δεύτερον, όσοι ειδικοί απολαμβάνουν μεγάλη δημοσιότητα δεν χαρακτηρίζονται από μεγάλη φερεγγυότητα και πολλές φορές διαθέτουν μια προκαθορισμένη agenda. Το ζητούμενο, ωστόσο, θα πρέπει να είναι η παροχή ενημέρωσης και πληροφόρησης που στηρίζεται σε επιστημονικά τεκμηριωμένες προσεγγίσεις και την μεθοδολογική αποδόμηση κυρίαρχων αφηγημάτων γύρω από τα σημερινά προβλήματα.

Μετανάστευση

Σχετικα
«Super-Cannes» του J. G. Ballard: Αμόκ στην Κυανή Ακτή
«Super-Cannes» του J. G. Ballard: Αμόκ στην Κυανή Ακτή

Και το πρώτο πρόβλημα με το οποίο καταπιάνονται είναι αυτό της μετανάστευσης (ίσως το πιο καυτό πολιτικό ζήτημα της εποχή μας, και ειδικότερα στη Δύση). Οι πολιτικοί (και όχι μόνο) έχουν καλλιεργήσει την αντίληψη ότι είναι περικυκλωμένοι από «πεινασμένους» μετανάστες που θα καταστρέψουν την οικονομία τους και θα απειλήσουν την ταυτότητα των χωρών τους. Στηριζόμενοι στην υπεραπλουστευτική λογική του μοντέλου προσφοράς και ζήτησης, τονίζουν ότι οι μετανάστες όχι μόνο απειλούν τις δουλειές αλλά τους μισθούς των πολιτών τους.

Πρόκειται για ένα επιχείρημα που μπορεί να ακούγεται λογικό, αλλά δεν στηρίζεται σε στοιχεία. Τα στοιχεία πολλών μελετών που παρουσιάζουν και αναλύουν οι Abhijit V Banerjee και Esther Duflo αποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι δεν εγκαταλείπουν τις χώρες τους σε αναζήτηση καλύτερων οικονομικών συνθηκών. Το κίνητρό τους δεν είναι τα χρήματα. Ακόμη και όσοι/όσες ζουν σε άθλιες συνθήκες και διαθέτουν την ευκαιρία να μετακινηθούν δεν το επιχειρούν. Οι άνθρωποι έχουν οικογένειες, κοινωνικά δίκτυα και φοβούνται την αλλαγή. Μετακινούνται μόνο όταν υπάρχουν δραστικές συνθήκες, όπως η βία, ο πόλεμος. Πολλοί άνθρωποι θα ήθελαν να απολαύσουν ένα καλύτερο εισόδημα, αυτό όμως από μόνο του δεν αρκεί να εξηγήσει τις ευρύτερες λεπτομέρειες και ανάγκες της ανθρώπινης εμπειρίας. Υπάρχει ο φόβος της αλλαγής, υπάρχει η επιθυμία να προσέξουν τους γονείς τους, όπως και η επιθυμία τα παιδιά τους να μεγαλώσουν σύμφωνα με τις παραδόσεις τους.

Κατά συνέπεια, οι πολιτικές μας δεν θα πρέπει να διαμορφώνονται με στόχο να εμποδίσουμε τη μετανάστευση. Απεναντίας, θα πρέπει να στηρίξουμε όσους αποφασίζουν να μετακινηθούν και να απομακρυνθούμε από τη λογική ότι η μετανάστευση δεν συμβάλλει στην ενίσχυση της τοπικής οικονομίας και τοπικής απασχολισημότητας. Σύμφωνα με το μοντέλο της προσφοράς και ζήτησης, η μετανάστευση οδηγεί σε απώλεια εργασίας για τους τοπικούς πληθυσμούς και ειδικότερα όταν οι εργοδότες και οι επιχειρήσεις απασχολούν όσους αποδέχονται χαμηλούς μισθούς. Όπως αποδεικνύουν όμως οι μελέτες που μας παρουσιάζουν οι Abhijit V Banerjee και Esther Duflo, η επιλογή του προσωπικού και των εργατών στηρίζεται σε περισσότερα κριτήρια από το κριτήριο του μισθού. Οι εργοδότες επιθυμούν όσους και όσες απασχολούν να είναι φερέγγυοι και αποτελεσματικοί. Που σημαίνει ότι συνήθως προσλαμβάνουν ανθρώπους που γνωρίζουν ή διαθέτουν αξιόπιστες συστάσεις, ακόμα και αν απαιτούν μεγαλύτερους μισθούς. Οι μετανάστες δεν διαθέτουν την πείρα, τη γνώση ούτε και τα κοινωνικά δίκτυα του τοπικού πληθυσμού. 

Σχετικα
Τζούλια Φίλιπς: «Γη που χάνεται» σε χώρα μακρινή
Τζούλια Φίλιπς: «Γη που χάνεται» σε χώρα μακρινή

Αναπόφευκτα, λοιπόν, οι μετανάστες θα εργαστούν σε επαγγέλματα όπου ο τοπικός πληθυσμός δεν επιθυμεί να απασχοληθεί, όπως η καθαριότητα, η παροχή βοήθειας σε ηλικιωμένους και η συγκομιδή αγροτικών προϊόντων. Αν και το πλεονάζον εργατικό δυναμικό στις δουλειές αυτές μπορεί να οδηγήσει στη μείωση των μισθών, ταυτόχρονα μπορεί να είναι και ωφέλιμο για τον τοπικό πληθυσμό. Μια χαμηλόμισθη μητέρα, για παράδειγμα, μπορεί να εμπιστευτεί σε μια μετανάστρια να προσέξει τα παιδιά της και να εργαστεί με στόχο την αύξηση του εισοδήματός της. Οι μετανάστες επίσης αυξάνουν και τη ζήτηση υπηρεσιών. Καταναλώνουν και ξοδεύουν τα χρήματά τους σε μικρές επιχειρήσεις, όπως τα café, τα είδη πρώτης ανάγκης και ένδυσης. Στο πέρασμα του χρόνου ιδρύουν τις δικές του επιχειρήσεις, προσφέροντας εργασία στον τοπικό πληθυσμό. Μάλιστα, όπως αναφέρουν οι Abhijit V Banerjee και Esther Duflo, το 43% των μεγαλύτερων και κερδοφόρων επιχειρήσεων των ΗΠΑ, ξεκίνησαν και ιδρύθηκαν από μετανάστες και τους απογόνους τους. Είναι λάθος, λοιπόν, να πιστεύουμε ότι οι μετανάστες επηρεάζουν αρνητικά την οικονομία και την απασχολισημότητα τοπικών πληθυσμών. Αντιθέτως, την ενισχύουν.

Παγκόσμιο εμπόριο

Το δεύτερο ζήτημα με το οποίο καταπιάνονται οι Abhijit V Banerjee και Esther Duflo είναι αυτό του παγκοσμίου εμπορίου. Σύμφωνα με τη θεωρία, το παγκόσμιο εμπόριο είναι «win-win». Οι χώρες παράγουν προϊόντα σε τομείς που διαθέτουν συγκριτικό πλεονέκτημα, τα εξάγουν και στη συνέχεια εισάγουν σε προσιτές τιμές προϊόντα από άλλες χώρες. Η Αίγυπτος μπορεί να εξάγει χειροποίητα χαλιά, κάνοντας χρήση των φτηνού εργατικού της δυναμικού. Η Κίνα, στηριζόμενη στους τεράστιους τεχνολογικούς της πόρους και τη λειτουργία παραγωγικών εργοστασίων, μπορεί να εξάγει μεγάλες ποσότητες προϊόντων και σε προσιτές τιμές σε χώρες όπως η Ινδία που διαθέτει πολλές επιχειρήσεις. Ακόμη καλύτερα, το εμπόριο επιτρέπει σε μη κερδοφόρες επιχειρήσεις να καινοτομήσουν και να παράγουν πιο κερδοφόρα προϊόντα, διευκολύνοντας και την μετακίνηση του εργατικού σε πιο παραγωγικές και προσοδοφόρες δραστηριότητες.

Σύμφωνα με τους Abhijit V Banerjee και Esther Duflo, όμως, το αφήγημα αυτό στηρίζεται σε λάθος εκτίμηση της ευελιξίας που έχουν τόσο οι επιχειρήσεις/βιομηχανίες όσο και το εργατικό δυναμικό. Το εργατικό δυναμικό, σύμφωνα με τις μελέτες που μας παρουσιάζουν, ακόμα και όταν του προσφέρεται το οικονομικό κίνητρο, δύσκολα μετακινείται σε άλλα μέρη. Το γεγονός αυτό αποτρέπει τις επιχειρήσεις/βιομηχανίες να εκσυγχρονιστούν και να επενδύσουν σε νέες παραγωγικές δραστηριότητες, καθώς ένα τέτοιο εγχείρημα πολλές φορές απαιτεί και μετακίνηση σε άλλες περιοχές. Όπως αποδεικνύουν οι Abhijit V Banerjee και Esther Duflo πολλές φορές είναι αδύνατο για τις επιχειρήσεις/βιομηχανίες να παύσουν τις μη κερδοφόρες δραστηριότητες τους. Θεωρητικά οι νέες επιχειρήσεις/βιομηχανίες ιδρύονται και λειτουργούν με στόχο να παράγουν νέα καινοτόμα και παραγωγικά προϊόντα. Στην πραγματικότητα, όμως, δυσκολεύονται να έχουν πρόσβαση σε δάνεια και χρηματοδοτήσεις. Ακόμα και σε περίπτωση που καταφέρει μια νέα επιχείρηση/βιομηχανία να δραστηριοποιηθεί σε μια τοπική αγορά, δυσκολεύεται να ανταγωνιστεί στην παγκόσμια αγορά. Απαιτείται χρόνος για να αποκτήσει μια αξιόπιστη εικόνα και φήμη. Επίσης, όπως αποδεικνύουν οι Abhijit V Banerjee και Esther Duflo οι ξένοι αγοραστές αποφεύγουν να αγοράσουν προϊόντα από νέες επιχειρήσεις. Που σημαίνει ότι οι νέες επιχειρήσεις/βιομηχανίες, και ειδικότερα αυτές στον αναπτυσσόμενο κόσμο, αντιμετωπίζονται με καχυποψία που μετατρέπεται σε φαύλο κύκλο. Για παράδειγμα, όταν δεν υπάρχει ενδιαφέρον για επενδύσεις σε μικρές επιχειρήσεις της Αιγύπτου που παράγουν χειροποίητα χαλιά, οι επιχειρήσεις αυτές όχι μόνο θα δυσκολευτούν να ενισχύσουν την ποιότητα των προϊόντων τους αλλά και θα αποθαρρυνθούν να προσλάβουν περισσότερους εργάτες με στόχο την αύξηση της παραγωγής τους.

Καταστροφική όμως είναι και η λογική των εμπορικών πολέμων και των υψηλών δασμών, με στόχο την προστασία τοπικών επιχειρήσεων/βιομηχανιών και του εργατικού τους δυναμικού. Ας πάρουμε για παράδειγμα την απόφαση του Προέδρου Τράμπ να επιβάλλει υψηλούς φόρους και δασμούς στο σίδηρο και του αλουμίνιου που εισάγει στις ΗΠΑ η Κίνα. Η απόφαση αυτή μπορεί να προστάτευσε τις σχετικές επιχειρήσεις και το εργατικό τους δυναμικό καθώς μείωσε τις τιμές των τοπικών προϊόντων, έβλαψε όμως τον αγροτικό τομέα των ΗΠΑ καθώς η Κίνα αντέδρασε με υψηλούς φόρους και δασμούς στα αμερικανικά αγροτικά προϊόντα. Με την Κίνα να εισάγει το 16% των αγροτικών της αναγκών από τις ΗΠΑ, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει πόσο θα βλάψει τον αγροτικό τομέα της χώρας του η κοντόφθαλμη προσέγγιση του Προέδρου Τραμπ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απόφαση εργοστασίου στο Tennessee να σταματήσει την παραγωγή του και να απολύσει 1.755 εργάτες.

Όπως επισημαίνουν οι Abhijit V Banerjee και Esther Duflo η λύση βρίσκεται στην δημιουργία και χρηματοδότηση προγραμμάτων που στηρίζει τους ανθρώπους που επηρεάζονται αρνητικά από το παγκόσμιο εμπόριο. Προγράμματα που διασφαλίζουν την ασφαλιστική κάλυψη των εργατών καθώς και την εκπαίδευσή τους σε προγράμματα κατάρτισης και ενσωμάτωσης σε νέες επιχειρήσεις/βιομηχανίες. Οι επιχειρήσεις/βιομηχανίες που ανταγωνίζονται στην παγκόσμια χρειάζονται στήριξη. Η επιβολή υψηλών φόρων και δασμών δεν οδηγεί πουθενά. Το ζητούμενο είναι η επένδυση σε προγράμματα που διευκολύνουν τους ανθρώπους να ξεπεράσουν το σοκ και να επανακτήσουν την αξιοπρέπειά τους.

Ο ελέφαντας στο δωμάτιο: Κλιματική Αλλαγή

Το τρίτο ζήτημα με το οποίο καταπιάνονται οι Abhijit V Banerjee και Esther Duflo είναι αυτό της κλιματικής αλλαγής. Στο ζήτημα αυτό, όπως επισημαίνουν, η επιστημονική κοινότητα είναι ομόφωνη: Η κλιματική αλλαγή ισχύει και είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Οι εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα που παράγονται όμως είναι αποτέλεσμα των ισχυρών και πλούσιων χωρών του κόσμου, η παραγωγική διαδικασία των οποίων κυρίως έχει ως στόχο την παραγωγή προϊόντων που καταναλώνουν οι πολίτες τους. Που σημαίνει ότι είναι οι φτωχότερες και αναπτυσσόμενες χώρες που θα επηρεαστούν περισσότερο από την κλιματική αλλαγή. Όπως σωστά επισημαίνουν οι Abhijit V Banerjee και Esther Duflo, όταν αυξάνεται η θερμοκρασία, οι πολίτες των Σκανδιναβικών χωρών το απολαμβάνουν. Δεν ισχύει το ίδιο για μια χώρα όπως η Ινδία, όπου οι περισσότεροι άνθρωποι δεν διαθέτουν την οικονομική άνεση να προμηθευτούν με air-condition. Ενώ στις ΗΠΑ το 87% των ανθρώπων διαθέτει κλιματιστικά, στην Ινδία το ποσοστό ανέρχεται μόνο στο 5%.

Υπάρχει λύση; Σύμφωνα με τους Abhijit V Banerjee και Esther Duflo, δύο είναι οι λύσεις: Η πρώτη είναι η επένδυση σε προγράμματα στήριξης που θα διευκολύνουν τις αναπτυσσόμενες χώρες στη μετάβαση σε καθαρές και πράσινες τεχνολογίες. Αυτό μπορεί να γίνει μέσα από την κατανομή του πλούτου και τη δημιουργία ενός περιβαλλοντολογικού φόρου που θα χρηματοδοτήσει τα προγράμματα αυτά. Η δεύτερη βρίσκεται στην μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης. Πόσο αποδεκτή, όμως, μπορεί να είναι η λύση αυτή απέναντι σε μια λογική που πιστεύει μόνο στην οικονομική επέκταση; Πόσο αποδεκτή μπορεί να είναι η λύση αυτή απέναντι σε επιχειρήματα που υποστηρίζουν ότι θα επιδράσει αρνητικά στην παγκόσμια ανάπτυξη; Αυτή, όμως, είναι η λάθος ερώτηση, καθώς δεν είναι εύκολο να προσδιορίσουμε τι σημαίνει «ανάπτυξη» όπως και να προσδιορίσουν οι πολιτικοί και οι ειδικοί με ακρίβεια τι συμβάλλει στην ανάπτυξη. Αντ’ αυτού, μήπως θα ήταν προτιμότερο να επενδύσουμε σε πολιτικές που θα σώσουν τον πλανήτη, και με τις πλούσιες χώρες να αναλαμβάνουν το κόστος αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής; Οι ανεπτυγμένες χώρες φέρουν σημαντική ευθύνη και η προστασία του περιβάλλοντος μπορεί να επιτευχθεί με ετήσιο κόστος 1% του παγκοσμίου ΑΕΠ, με ένα συνδυασμό φόρων και κανονισμών που μειώνουν τις εκπομπές στις πλούσιες χώρες και χρηματοδοτούν την πράσινη μετάβαση στις φτωχές χώρες.

Τεχνητή νοημοσύνη και αυτοματοποίηση

Το τέταρτο ζήτημα με το οποίο καταπιάνονται είναι αυτό της τεχνητής νοημοσύνης. Σήμερα, τα ρομπότ μπορούν να μαγειρέψουν μπιφτέκια, να καθαρίσουν τα δάπεδα. Τι σημαίνει όμως αυτό για όσους/όσες εργάζονται σε χειρωνακτικές δουλειές; Κινδυνεύουν να χάσουν τις δουλειές τους; Όχι μόνο δεν μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον, αλλά και η τεχνολογία εξελίσσεται ραγδαία. Δεν αποκλείεται τα ρομπότ, με την ανάπτυξη της τεχνητής  νοημοσύνης, να αναλάβουν πιο εξειδικευμένα καθήκοντα, όπως η τήρηση λογιστικών γραφείων, η έρευνα και η συγγραφή δημοσιογραφικών άρθρων. Επίσης, η χρήση ενός ρομπότ από μια εταιρεία μπορεί να είναι πιο οικονομικά συμφέρουσα από την πρόσληψη ενός ανθρώπου, καθώς οι εργοδότες δεν χρειάζεται να παρέχουν άδειες μητρότητας ή να πληρώνουν φόρους μισθοδοσίας για έναν εργαζόμενο ρομπότ. Στην περίπτωση αυτή μήπως θα ήταν χρήσιμο να επιβληθεί ένας φόρος robot tax, για να αποθαρρυνθούν οι εταιρείες και να επενδύσουν στην εκπαίδευση και κατάρτιση ανθρώπων που διαθέτουν ελάχιστα προσόντα; Η απάντηση είναι δύσκολη. Το σίγουρο είναι ότι όσοι και όσες δεν είναι απόφοιτοι πανεπιστημίου αναπόφευκτα θα αντιμετωπίζουν προβλήματα. Θα ήταν λάθος, όμως, να κατηγορήσουμε μόνο την τεχνολογία για την οικονομική και επαγγελματική ανισότητα που μπορεί να επιφέρει η χρήση των ρομπότ. Μήπως, όπως σωστά αναρωτιούνται οι Abhijit V Banerjee και Esther Duflo, τα ρομπότ αποτελούν έναν βολικό αποδιοπομπαίο τράγο;

Οικονομική ανισότητα

Η οικονομική ανισότητα, το τελευταίο ζήτημα με το οποίο καταπιάνονται οι Abhijit V Banerjee και Esther Duflo, ήταν πρόβλημα πολύ πριν εφευρεθούν τα ρομπότ. Στην πραγματικότητα, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον αντίκτυπο της τεχνητής νοημοσύνης χωρίς να εξετάσουμε λεπτομερώς την αγορά εργασίας και να εξετάσουμε πώς κατανέμεται το εισόδημα στην κοινωνία. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, καθώς οι μισθοί των εργαζομένων χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση έχουν ουσιαστικά καθηλωθεί από το 1980, το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού έφθασε το 2014 να κατέχει το 39% του πλούτου έναντι 22% το 1980. Τι προκάλεσε λοιπόν αυτήν την τεράστια αύξηση της ανισότητας; Η μείωση φόρων που εγκαινίασαν οι Reagan και Thatcher, όπως και η λογική ότι μερικά επαγγέλματα αξίζουν υψηλότερους μισθούς. Αυτή η τεράστια εισοδηματική ανισότητα, όμως, δεν μπορεί να διατηρηθεί. Μόνο μία λύση υπάρχει: φόροι. Σύμφωνα με τις μελέτες, όταν ο φορολογικός συντελεστής των κορυφαίων κερδισμένων 1% είναι 70% υψηλότερος, οι μισθοί κατανέμονται πιο ομοιόμορφα. Χώρες όπως η Γερμανία και η Δανία, οι οποίες διατηρούν υψηλή φορολογία, έχουν μικρότερο χάσμα μεταξύ του υψηλότερου και του μέσου μισθού από τις χώρες που μειώνουν τους φόρους.

Ωστόσο, οι κυβερνήσεις θα χρειαστούν περισσότερους πόρους για να αντιμετωπίσουν την εισοδηματική ανισότητα. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, ένας φόρος 2% επί των περιουσιακών στοιχείων που υπερβαίνει τα 50 εκατομμύρια δολάρια και ένας φόρος 3% επί των περιουσιακών στοιχείων που υπερβαίνουν το ένα δισεκατομμύρια δολάρια θα μπορούσαν να αποφέρουν 2,7 τρισεκατομμύρια δολάρια σε μια δεκαετία. Αυτό το ποσό, όπως πολύ σωστά παρατηρούν οι Abhijit V Banerjee και Esther Duflo, δεν είναι τίποτα για δισεκατομμυριούχους, αλλά μπορεί να κάνει τεράστια διαφορά στη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων, και ειδικότερα αν χρησιμοποιηθούν για να στηρίξουν άνεργους που υποφέρουν από τις επιπτώσεις του παγκοσμίου εμπορίου, της τεχνολογίας, αλλά να χρηματοδοτήσουν και δημόσια προγράμματα όπως η στέγαση και η εκπαίδευση.

Σε πολλές χώρες του κόσμου η ιδέα της πληρωμής περισσότερων φόρων δεν είναι δημοφιλής. Αυτό συμβαίνει επειδή τα επίπεδα εμπιστοσύνης στις κυβερνήσεις είναι χαμηλά. Συχνά θεωρείται ότι τα κυβερνητικά προγράμματα είναι αναποτελεσματικά και οι αξιωματούχοι διεφθαρμένοι. Επίσης, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πιστεύουν ότι τα προγράμματα στήριξης θα αποθαρρύνουν τους «φτωχούς» να εργαστούν. Ο «φόβος» αυτός δεν έχει βάση. Όπως αποδεικνύουν οι Abhijit V Banerjee και Esther Duflo, πειράματα σε 119 χώρες που παρέχουν οικονομική υποστήριξη σε πολύ φτωχές οικογένειες, δείχνουν ότι το επίπεδο διατροφής και υγείας έχει αυξηθεί σημαντικά για τους δικαιούχους. Επίσης, τα άτομα με οικονομική στήριξη δεν σταματούν να εργάζονται. Αντί να τους εμποδίζει να εργαστούν, η οικονομική βοήθεια μπορεί να τους σώσει από το άγχος της ζωής και να τους επιτρέψει να εργαστούν σκληρότερα, να δοκιμάσουν κάτι νέο, με στόχο όχι μόνο να ενισχύσουν το εισόδημά τους αλλά και να επανακατακτήσουν την ταυτότητά τους και την αξιοπρέπειά τους.

Για τους φτωχούς προέχει η βελτίωση της παιδείας, υγείας, δικαιοσύνης και υποδομών, από τον ζήλο για διαρκή οικονομική μεγέθυνση και κατανάλωση. Και υπάρχει η δυνατότητα χρηματοδότησης κοινωνικών πολιτικών που όχι μόνο θα μειώσει την αγανάκτηση όσων βιώνουν τις επιπτώσεις τον σημερινών προβλημάτων και επιτευγμάτων, αλλά θα συμβάλλει και στην αύξηση της εμπιστοσύνης στις κυβερνήσεις και τους θεσμούς που σήμερα δεν απολαμβάνουν. 

Δειτε επισης

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5