Visual Browsing
Σοφία Νικολαΐδου

Σοφία Νικολαΐδου

 Η συγγραφέας του βιβλίου «Χορεύουν οι ελέφαντες»

Μπορείτε να θυμηθείτε τη στιγμή που αποφασίσατε να γίνεται συγγραφέας;

Αν εξαιρέσουμε την παιδική-εφηβική φάση της συγγραφής, που οι περισσότεροι έχουμε περάσει, και την πυρετική τρέλα του γραψίματος, τότε νομίζω ότι η απόφαση πάρθηκε όταν έγραφα το πρώτο μου βιβλίο, την «Ξανθιά Πατημένη». Ήταν μια πολύ ζόρικη περίοδος της ζωής μου. Το γράψιμο με κράτησε, μου πρόσφερε μια διαφορετική όραση του κόσμου. Τότε καταλάβαινα ότι η συγγραφή ήρθε για να μείνει. Δεν ήταν εφηβική τρέλα, ήταν ο τρόπος μου να ζω τη ζωή μου.

Υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες για να γράψει κάποιος;

Υποθέτω πως ναι. Πάντα ζήλευα τους συγγραφείς που είχαν το γράψιμο ως αποκλειστική απασχόληση. Όταν η μέρα σου δεν έχει περισπασμούς, η μηχανή της συγγραφής παίρνει τη φόρα της. Από την άλλη, οι περισπασμοί είναι βαθύ και ουσιαστικό μέρος της ζωής. Ίσως με συμφέρει αυτό που θα πω, γιατί καθένας κάνει τα πικρά γλυκά για να συμφιλιωθεί με όσα τον ζορίζουν, όμως πώς γίνεται να γράψει μυθιστόρημα κάποιος που δεν έχει πάει ποτέ σε σούπερ μάρκετ, δεν έχει στηθεί σε ουρά για να πληρώσει λογαριασμό, δεν έχει νιώσει το χνώτο του εργοδότη στο σβέρκο του, δεν έχει διανυκτερεύσει σε νοσοκομείο; Οπότε, όλα αυτά που φαντάζουν εμπόδια και καθημερινές μέριμνες μας χαρίζουν, με τον τρόπο τους, τις εμπειρίες, τις κεραίες και τη γείωση στην καθημερινότητα, που είναι απαραίτητα στη λογοτεχνία.

Σχετικα
Προδημοσίευση: «Τέσσερις άνεμοι» της Κριστίν Χάνα
Προδημοσίευση: «Τέσσερις άνεμοι» της Κριστίν Χάνα

Χρησιμοποιείτε το γράψιμο ως πρόφαση για να αφήσετε απλήρωτους λογαριασμούς ή άλλες εκκρεμότητες;

Όχι. Είμαι ψυχαναγκαστικός άνθρωπος. Τρώγομαι, μέχρι να τελειώσει μια δουλειά. Οι εκκρεμότητες μου τρυπάνε τον εγκέφαλο.

Υπάρχουν καθημερινά εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν για να μπορέσει κάποιος να γράψει;

Σχετικα
«Super-Cannes» του J. G. Ballard: Αμόκ στην Κυανή Ακτή
«Super-Cannes» του J. G. Ballard: Αμόκ στην Κυανή Ακτή

Φυσικά. Το να κάθεται κανείς εντοιχισμένος στο γραφείο του και να γράφει, τη στιγμή που θα μπορούσε να βγει βόλτα στη λιακάδα, να χαζέψει, να παίξει με το παιδί του, να σαχλαμαρίσει με τους φίλους του και χίλια άλλα, δεν είναι και η πιο φυσιολογική κατάσταση. Ιδίως όταν κάποιος έχει βιοποριστική απασχόληση (και οι περισσότεροι συγγραφείς έχουν). Δεν επιστρέφεις σπίτι, πατάς το κουμπί, αλλάζεις εγκέφαλο και αλυσοδένεις τη μούσα. Οπότε, ναι, υπάρχουν εμπόδια. Από τις πρακτικές μέριμνες του σπιτιού ως τις βιοποριστικές μέριμνες που σε γονατίζουν, τους δικούς σου ανθρώπους που απαιτούν χρόνο, μυαλό και αγκαλιά (και καλά κάνουν) ως τη φυσική κόπωση ή ό,τι άλλο. Οπότε, δε δουλεύω με συγκεκριμένο και αυστηρό καθημερινό πρόγραμμα, όπως θα ήθελα. Δουλεύω με την τακτική του «συγγραφικού αντάρτικου». Βρίσκω μέσα στη μέρα το χρόνο να ασχοληθώ με τη συγγραφή: να γράψω, να διαβάσω, να κοιτάξω το ταβάνι και να σκεφτώ την πλοκή ή τους ήρωες. Ημερήσιος ή νυχτερινός, ο χρόνος αυτός μένει καλά προφυλαγμένος από την τύρβη της μέρας. Δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Όταν τον χάνω, γίνομαι νευρική και κακότροπη.

Για ποιους λόγους επιτρέπετε στον εαυτό σας να διακόψει το γράψιμο;

Διακόπτω το γράψιμο, όταν μπουχτίζω. Όταν καταλαβαίνω ότι δεν μπορώ να γράψω άλλο ή όταν μένω κολλημένη μπροστά στη λευκή σελίδα. Τότε σηκώνομαι και φέρνω βόλτα το σπίτι, ανοίγω το ψυγείο, σαχλαμαρίζω στο ίντερνετ. Βγαίνω έξω.

Ποιο είναι το πιο περίεργο πράγμα που σας έχει συμβεί ενόσω κάνατε έρευνα για τη συγγραφή ενός βιβλίου;

Κάτι που δηλώνει το πώς έρευνα και αναβράζουσα εμπειρία συμπλέκονται σε βαθμό που δύσκολα ξεχωρίζεις το ένα από το άλλο είναι το εξής: στην παρουσίαση του τελευταίου μου βιβλίου στη Θεσσαλονίκη, το οποίο αφορούσε στο ένα του αφηγηματικό νήμα την υπόθεση Πολκ (το πρώτο θύμα του ψυχρού πολέμου στην Ελλάδα), ήρθαν και παρακολούθησαν την εκδήλωση συγγενείς του Στακτόπουλου (του ανθρώπου που αδίκως κατηγορήθηκε και φυλακίστηκε για την υπόθεση, προκειμένου να πάψει αυτή να απασχολεί τα διεθνή μέσα που διέσυραν τη χώρα). Μία ανιψιά, αν δεν κάνω λάθος, έφερε και μου έδειξε τον ξύλινο δίσκο που φιλοτέχνησε ο θείος της στη φυλακή και τη φωτογραφία του μικρού Στακτόπουλου στα γόνατα της Τραπεζούντιας μάνας του. Μου σηκώθηκε η πέτσα. Ήμουν απολύτως σίγουρη πως η Τραπεζούντια μάνα του ήρωά μου υπήρξε δική μου επινόηση: είχα μια Τραπεζούντια γιαγιά, με ενδιέφερε τεραστίως να περάσω την εικόνα και, κυρίως, το λόγο της, όπως τον είχα στα αυτιά μου, στο βιβλίο. Προφανώς είχα διαβάσει τα σχετικά με το θέμα και λειτούργησαν ως κρυπτομνησία. Το διάβασμα χωνεύτηκε με το βίωμα – δεν ήταν εύκολο να ξεχωρίσω τι ήταν αυτό που έδωσε το πρώτο συγγραφικό καύσιμο, για να γραφεί η σκηνή.

Γράφετε κάθε μέρα ή περιμένετε να σας έρθει η έμπνευση;

Προσπαθώ να ασχολούμαι κάθε μέρα με τη συγγραφή: αυτό δεν είναι απαραίτητα γράψιμο. Μπορεί να είναι διάβασμα, μελέτη πηγών ή απλή ταβανοθεραπεία. Δεν ξέρετε πόσες ιδέες μπορεί να σας επισκεφθούν αν μείνετε για λίγο ακίνητη στο κρεβάτι σας ή ακούσετε με προσοχή αυτά που έχουν να σας πουν οι άλλοι. Ο συγγραφέας είναι ωτακουστής: σημειώνει αδέσποτες φράσεις. Είναι κλέφτης: κλέβει εικόνες, εμπειρίες, σκηνές. Η έμπνευση είναι ένα ωραίο παραμύθι που φτιάχτηκε για να εξηγήσει τον πυρετό του μυαλού, αυτή τη σωματική ετοιμότητα και την υπερένταση στην οποία βρίσκεται κάποιος, όταν τον επισκέπτονται οι ιδέες. Όμως οι πεζογράφοι το ξέρουν καλά: το γράψιμο έρχεται γράφοντας. Ένα μυθιστόρημα δε γράφεται με τις τρεις στιγμές μέσα στη χρονιά που θα σε αρπάξει αυτή η ακαθόριστη διάθεση για γράψιμο και θα σε σβαρνίσει κάτω. Το μυθιστόρημα θέλει χρόνο και αφιέρωση. Θέλει κλειστή πόρτα.

Πώς βρίσκετε τα ονόματα των πρωταγωνιστών σας;

Δεν ξέρω. Κάποιες φορές οι ήρωες εμφανίζονται με το όνομά τους. Ας πούμε ο Μηνάς, στο τελευταίο μυθιστόρημα, το «Χορεύουν οι ελέφαντες». Είχε μπαστακωθεί στο δωμάτιό μου κραδαίνοντας τη φράση: «Με λένε Μηνά και δε θέλω να περάσω στο Πανεπιστήμιο». Ε, κάποια στιγμή κατάλαβα ότι ζητούσε επειγόντως να γίνει ιστορία. Άλλες φορές προκύπτει ένα λεκτικό παιχνίδι: ο Στακτόπουλος της Ιστορίας έγινε Γκρης του μυθιστορήματος (κρατά το χρώμα και παίζει με τον ήχο της λέξης Greece, όπως μου επεσήμανε μια αναγνώστρια:). Άλλες φορές ένα όνομα έρχεται και κολλάει πάνω σ’ ένα πρόσωπο έτσι, χωρίς φανερό λόγο.

Διορθώνετε και σβήνετε συχνά όταν γράφετε;

Σε βαθμό κακουργήματος. Κάνω πολλές επάλληλες γραφές, αλλάζω τη δομή, τη φωνή των ηρώων, τις φράσεις. Πιστεύω ότι το σβήσιμο είναι συγγραφική πράξη – και δηλώνει συγγραφική γενναιότητα. Θέλει κότσια να σβήσεις τις λέξεις που κόπιασες να γράψεις. Μπορεί να είναι ωραίες, αλλά να μη λειτουργούν στο κείμενο. Ή να είναι αχρείαστες. Ή, το χειρότερο, να χαλούν το σύνολο. Κι εδώ χρειάζεται ο επιμελητής. Αυτός που θα σου πει με ειλικρίνεια τι πρέπει να κοπεί και να πεταχτεί, τι πρέπει ν’ αλλάξει. Η Ελένη Μπούρα, η επιμελήτριά μου, έχει λεπίδι στο μάτι. Μαλώνουμε, ξεμαλώνουμε, συζητάμε, καταλήγουμε. Χρειάζεται ένα κρύο επαγγελματικό βλέμμα, για να σου πει κανείς αυτό που ήδη ξέρεις και προσπαθείς να το κρύψεις κάτω απ΄το χαλάκι.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος συγγραφικός φόβος;

Ότι δε θα ξαναγράψω.

n


* Το τελευταίο βιβλίο της Σοφίας Νικολαΐδου «Χορεύουν οι ελέφαντες» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο

Δειτε επισης

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5