Visual Browsing
Σκότωσε ό,τι αγαπάς
ΤΕΥΧΟΣ 276

Σκότωσε ό,τι αγαπάς

Ήταν κάτι που θα συνέβαινε αργά ή γρήγορα. Ένα βιβλίο-σενάριο από ένα συγγραφέα που αγαπά τον κινηματογράφο. Πολύ. Ήρωάς του ένας μεσήλικας σκηνοθέτης σε κρίση που διαβάζει στους φίλους του το τελευταίο του αυτοβιογραφικό σενάριο με το οποίο ελπίζει να επιστρέψει στο χώρο του ποιοτικού σινεμά. Στην επιστροφή, κάποιο ατύχημα τον παγιδεύει σε ένα απομονωμένο σπίτι όπου ένα μαγικό γυναικείο βλέμμα, μαζί με την εξοντωτική κριτική ενός παράξενου γιατρού, τον οδηγούν σε μια νέα πραγματικότητα όπου όλα ανατρέπονται. Αναφορές στην ποπ αλλά και στην υψηλή τέχνη, παιγνιώδης αφήγηση που παραπέμπει σε κινηματογραφικούς ρυθμούς και μια εσωτερική περιπλάνηση (πολύ) υψηλού ρίσκου.

Υπάρχουν ιστορίες που δεν έχουν ειπωθεί ακόμη;

Κάθε ιστορία είναι διαφορετική. Αλλά και καθεμιά πατάει σε ένα αρχέτυπο. Έτσι πάντοτε θα υπάρχουν μυριάδες ιστορίες να ειπωθούν, οι οποίες ωστόσο αρδεύουν από κοινές πηγές. Εξάλλου κάθε ανθρώπινη ιστορία είναι μια ιστορία άξια να αφηγηθεί.

Γιατί επέλεξες το χώρο του κινηματογράφου για το νέο σου βιβλίο;

Σχετικα
«Αυτή θα ήταν η χρονιά του Κρεμμυδά!»
«Αυτή θα ήταν η χρονιά του Κρεμμυδά!»

Ίσως γιατί αν δεν ήμουν συγγραφέας θα ήθελα να ήμουν σκηνοθέτης.

Aν γύριζες ταινίες τι είδος θα ήταν;

Άρτχαους.

Σχετικα
Σοφία Λαμπροπούλου: Για να γκρεμίσεις πρέπει να ξέρεις να χτίζεις
Σοφία Λαμπροπούλου: Για να γκρεμίσεις πρέπει να ξέρεις να χτίζεις

Πώς θα έβλεπες το βιβλίο σου αυτό να γίνεται ταινία;

Φτηνή παραγωγή, ψηφιακή κάμερα, πολλές πρόβες και αυτοσχεδιασμοί.

Ποιοι είναι οι 2-3 μουσικοί, κινηματογραφιστές και συγγραφείς που συνεχίζουν να σε γοητεύουν μέχρι σήμερα;

Από ζώντες τους οποίους «γνώρισα» πιο μικρός: ο Ντίλαν, ο Νικ Κέιβ, ο Μίκαελ Χάνεκε, ο Κιμ Κι Ντουκ, ο Πολ Όστερ, ο Κουτσί.

“Κill your darlings”. Το είπε ο Φόκνερ. Τελικά εκείνα που αγαπά κάνεις πρέπει να τα σκοτώνει, να τα βασανίζει ή να τα ανασταίνει;

Ο Φόκνερ μιλούσε για τη λογοτεχνία, και εννοούσε ότι ο συγγραφέας πρέπει να ξεφορτώνεται εκείνα τα στοιχεία τα οποία, όσο και να τα αγαπά, όσο κι αν αυτοτελώς του αρέσουν, δεν προσθέτουν κάτι στο όλον, αντιθέτως το αδυνατίζουν, διασπούν τη συνοχή του. Η ζωή ωστόσο δεν είναι μια «κατασκευή» όπως το μυθιστόρημα. Εκεί, όσα αγαπά κανείς οφείλει να τα φροντίζει και να τα καλλιεργεί.

Ποιος από τους ήρωες των προηγούμενων βιβλίων σου παραμένει καλός σου φίλος και από ποιον έχεις ξεκόψει;

Δεν με πολυεπισκέπτονται οι «παλαιότεροι» ήρωες. Έχουν βρει το δρόμο τους και κάνουν παρέα με άλλους. Κάθε φορά ο «καλύτερός μου φίλος» είναι ο τρέχων ήρωας.

Δυσκολεύεις πολύ τη ζωή του σκηνοθέτη-ήρωά σου. Ποια είναι η βαθύτερη αλήθεια του βιβλίου;

Είναι ένα «παιγνιώδες» βιβλίο, που εκτυλίσσεται σε μια ειδική συνθήκη. Μέσα από μια αφήγηση που δεν είναι πάντοτε εκείνη που φαίνεται, μιλάει -με «λοξό» τρόπο- για την αλήθεια μας, που όταν είναι τραυματική προσπαθούμε να την καλύψουμε με διάφορες στρώσεις άλλων «αφηγήσεων», ώστε να νιώθουμε προστατευμένοι. Στη ρίζα του βρίσκεται η δυσκολία που έχουμε να ξεφλουδίσουμε, να απεκδυθούμε τις βολικές αυτές αφηγήσεις-μανδύες με τις οποίες έχουμε τυλίξει τον πυρήνα της ύπαρξής μας. Φορέας όλων αυτών ο Άρης Μανιάτης, ο σκηνοθέτης-ήρωας του βιβλίου.

Γράφεις για τα επεισόδια του ’81 στην Αθήνα. Πώς βλέπεις τώρα την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί με την αστυνόμευση στα Εξάρχεια και τα γεγονότα του Δεκεμβρίου;

Ουσιαστική παρέμβαση στο θέμα σημαίνει κατανόησή του πρώτα. Κάτι που εδώ και δέκα μήνες δεν έχει γίνει. Και οπωσδήποτε, όχι πρόκληση. Όχι στολή, όχι καταστολή, αλλά άνθρωποι που θα μιλήσουν με ανθρώπους.

Πόσα έχουν αλλάξει στην Αθήνα από τη δεκαετία του ’80;

Πολλά, από μια άναρχη μεγαλούπολη της Νότιας Ευρώπης έχει μετατραπεί σε μια πολυπολιτισμική μητρόπολη, αν και ακόμη είναι σ’ ένα σταυροδρόμι ανάπτυξης. Από την άλλη, έχει γίνει πιο «προβλέψιμη»…

Τι σε συναρπάζει σήμερα στην Αθήνα;Η πολυσυλλεκτικότητα, η πολυπολιτισμικότητα και η εγγενής αντίφασή της.

Πιστεύεις πως η Ελλάδα χρειάζεται αυτή τη στιγμή έναν εξαφανιζόμενο διαμεσολαβητή για μια ουσιαστική μετάβαση, όπως ο ήρωας στο βιβλίο σου;

Ο εξαφανιζόμενος διαμεσολαβητής είναι μια συνθήκη, ένα κόνσεπτ, ένα πρόσωπο το οποίο μεσολαβεί ανάμεσα σε δύο αντιθετικές ιδέες κατά τη διάρκεια της μετάβασης από τη μία στην άλλη, o όποιος, όταν πια δεν είναι αναγκαίος, εξαφανίζεται. Μια τέτοια συνθήκη  δύσκολα θα λειτουργούσε στη χώρα μας, γιατί η διαμεσολάβηση στην πατρίδα μας είναι συνήθως ναρκισσιστικού χαρακτήρα και όχι μια πράξη ανιδιοτελούς εκχώρησης. Οι «διαμεσολαβητές» εδώ όχι μόνο δεν εξαφανίζονται, αλλά παγιώνονται.

Έχεις εξαντλήσει όλες σου τις δυνατότητες, όπως θα έλεγε κι ο Σάλιντζερ;

Όχι φυσικά, κι ελπίζω να αργήσω.

Αιώνια επιστροφή ή αιώνια νοσταλγία;

Αιώνιο ταξίδι.

Ποιο ταξίδι έχει μείνει περισσότερο στη μνήμη σου;

Τα δυο ταξίδια μου στην Αμερική, το 2004 και το 2008.

Ποια είναι η πιο μακρινή σου ανάμνηση;Ένα παρ’ ολίγον μοιραίο ατύχημα στο Λαγονήσι στα 3 μου. Γρατζουνιές τελικά, αλλά και στιγμιαία εικόνα τέλους.

Ποιο βιβλίο θα διάλεγες να αποστηθίζεις σε ένα σκηνικό Φαρενάιτ 451;

Τον «Οδυσσέα» του Τζόις, παρά την έκταση.

Φύση ή άστυ;

Μισό μισό.

Όνειρο ή πραγματικότητα;

Το όνειρο πιο πραγματικό από την πραγματικότητα και η πραγματικότητα πιο ονειρική από το όνειρο.

Αφαίρεση ή απόλυτη αφαίρεση;

Αφαίρεση που θα επιτρέπει στο τελικό «σώμα» να αναπνέει, να ζει, να αισθάνεται.

 

Δειτε επισης

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5