1821 Digital Gallery
Ό,τι απομένει είναι μέλλον;
ΤΕΥΧΟΣ 303

Ό,τι απομένει είναι μέλλον;

H δίκαιη εκλογίκευση που επιχειρούν τα μητρώα επιχορηγούμενων είναι μάλλον ό,τι καλύτερο έχουμε να ελπίσουμε

Σήμερα η Ελλάδα είναι μια χώρα στοιχειωμένη. Στην ελληνική κοινωνία, όπου ακόμη και η ψηφιακή υπερδικτύωση λειτούργησε σαν μπότοξ, η «κοινότητα» έγινε το πιο σύντομο ανέκδοτο, ή ακόμη χειρότερα συνεθλίβη κάτω από τις υπεραπλουστεύσεις της πολιτικής περί «νέων συλλογικοτήτων». Οι Έλληνες έγιναν εντυπωσιακά, απλά, απρεπείς. 

Η ευκολία με την οποία λεηλατήθηκε η δημόσια περιουσία και ο κοινός νους είναι, όπως φαίνεται, ανάλογη με την ταχύτητα με την οποία το σύστημα μετατρέπει σήμερα την αδυναμία του σε μεταμέλεια. Μέσα στη γενικότερη αναμπουμπούλα χύνονται τώρα κροκοδείλια, σέρνονται σαν τους ιούς αχώνευτες επικλήσεις για δράση και αισιοδοξία, και μπερδεύουμε για άλλη μια φορά την κατανόηση με την κατανάλωση, την επικοινωνία με τη μετάδοση, την απάντηση με την ηχώ. 

Η προσφυγή του Τύπου στους Έλληνες διανοούμενους για ένα σχόλιο, δίκην επικηδείου, στις ημέρες που ενέσκηψε τελικά η κρίση, είναι έξοχο παράδειγμα μαύρου χιούμορ. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι από τις ανθολογήσεις του είδους λείπουν συνήθως οι εικαστικοί (μάλλον ως έχοντες μικρότερο κοινό;). Οι άνθρωποι της τέχνης, μαθημένοι ως επί το πλείστον στα λίγα, όντας σε διαρκή κρίση, αποτελώντας ταυτόχρονα πολιτική προτεραιότητα (!), βρίσκονται σε αμηχανία, εκτός από α-πορία, και στις καλύτερες περιπτώσεις αναπτύσσουν και τις απαραίτητες άμυνες: «Αυτός ο Οργανισμός θεωρεί αξιωματικό το γεγονός ότι η καλή τέχνη περιφρονεί τη δημοκρατία στο ίδιο ποσοστό που η κακή δημοκρατία επιθυμεί σφοδρά την τέχνη» έγραφε πρόσφατα, με σαρδόνιο ύφος, στο «Μανιφέστο για την Τέχνη και τη Δημοκρατία» ο συνιδρυτής της ΙΝS συγγραφέας Τομ Μακάρθι (Tom McCarthy).  

Ο Πολ Τσαν (Paul Chan), ένας από τους πιο ουσιαστικά πολιτικούς καλλιτέχνες της εποχής μας, ο οποίος συμμετέχει ενεργά στην αναγέννηση της ρημαγμένης από τον τυφώνα Νέας Ορλεάνης, σε ένα πρόσφατο κείμενό του για το διαδικτυακό περιοδικό “e-flux”, εξηγεί τον τρόπο που οι κοινότητες της ρημαγμένης πόλης αντέδρασαν σε πραγματικό χώρο και χρόνο, διαμορφώνοντας νέες, ανήκουστες μορφές συνύπαρξης, επιλέγοντας το ρίσκο να διακόψουν το φαινομενικά εντροπικό ρεύμα των πραγμάτων. Η κοινή παρουσία μιας αληθινής κοινότητας εξέφρασε εκεί αυτό που η πραγματική κοινωνία θα έπρεπε να είναι. Ζώντας την επαύριο της καταστροφής, οι 14 καλλιτέχνες της ομάδας «Το Μέτωπο» (The Front) αποφάσισαν να χτίσουν ένα καταφύγιο γι’ αυτό που ήθελαν να φτιάξουν και να δουν. Στο μέσον ενός αστικού τοπίου, χωρίς τις στοιχειώδεις ανέσεις, ήθελαν τέχνη. «Αυτό είναι το έργο» εξηγεί ο Τσαν. «Απλό αρκετά. Αλλά αυτό που κινεί αυτό το έργο και συγκροτεί την καρδιά μιας κολλεκτίβας σαν αυτή δεν είναι ούτε απλό, ούτε ικανό να ενημερώσει κάποιον για κάτι συγκεκριμένα. Γιατί ό,τι κάνει την τέχνη τέχνη είναι ακριβώς ο τρόπος που ενσαρκώνει μια ασυνήθιστη έλλειψη στόχευσης. Η τέχνη φέρει την υπογραφή του αναπόδραστα μοναδικού, του απόλυτα και επιτακτικά ατελούς. Χωρίς την υπογραφή αυτή να δηλώνει τη γνησιότητα της παρουσίας της, η τέχνη είναι απλά εικονογράφηση, είδος πολυτέλειας, προπαγάνδα, φορολογικό ελαφρυντικό, επένδυση, θέαμα, γεγονός, διακόσμηση, όπλο, φετίχ, καθρέφτης, κομμάτι ιδιοκτησίας, στοχασμός, εργαλείο, κριτική, συμπλήρωμα, φάρμακο, καμπάνια, επέμβαση, εορτασμός, επιμνημόσυνο, συζήτηση, σχολείο, δικαιολογία, απασχόληση, θεραπεία... Με αυτή την υπογραφή η τέχνη δεν είναι τίποτα από αυτά. Και περισσότερο». 

Σχετικα
Γυναικεία υπόθεση και τα βραβεία στην 59η Μπιενάλε της Βενετίας
Γυναικεία υπόθεση και τα βραβεία στην 59η Μπιενάλε της Βενετίας

Η τέχνη, την οποία η ελληνική πολιτεία αλλά και η ελληνική κοινωνία αντιμετώπισε συστηματικά ως διαχειριστικό πρόβλημα ή ιδεολογικό πρόσχημα και διαφημιστικό στρατήγημα, έχει στις καλύτερες στιγμές της προβλέψει τις κρίσεις και υπαινιχθεί τις θεραπείες: εκ φύσεως άλλωστε εμπεριέχει και το φαρμάκι και το φάρμακο και κατανοεί, καλοσωρίζει, το αναγκαίο αυτής της συνύπαρξης. Η συλλογή και περίθαλψη του θραύσματος από τον Πικιώνη, η αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής του Πεντζίκη, η αγωνία για τη διάσωση του Προσώπου στο έργο της Σούλου, η λογική επεξεργασία του διαισθητικού και ακανόνιστου από τον Ιάννη Ξενάκη, η ωμή παραμυθία του Τότσικα, το μαύρο χιούμορ στον τρόπο που συμφιλιώνει τα αντικείμενα ο Χριστοδουλίδης, ο καμουφλαρισμένος, ο ντροπαλός ανθρωπισμός στη βίαιη ζωγραφική του Καρούκ και του Φαϊτάκη, η συγγραφική αποκοτιά του Νάνου Βαλαωρίτη, το σύγχρονο λαϊκό θέαμα που κυκλοφορούν με ένα Velvet λεωφορείο σε όλη την Ελλάδα οι απτόητοι, ευρηματικοί The Callas, και αρκετά ακόμη, είναι πράγματα για τα οποία ντρέπεται κανείς να μιλήσει. Γιατί δεν είναι στιγμιαίες συνταγές ευζωίας ή σωτηρίας, και απαιτούν χρόνο και κόπο και δέσμευση και μια αναγκαία, δημιουργική μελαγχολία που η σύγχρονη Ελλάδα έκαψε ολοσχερώς στο συντονισμό της με το mainstream και το alternative διαδοχικά. Όσο γινόταν το κακό οι άνθρωποι της τέχνης, τουλάχιστον όσοι συνδέονται με τους θεσμούς και την πολιτική της, ακόμη και όσοι διακρίθηκαν με νέες πρωτοβουλίες, ασχολήθηκαν ζηλότυπα μετά του οίκου τους κι έτσι έγινε πολύ δύσκολο να πείσουν, τώρα που είναι κρίσιμο, ότι ο οίκος αυτός είναι κάτι περισσότερο από το κτήμα τους. Αυτοί που θα κάνουν εκ των έσω τις συνθέσεις (πέραν του διαδικτύου, εννοώ, και εκτός των αφελών δημοσιογραφικών επικλήσεων περί πολιτικής τέχνης) δυστυχώς απουσιάζουν, πιθανώς σωπαίνουν ή ίσως δεν υπάρχουν, οπότε η δίκαιη εκλογίκευση που επιχειρούν τα μητρώα επιχορηγούμενων είναι μάλλον ό,τι καλύτερο έχουμε να ελπίσουμε και ό,τι προφανώς μας αξίζει. 

Ίσως η πραγματική βοήθεια έρθει από μια άλλη σκέψη, αλλού, και την αναλογία της με όσα λησμονήθηκαν εδώ. Όπως παρατήρησε ο McCarthy στο “Manifesto Marathon”, το «Μελλοντολογικό Συνέδριο» του maverick επιμελητή Hans Ulrich Obrist, «τα πράγματα που δεν λειτουργούν πια εμπεριέχουν ένα καταπληκτικό ενδεχόμενο».

Oι επιμελητές και το κουράγιο

Σχετικα
Γεγονός η πιο ακριβή δημοπρασία έργων τέχνης στην ιστορία λόγω...διαζυγίου
Γεγονός η πιο ακριβή δημοπρασία έργων τέχνης στην ιστορία λόγω...διαζυγίου

Την εβδομάδα που πέρασε, οργανώθηκε στην Αθήνα, σε συνεργασία με την Μπιενάλε της Αθήνας, το Συμπόσιο με τίτλο “Courage!” στα πλαίσια του ετήσιου συνεδρίου της ΙΚΤ, της Διεθνούς Ένωσης Επιμελητών Σύγχρονης Τέχνης. Η ΙΚΤ επιδιώκει με τη σύσταση και λειτουργία της να καλύψει την ανάγκη συνεργειών ανάμεσα σε ανεξάρτητους και μη επιμελητές της τέχνης, προκειμένου να μεγιστοποιείται το όφελος από την κάθε ιδέα και το κάθε πρόγραμμα, και να διερύνεται το δίκτυο ευκαιριών για τους καλλιτέχνες και τους θεωρητικούς της τέχνης.

Η έννοια του «κουράγιου», διαφορετική ακόμη και ανάμεσα σε γλώσσες αλλά και σε γνωστικούς κλάδους, συζητήθηκε εκτενώς από τους συνέδρους, ενώ δεν έλλειψαν και παρεμβάσεις από ελληνικής πλευράς που αποκάλυψαν με τη συναισθηματική τους ένταση την αμηχανία και την απορία για την οποία γίνεται λόγος παραπάνω. Αξιομνημόνευτη ήταν η εισήγηση του Σαράτ Μαχαράζ (Sarat Maharaj), καθηγητή Εικαστικών Τεχνών και Γνωσιακών Συστημάτων στο Πανεπιστήμιο του Λαντ και την Ακαδημία Καλών Τεχνών του Μάλμο στη Σουηδία και επιμελητή συνδεδεμένου με διεθνείς διοργανώσεις με έντονο πολιτικό χαρακτήρα, όπως η Documenta 11. Με έναν ιδιαίτερα αβίαστο και γοητευτικό τρόπο που έμοιαζε με «τελετουργία σερβιρίσματος τσαγιού», όπως εύστοχα παρατήρησε δίπλα μου νέος εικαστικός, ο Μαχαράζ μοιράστηκε μαζί μας την απόλαυση της υποκίνησης πέντε ερωτήσεων γύρω από το κουράγιο της ανεξάρτητης σκέψης, της εφαρμογής μιας αντιπολιτικής προσέγγισης απέναντι στον πολιτικαντισμό (antipolitics vs politicking) και το νεφέλωμα της «βρόμικης κοσμοπολιτικοποίησης». Σε έναν Υπερδημιουργικό κόσμο, όπου και η απλή κατανάλωση τροφής, η βόλτα στην πόλη, η συντροφιά γίνονται πια αντιληπτά ως ύψιστες εκφράσεις δημιουργικότητας, επιμελημένες από τον καθένα μας με τη βοήθεια των φιλοδωρημάτων πληροφορίας που διακινούν τα δίκτυα, όλοι είμαστε curators των εμπειριών μας και οι ιδέες έχουν γίνει το νέο καύσιμο αυτού που ανενδοίαστα πια αποκαλούμε «Δημιουργική Βιομηχανία» (creative industries). 

Σε μια τέτοια συνθήκη η καλλιτεχνική πρακτική και σκέψη δεν μπορεί παρά να γίνει ακόμη πιο ριζοσπαστική. Να βυθιστεί στο άγνωστο χωρίς «πρωτόκολα έρευνας». Να αναπτυχθεί ως ανεξάρτητη μορφή γνώσης που δεν χρειάζεται να δανειστεί από τη φιλοσοφία, την πολιτική και την επιστήμη για να δομήσει το λόγο της, αλλά να επανεφεύρει τον εαυτό της μέσα από τις ιδέες και τις καταστάσεις. Να συγκροτήσει, παρα-γνώσεις, ειδίκευση χωρίς ειδικούς, και να υπεραμυνθεί της έννοιας της ατελούς, μη τελεσίδικης εμπειρίας και μιας δημιουργικής προσέγγισης - λοξοδρόμησης (detournement) από τα ετοιμοπαράδοτα συστήματα γνώσης. «Έχουμε το θάρρος να αντιμετωπίσουμε την καλλιτεχνική πρακτική σαν μια άγραφη κατάσταση, όπου όλα μπορούν να συμβούν;» αναρωτήθηκε ο Sarat Maharaj. Τα εικαστικά, χάρη στην αδυναμία τους να ομολογήσουν ένα σφιχτό μεθοδολογικό δόγμα, έχουν τώρα το πλεονέκτημα του πειραματισμού, ισχυρίστηκε. Ας ξανασκεφτούμε, στις παρούσες συνθήκες, τον περίφημο αφορισμό-ερώτηση του Marcel Duchamp «πώς να φτιάξουμε ένα έργο τέχνης που δεν είναι έργο τέχνης;»... 

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5