Visual Browsing
Εσείς ξέρετε τι είναι ο «αντεγαμηστήρας»;

Εσείς ξέρετε τι είναι ο «αντεγαμηστήρας»;

24 άγνωστες λέξεις από το σουρεαλιστικό Κομπ-λεξικό και μία συζήτηση με τον Αχιλλέα ΙΙΙ
John D. Carnessiotis

«Κομπλεξικό»: ένα λεξικό έξυπνο και κοφτερό. Μία έκδοση γεμάτη αναφορές και σουρεαλιστικό χιούμορ. Λέξεις κατασκευασμένες από τον Αχιλλέα ΙΙΙ που ικανοποιούν απολαυστικά και συμπυκνώνουν σε μία λέξη αυτό που πολλές φορές θέλεις να πεις περιφραστικά. Χιούμορ, οξυδέρκεια, σάτιρα και νέες λέξεις που πραγματικά, πολλές από αυτές, θα μπορούσαν άνετα να μπουν στην καθημερινή μας ομιλία.

Πριν μας περιγράψει ο ίδιος ο Αχιλλέας ΙΙΙ τις λεπτομέρειες για το «Κομπλεξικό» του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Συρτάρταρα, μία ενδεικτική καταγραφή 24 λέξεων μέσα από τις σελίδες του:

Α. αντεγαμηστήρας: Ηλεκτρική συσκευή που αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμη ολόκληρο το χρόνο.

Β. βερμουουουούδα: Κοντό και φαρδύ παντελόνι που φτάνει μέχρι το γόνατο και είναι γεμάτο με στάμπες από αγελάδες.

Σχετικα
Athens Voices 723
Athens Voices 723

Γ. γατουάζ: Τατουάζ το οποίο απεικονίζει μία ή περισσότερες γάτες, που ο/η κάτοχος θεώρησε ότι είναι καλή ιδέα να κουβαλάει στο σώμα του για το υπόλοιπο της ζωής του.

Δ. δυσαρμόνικα: Μουσικό όργανο τσέπης που παρέχει στον κάτοχό του τη δυνατότητα να καταστρέφει ανά πάσα στιγμή τη γαλήνη όλων όσοι έχουν την ατυχία να βρεθούν κοντά του.

Ε. εαυτούλι: Συνθετικό διάφανο περιτύλιγμα κουφέτων που προσφέρονται στον γάμο δύο πολύ μεγάλων εγωιστών.

Σχετικα
Ελένη Πριοβόλου: «Νιώθω αυτάρκης μέσα στη λογοτεχνία»
Ελένη Πριοβόλου: «Νιώθω αυτάρκης μέσα στη λογοτεχνία»

Ζ. ζαμανφαφούτη: Αυτός που δεν ασχολείται με την επιδιόρθωση της κατεστραμμένης του οδοντοστοιχίας, καθώς δεν τον ενδιαφέρει αν θα τρέφεται αποκλειστικά με σούπες και μαλακές τροφές.

Η. ηγεμονόπανο: Κομμάτι υφάσματος στο οποίο εμφανίζεται το σύμβολο της εξουσίας ενός ηγέτη μοναρχικού καθεστώτος. Αποκαλείται και σημαία.

Θ. θορυβόδι: Μεγαλόσωμο άτομο που ενοχλεί τους γύρω του μιλώντας σε υψηλή ένταση ή παράγοντας διαφόρων ειδών εκνευριστικούς ήχους.

Ι. Ικαριόλα: Άπιστη, ανήθικη γυναίκα με καταγωγή από το νησί του Αιγαίου με το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα.

Κ. κακομίρορμπολ: Γυάλινη σφαίρα η οποία κρέμεται από την οροφή κέντρου διασκεδάσεως και αντανακλά στα καθρεφτάκια που καλύπτουν την επιφάνειά της τη μιζέρια όλων όσοι βρίσκονται κάτω από αυτή, όση ώρα οι ίδιοι προσπαθούν να πείσουν τους εαυτούς τους ότι διασκεδάζουν χορεύοντας στην πίστα.

Λ. λυπητερόκ: Μουσικό ιδίωμα που χαρακτηρίζεται από χιλιοπαιγμένα ακόρντα και στίχους οι οποίοι, αν και προσπαθούν να δείχνουν θλιμμένοι, στην πραγματικότητα είναι απλώς θλιβεροί. Οι λυπητεροκιές απευθύνονται στο μαζικό υποσυνείδητο και η ακρόασή τους προκαλεί ημιαυτόματη έκκριση δακρύων σε εκείνους τους ανθρώπους οι οποίοι στο άκουσμα του ονόματος των Scorpions ή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου δαγκώνουν το κάτω χείλος και συγκινημένοι κουνούν το κεφάλι τους στον πένθιμο ρυθμό της μουσικής, επειδή «με αυτά τα τραγούδια μεγάλωσαν».

Μ. μαντραχαλάουα: Μέθοδος ολικής αποτρίχωσης η οποία εφαρμόζεται σε μεγαλόσωμους άνδρες που θέλουν να αισθάνονται το δερματάκι τους λείο και απαλό στο άγγιγμα.

Ν. νυφίτσα: Πονηρή γυναίκα που παντρεύεται τον καλό της.

Ξ. ξεστραβανγκάρντ: Κίνημα που πρεσβεύει τη βίαιη ενημέρωση του κοινού επί θεμάτων πρωτοπορίας στην τέχνη.

Ο. ορθολογιστάκος: Κακόμοιρος στην όψη και ψυχρός στο άγγιγμα άνθρωπος ο οποίος προσπαθεί να αρθρώσει κηρύγματα για τη λογική, από την οποία οφείλει να διέπεται κάθε ανθρώπινη πράξη. Ο ορθολογιστάκος δεν τολμά να εφαρμόσει στη δική του ζωή όσα διδάσκει, αφήνοντας τον εαυτό του να μισοπνίγεται σε μία λασπωμένη λίμνη μιζέριας, φόβου και παθητικότητας.

Π. Παρδαλάι Λάμα: Θρησκευτικός ηγέτης που πραγματοποιεί τολμηρές ενδυματολογικές επιλογές.

Ρ. ραδιοφονιάς: Επαγγελματίας ή ερασιτέχνης ραδιοφωνικός παραγωγός που δρα ως στυγνός εκτελεστής του καλού γούστου, πραγματοποιώντας χειρότερες μουσικές επιλογές ακόμη και από έναν τυφλό και κουφό ουρακοτάγκο.

Σ. σιγουρούνι: Ανάγωγος άνθρωπος με τεράστια αυτοπεποίθηση.

Τ. τηγανοπαπαδιά: Γυναίκα που καταδιώκει τον ιερέα σύζυγό της οπλισμένη με ένα βαρύ οικιακό σκεύος, όταν αντιλαμβάνεται ότι παραβίασε την έκτη εντολή («ου μοιχεύσεις») ή τη δέκατη έβδομη («ου αποκρύψεις από τη σύζυγό σου μέρος των εσόδων που έλαβες από τον δίσκο και τα κεριά»).

Υ. υποτροφίδι: Αδίστακτος φοιτητής διατεθειμένος να κάνει τα πάντα προκειμένου να εισπράξει τα χρήματα που συνδέονται με την υποτροφία που κυνηγά.

Φ. φαφούτι: Έγχορδο μουσικό όργανο χωρός χορδές.

Χ. χαχαχασάπης: Κρεοπώλης ο οποίος είναι πρόσχαρος και γελάει συνέχεια, ακόμη και όταν τεμαχίζει σάρκες ή σπάει οστά.

Ψ. ψυχοπλακόστρωτο.  Δρομάκι σε παραδοσιακό οικισμό στο οποίο η βόλτα προκαλεί ένα δυσάρεστο αίσθημα ψυχικής δυσφορίας εξαιτίας της αλλοίωσης του αυθεντικού του χαρακτήρα στον βωμό της τουριστικότητας.

Ω. ωριλάκι: Νεαρός, χαριτωμένος και τριχωτός ειδικευόμενος ωτορινολαρυγγολόγος. 

Ας γνωρίσουμε τον Αχιλλέα ΙΙΙ (τρία):

Λίγα λόγια για σένα.

Ως συγγραφέας (και άνθρωπος) διανύω αυτό το διάστημα –και σίγουρα μέχρι να τελειώσει αυτή η συνέντευξη– το στάδιο εξέλιξης ΙΙΙ, διατηρώντας το δικαίωμα να κυκλοφορήσω το επόμενο βιβλίο μου ως Αχιλλέας ΙV αν αυτό χρειαστεί, και ελπίζοντας να μη χρειαστεί να επιστρέψω στο Αχιλλέας ΙΙ ή στο να κοιμάμαι και πάλι στο παιδικό μου δωμάτιο. Δεν φοβάμαι το σκοτάδι όσο τη σιωπή από το κοπάδι, καθαρίζω και τρώω τον γαύρο με μαχαιροπίρουνο, μπορώ να ανασηκώσω το δεξί μου φρύδι μονάχο του χωρίς να μπορώ να κάνω το ίδιο με το αριστερό φρύδι, και, τέλος, εσχάτως πληροφορήθηκα ότι οι μπανάνες ανοίγουν πολύ πιο εύκολα από το κάτω μέρος και όχι από το κοτσάνι (κάτι που όλες οι μαϊμούδες γνωρίζουν, παρότι καμιά τους δεν έχει απολυτήριο λυκείου με άριστα ή μεταπτυχιακό), γεγονός που με προβλημάτισε έντονα για την χρησιμότητα των γνώσεων που παρέχονται από το εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Τι σχέση έχεις με τον Αχιλλέα της Τροίας;

Σχέση ανορθογραφική. Και μόνο. Για αυτό, άλλωστε, μπορώ –σε αντίθεση με εκείνον– να κυκλοφορώ άφοβα το καλοκαίρι με σαγιονάρες και λοιπά ξώφτερνα υποδήματα.

Πώς προέκυψε το «Κομπλεξικό»;

Παρότι θυμάμαι ότι διασκέδαζα από πολύ παλιά «πειράζοντας» λέξεις και διαστρεβλώνοντας συνηθισμένες ιδέες ή καταστάσεις, απέκτησα τη συνήθεια της καταγραφής τους με τη μορφή «λήμμα-ερμηνεία» γύρω στο 2010, στο πλαίσιο ενός δημιουργικού παιχνιδιού που με βοηθούσε να αξιοποιώ λεπτές φέτες χρόνου κατά τις οποίες δεν μπορούσα να κάνω πολλά πράγματα για να διασκεδάσω, πέρα από το να παίζω με το μυαλό μου χρησιμοποιώντας τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος (όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, όσο περιμένεις κάποιον φίλο που είχε αργήσει, ένα λεωφορείο ή τη σειρά σου σε κάποια ουρά δημόσιας υπηρεσίας).

Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι, αν και η διασκέδαση που προσφέρει ένα λογοπαίγνιο είναι συχνά «φθηνή», η αυθαίρετη ερμηνεία μιας λέξης που μέχρι πρότινος δεν υπήρχε αποτελεί πρώτης τάξεως ευκαιρία να σχολιάσει κανείς οτιδήποτε τον ενδιαφέρει, να θίξει κάθε τι μικρό ή μεγάλο από εκείνα που τον ενοχλούν, αλλά και να δημιουργήσει μικρές νησίδες απόλυτης ελευθερίας του νου μέσα στον ωκεανό (ή τον βάλτο) μιας μάλλον γκρίζας πραγματικότητας. Σε εκείνο το καθοριστικό σημείο με έπιασε κάτι που –τώρα που το ξανακοιτάζω– εξελίχθηκε σε μανία, και βρέθηκα να παράγω όλο και περισσότερες λέξεις, τις οποίες σημείωνα όπου έβρισκα (σε σελίδες Α3 και Α4, σε μικρά μπλοκ που  πάντα κουβαλούσα, σε κάθε είδους σχισμένα χαρτάκια κλπ), χωρίς να σου κρύβω οτι μερικά βράδια μου ήταν αδύνατο να καταφέρω να κοιμηθώ λόγω της έντονης διέγερσης που μου προκαλούσε ένα σμήνος από γεννημένα, αγέννητα και ημιτελή λήμματα που στριφογύριζαν μέσα στο κεφάλι μου βουίζοντας και διεκδικώντας δικαίωμα στην ύπαρξη και την ερμηνεία. 

Το 2014, όταν η στοίβα με τα κάθε λογής χαρτιά που περιείχαν ορνιθοσκαλισμένα λήμματα ψήλωσε επικίνδυνα πάνω στο γραφείο μου, αποφάσισα ότι είχε έρθει η ώρα να ασχοληθώ περισσότερο συστηματικά μαζί τους ή να τα κρύψω σε κάποιο συρτάρι. Έτσι, πέρασα το υλικό σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και ξεκίνησα να το επεξεργάζομαι ξανά και ξανά, μέχρι που βρέθηκα μπροστά σε έναν αξιοσέβαστο αριθμό από λήμματα, τα οποία εξακολουθούσαν να μου φαίνονται τόσο ενδιαφέροντα, που πίστεψα ότι όφειλα να τους δώσω την ευκαιρία να δουν το φως του ήλιου και να γίνουν βιβλίο υπό τον τίτλο «Κομπλεξικό».

Υπάρχει, φυσικά, και μια σαφώς πιο σύντομη –παρότι αμφιλεγόμενη–  εκδοχή για το πώς προέκυψε το «Κομπλεξικό», σύμφωνα με την οποία το περιεχόμενο του βιβλίου μου παραδόθηκε από ιπτάμενα όντα με κρίνους αντί για αυτιά, στην κορυφή του Λυκαβηττού, τυπωμένο πάνω σε εννιακόσια μέτρα καραβόσχοινου, ωστόσο είναι μάλλον καλύτερα να επιμείνω στην προηγούμενη εκτενέστερη εκδοχή, διότι πάντα βρίσκονται ορισμένοι κακεντρεχείς έτοιμοι να αμφισβητήσουν το μήκος που πρέπει να έχει ένα παλαμάρι για να χωρέσουν να τυπωθούν στην επιφάνεια του περισσότερα από 1.200 λήμματα.

Πόσες λέξεις έμειναν έξω;

Πολλές, και κάθε μέρα συνωστίζονται απ’ έξω και άλλες, αλλά δεν ανοίγω. Ίσως στη δεύτερη έκδοση να επιτρέψω την είσοδο σε ορισμένες εκλεκτές εξ αυτών, τηρώντας απολύτως αξιοκρατικά κριτήρια –ενδεχομένως θεσπίζοντας και ένα σύστημα μοριοδότησης. Το γεγονός ότι οι λέξεις που μπορούν να υπάρξουν/δημιουργηθούν είναι άπειρες αποτελεί άλλωστε και έναν από τους λόγους που ανυπομονούσα για την έκδοση και κυκλοφορία του «Κομπλεξικού», καθώς διαφορετικά ήμουν καταδικασμένος να αναθεωρώ συνεχώς τον αριθμό των σελίδων του.

Έχεις ακούσει στην αληθινή ζωή λέξεις «Κομπλεξικού»;

Ω, ναι! Από ενθουσιασμένους, συνήθως, αναγνώστες που επιθυμούν να συμμετέχουν σε αυτή τη συνωμοσία, επιδεικνύοντας τη σοβαρότητα ενός παιδιού που παίζει. Χαμογελώ όταν συμβαίνει, και θυμάμαι τον Νίτσε.

Συνήθως τέτοιες λέξεις φτιάχνουν τα πιτσιρίκια. Έχεις στραφεί καθόλου σε αυτή την «πηγή»;

Προσπαθώ να στρέφομαι όσο συχνότερα μπορώ σε αυτή την πηγή, με το να διατηρώ όσο πιο στενή επαφή μπορώ με το πιτσιρίκι μέσα μου. Γενικά αποφεύγω να αλιεύω λέξεις από άλλους. Παρόλα αυτά, από τον μικρό Μάριο τον γιο του Παναγιώτη (φίλου και συμπαίκτη στους Bog art), άκουσα κάποια στιγμή μετά την κυκλοφορία του βιβλίου τη λέξη «ξινοδηγός», τη δική μου εκτενή ερμηνεία της οποίας σας παρουσιάζω ως αδημοσίευτη αποκλειστικότητα:

ξινοδηγός: επιβάτης οχήματος ο οποίος κάθεται δίπλα σε αυτόν που που οδηγεί, και, είτε είναι δυσαρεστημένος με τον τελευταίο και προβαίνει διαρκώς στην πραγματοποίηση παρατηρήσεων (για τον τρόπο που στρίβει, που δεν στρίβει, που παρκάρει, που αλλάζει ταχύτητες, για το πόσο γρήγορα ή αργά πηγαίνει, για την επιλογή της μιας διαδρομής ή της άλλης, για την ένταση και το είδος της μουσικής που ακούγεται από τα ηχεία, για το πόσο βρόμικο είναι το όχημα εσωτερικά ή εξωτερικά, για το ότι δεν τον κοιτάζει στα μάτια όταν του μιλάει με τη φτηνή δικαιολογία ότι πρέπει να προσέχει τον δρόμο, κ.ά.), είτε μιλάει ακατάπαυστα γκρινιάζοντας για οτιδήποτε μπορεί να φανταστεί κανείς (για την προσωπική του ζωή, τις ανθρώπινες σχέσεις, την πολιτική, την οικονομία, την τέχνη, τον τρόπο με τον οποίο οι πλανήτες περιστρέφονται γύρω από τον Ήλιο, κ.ά.), εκνευρίζοντας σε κάθε περίπτωση τον άνθρωπο που κρατάει το τιμόνι, και ρισκάροντας να προκαλέσει την πρόωρη και βίαιη αποβίβασή του από το αυτοκίνητο που τον μεταφέρει.

Σε περίπτωση που ο ξινοδηγός, ο οποίος συνήθως είναι σύζυγος, πεθερά, πρώην δάσκαλος οδήγησης ή γείτονας του οδηγού, τον ζαλίζει σε τέτοιο βαθμό που αυτός χάνει τη συγκέντρωση, την ψυχραιμία του, ή και τα δύο, και προκαλεί ατύχημα στο οποίο σκοτώνονται αμφότεροι, ο μίζερος αυτός άνθρωπος εξακολουθεί να γκρινιάζει καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού προς τον Άλλον Κόσμο, μέσα στη βάρκα του Χάρου, παρατείνοντας και μετά θάνατo το μαρτύριο εκείνου που έκανε το λάθος να τον ανεβάσει στο όχημα του, και οδηγώντας σε απόγνωση ακόμη και τον ίδιο τον ακούραστο βαρκάρη.

Έχεις κάποια τεχνική στην αναζήτηση/δημιουργία των λέξεων;

Πολλές και ταυτόχρονα καμία συγκεκριμένη. Ο μόνος κανόνας που τήρησα όσο πιο πιστά μπορούσα γράφοντας το «Κομπλεξικό» ήταν ότι δεν υπάρχει κανένας απολύτως κανόνας. Έχω παρατηρήσει ότι συνήθως συμβαίνει στο κεφάλι μου κάτι παρόμοιο με αυτό στο οποίο οφείλουν την ύπαρξή τους τα μαργαριτάρια, χωρίς να υπονοώ κάτι σχετικά με την αξία του πονήματος μου, καθώς αναφέρομαι καθαρά σε «τεχνικά» ζητήματα. Εννοώ ότι όπως κάθεται ένας ασήμαντος κόκκος άμμου στο εσωτερικό ενός οστράκου και γύρω του στιβάδα-στιβάδα δημιουργείται ένα περίβλημα αλλάζοντάς του την όψη και παραδίδοντας τελικά στον κόσμο κάτι εντελώς διαφορετικό, κάπως έτσι μπορεί να στρογγυλοκάθεται σε κάποιο σημείο του μυαλού μου μια απλή ιδέα, κάτι που άκουσα λάθος ή η ανάγκη να χαρακτηρίσω κάτι για το οποίο δεν μου αρκούν οι ήδη υπάρχουσες λέξεις. Τότε τίθεται σε λειτουργία μια σειρά από διαδικασίες αποδόμησης, αναδόμησης και παραγωγής συνειρμών τις οποίες δεν κατανοώ ούτε ελέγχω πλήρως, και γύρω από το αρχικό στοιχείο συγκεντρώνονται πληροφορίες και ιδέες ακόμη και από τα θεωρητικώς πιο άσχετα μεταξύ τους κέντρα, μέχρι που καταλήγουμε σε ένα τελικό «προϊόν» το οποίο όσο περισσότερο εκπλήσσει εμένα τον ίδιο, τόσο περισσότερο με ικανοποιεί.

Από την παρουσίαση του "Κομπλεξικού" στο Bibliotheque (photo by John D. Carnessiotis)

Από την παρουσίαση του "Κομπλεξικού" στο Bibliotheque (photo by John D. Carnessiotis)

Τι είναι οι «βιβλιοαπουσιάσεις»;

Οι βιβλιοαπουσιάσεις είναι ο σατανικός τρόπος που ανακάλυψα για να φέρνω περισσότερους ανθρώπους σε επαφή με το βιβλίο μου, αποφεύγοντας τις συχνά άχαρες και βαρετές βιβλιοπαρουσιάσεις, στις οποίες ένας, δύο ή τρεις άνθρωποι για τους οποίους εσύ ο ίδιος ή κάποιος άλλος τρέφει εκτίμηση καλούνται να μιλήσουν για τις αρετές του έργου σου (χωρίς απαραίτητα να το έχουν διαβάσει και ολόκληρο), καταλήγοντας μετά από τα πρώτα πέντε λεπτά να μιλούν για τον εαυτό τους ή την Κρίση. Στις βιβλιοαπουσιάσεις εγώ διαβάζω με θεατρικό τρόπο λήμματα από το «Κομπλεξικό», όσο ο κιθαρίστας και συνθέτης Θέμης Βασιλείου παίζει στην κλασική του κιθάρα θέματα που συνέθεσε για αυτόν ειδικά τον σκοπό, σχολιάζοντας με χιούμορ και ακρίβεια το νόημα του λήμματος ή βοηθώντας το να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα. Αυτή τη μικρή μουσικοθεατρική παράσταση που την αποκαλούμε και «κομπλεξικονσέρτο, και για την οποία έχουμε κάνει αρκετές και σκληρές πρόβες, την έχουμε παρουσιάσει μέχρι στιγμής οι δυο μας σε μερικά επιλεγμένα βιβλιοπωλεία της Αθήνας, αλλά και ορισμένων άλλων πόλεων, όπως είναι η Πάτρα, η Κόρινθος και η Χαλκίδα. Εντός του έτους μάλιστα, φιλοδοξούμε να την ηχογραφήσουμε κιόλας. Ορίστε, άλλη μια αποκλειστικότητα...

Θα μπορούσες να φτιάξεις άραγε μία λέξη για την Athens Voice;

συνέντεφξη (συνέdeafξη): σειρά από ερωτήσεις που υποβάλλονται, με όλο και αυξανόμενη ένταση, από δημοσιογράφο σε άτομο με σοβαρά προβλήματα ακοής, το οποίο αρνείται πεισματικά ότι χρειάζεται βοήθεια από κάποιον ειδικό, με αποτέλεσμα, τις περισσότερες φορές το περιεχόμενο των απαντήσεων που δίνονται να έχει μόνο από σύμπτωση κάποια –ελάχιστη έστω– σχέση με τις ερωτήσεις που έχουν γίνει.

Το «Κομπλεξικό» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις άλφα/Συρτάρταρα. Τι άλλο έχουν αυτές μέσα στα συρταρτάρια τους;

Η άλφα/Συρτάρταρα είναι η προσωπική μου (προς το παρόν) σειρά του Fairead, μιας πλατφόρμας που, μεταξύ άλλων, παρέχει υπηρεσίες προς συγγραφείς που επιθυμούν μια δίκαιη συμφωνία σε έναν πολύπλοκο και γεμάτο σκοτεινά σημεία και λεπτά γράμματα κόσμο. Τα συρταρτάρια μου, λοιπόν, έχουν αρκετό υλικό το οποίο περιμένει υπομονετικά τη σειρά του και να εκδοθεί. Δεν πρόκειται φυσικά για το «Κομπλεξικό 2» –αφού παρά την τεράστια επιτυχία που είμαι σίγουρος ότι θα κάνει αυτό το τελευταίο, καλό είναι να αποφεύγει κανείς τα sequel– αλλά για κάτι αρκετά διαφορετικό, κυρίως σύντομες ή λιγότερο σύντομες ιστορίες στις οποίες η πραγματικότητα και το προφανές δέχονται επίθεση από το παράδοξο με απρόβλεπτες συνήθως συνέπειες. Μπορεί κανείς να πάρει μια πρόγευση, με μια επίσκεψη στη σελίδα του βιβλίου στο facebook εδώ:    

Μίλησέ μου για την μπάντα σου.

Η μπάντα μου είναι οι Bog art, στους οποίους παίζω ηλεκτρικό μπάσο και τραγουδώ. Για να κάνω και τη σύνδεση με τα παραπάνω, θα πω ότι θεωρώ πως κάποιος που βρίσκει ενδιαφέρον το «Κομπλεξικό» θα συναντήσει πιθανότατα κάτι να αγαπήσει και στους Bog art, όχι μόνο επειδή στα κομμάτια τους υπάρχουν οι στίχοι μου, αλλά επειδή και αυτά χαρακτηρίζονται από την αγάπη για το στοιχείο της έκπληξης, την οποία είμαι ευτυχής να μοιράζομαι με τα υπόλοιπα μέλη μιας μπάντας που ταυτόχρονα είναι για εμένα οικογένεια και συμμορία (και τα δύο με την καλή, φυσικά, έννοια). Ξεκινήσαμε να γράφουμε και να παρουσιάζουμε πρωτότυπο υλικό το 2003, έχουμε ηχογραφήσει δύο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν ως ανεξάρτητες παραγωγές σε καθεστώς απόλυτης ελευθερίας, και έχουμε ήδη αρχίσει να ετοιμαζόμαστε για το επόμενο, ελπίζοντας να διατηρήσουμε για πολύ καιρό ακόμη το προνόμιο να μπορούμε να εκφράζουμε μέσω τις μουσικής τους πάσης φύσεως προβληματισμούς μας, χρησιμοποιώντας την ως ένα είδος ψυχικού τουμποφλό ενάντια σε ό,τι απειλεί να αποδιοργανώσει τους εσωτερικούς μας κόσμους.

Ο δεύτερος δίσκος μας έχει τον τίτλο «Insidecide», λέξη της οποίας την ερμηνεία όσο και να ψάξετε δεν θα τη βρείτε σε κανένα λεξικό της αγγλικής γλώσσας, ούτε όμως και στο «Κομπλεξικό», ενώ η επόμενη προγραμματισμένη εμφάνιση μας είναι στο ΤΙΚΙ bar, την Κυριακή 28/5. 

(Δείγμα δωρεάν: https://bogart.bandcamp.com/album/insidecide)

Μία λέξη για τη μουσική που παίζετε.

Ας πούμε ότι παίζουμε ναιμενεναλλακτική ροκ, τώρα που ο όρος «εναλλακτική» δείχνει να έχει χάσει το νόημα του.

Δειτε επισης

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5