1821 Digital Gallery
«Το Χαλάνδρι που γνώρισα»
ΤΕΥΧΟΣ 466

«Το Χαλάνδρι που γνώρισα»

4 αποσπάσματα από την ομώνυμη συλλογή διηγημάτων

Μάνος Ελευθερίου 

Το Χαλάνδρι που γνώρισα

«Το Χαλάνδρι που γνώρισα στα 1953 ήταν μια πανέμορφη εξοχή, αλλά και μια οργανωμένη πόλη, με πολλές μονοκατοικίες του μεσοπολέμου και θαυμάσιους κήπους. Υπήρχαν όμως και απέραντες αδόμητες εκτάσεις γεμάτες δέντρα.

(...) Η αφετηρία των λεωφορείων προς το Χαλάνδρι ήταν και τότε στην πλατεία Κάνιγγος. Το εισιτήριο κόστιζε 1 δραχμή και 20 λεπτά μέχρι την Αγία Βαρβάρα και 20 λεπτά ακριβότερα μέχρι το τέρμα.

Τα σημερινά περίπτερα είναι από τότε φυτεμένα στην ίδια θέση. Στην πλατεία Δούρου υπήρχε η ταβέρνα του Καστρίτση, όπου από νωρίς το απόγευμα ανέπεμπε ο ψήστης θυμιάματα προς τους αθανάτους. Έψηναν γουρουνόπουλα, και οι μύτες έσπαγαν από την ερεθιστική μυρωδιά».

n

 Νίκος Παναγιωτόπουλος 

 Γράμμα στον πατέρα

«Στην πλατεία δεν κατεβαίνει τόσο συχνά, όπως άλλοτε. Όχι ότι είναι μεγάλη η απόσταση, αλλά τώρα τελευταία, εκεί που η Μεσολογγίου ανηφορίζει, στην καινούργια αφετηρία των λεωφορείων, νιώθει καμιά φορά την ανάσα του να λιγοστεύει. Σταματάει στο γεφυράκι, όπως του ’χει πει ο γιατρός να κάνει όποτε λαχανιάζει, κι επειδή δεν έχει πού να κοιτάξει, κοιτάει το ρέμα. Στεγνό σήμερα, αλλά κάποτε κατέβαζε πολύ νερό – μια δόση είχε πνίξει και κάτι γέρους, είχε γίνει μεγάλο θέμα. Επειδή δεν έχει πού να κοιτάξει, κοιτάει προς τα πίσω, προς τη δική του αφετηρία, και αναλογίζεται πού τον έβγαλε το ρέμα της ζωής του».

(...)Βγαίνει στη Βασιλέως Κωνσταντίνου, Ανδρέα Παπανδρέου σήμερα. Περιμένει να περάσει το τρόλεϊ –καινούργιο φρούτο κι αυτό!– και σκέφτεται πως μερικά πράγματα δεν αλλάζουν ό,τι και να κάνεις. Έχει κι έναν κόμπο στο λαιμό – τα τελευταία χρόνια έχει γίνει πολύ ευσυγκίνητος, του το λέει κάθε τόσο και η γυναίκα του. Φτάνει στην είσοδο της στοάς και κοντοστέκεται. Θυμάται πως τον Ευριπίδη τον πρόλαβε υπάλληλο στο “Λουξ”, επί της Αγίας Παρασκευής, πριν ακόμη ανοίξει δικό του χαρτοπωλείο, λίγο πιο πέρα απ’ το σημείο όπου στέκεται, στην άλλη γωνία».

Ευριπίδης Κλεόπας

Τα παιδικά μας σινεμά

«Όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’50 εγκαταστάθηκαν οι γονείς μου στο Χαλάνδρι, η οδός Ύδρας, που έχτισαν τη μονοκατοικία όπου σήμερα ακόμη κατοικούμε, δεν ήταν παρά ένας χωματόδρομος. Ένας χωματόδρομος ανάμεσα σε δύο λεωφόρους, που στις πρώτες βροχές του φθινοπώρου μετατρέπονταν σε χείμαρρο, παραπόταμο του γειτονικού μας Ποδονίφτη. Ιδιότητα που τη διατηρεί ως σήμερα!

(...) Τι άλλο μπορεί να μείνει απ’ το Χαλάνδρι των παιδικών και νεανικών μας χρόνων, αν όχι τα θερινά και τα χειμερινά του σινεμά; Σινεμά με την αλητοπαρέα, σινεμά αντί για απογευματινό σχολείο, σινεμά των πρώτων ραντεβού. Σινεμά, όπως Τιτάνια, Ελευθερία, Αρμονία, Αβάνα, Αστέρια, καθώς και Αθηνά, Αμίρ, Αμίκο, Μαργαρίτα...»

Έρση Σωτηροπούλου

3 Οκτωβρίου 2004

«(...) Δεν υπήρχε κάτι ιδιαίτερο σ’ αυτή τη γειτονιά. Χαμηλά κτίρια, μικροί περιποιημένοι κήποι με γκαζόν. Θα μπορούσες να πεις ότι ήταν ωραία, ένα ήσυχο μέρος για να ζεις, γι’ αυτό είχε αποφασίσει να μετακομίσει. Ζούσαν κυρίως οικογένειες μ’ ένα ή δύο παιδιά. Συχνά μια γιαγιά έμενε μαζί τους. Αυτό ήταν το σπαστικό. Ότι όλα εδώ ήταν τόσο κανονικά. Ένιωσε νοσταλγία για την παλιά της γειτονιά με τα σκουπίδια εβδομάδων στους δρόμους, με τους ζητιάνους και τα πρεζόνια που έβρισκαν καταφύγιο στην είσοδο της πολυκατοικίας».


Φωτό: Ειρήνη Παπαβασιλείου

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5