Αρχειο

«Κλέφτες και κλέφτες, λίμιτεδ»

Η Τροχαία Αττικής δεν κόβει κλήσεις στο κέντρο, αλλά σηκώνει –κυρίως τις μηχανές των δικυκλιστών– με γερανούς

4168-35217.jpg
Λένα Χουρμούζη
ΤΕΥΧΟΣ 420
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ
33654-76147.jpg

Η Τροχαία Αττικής δεν κόβει κλήσεις στο κέντρο, αλλά σηκώνει –κυρίως τις μηχανές των δικυκλιστών– με γερανούς. Ο ΚΟΚ στο άρθρο 34 παρ. 10 λέει ότι για να επέμβει ο γερανός πρέπει να έχουν περάσει έξι ώρες από τη βεβαίωση της παράβασης της παράνομης στάθμευσης. Το ίδιο μου επιβεβαιώνει ο Α΄ υποδιευθυντής της Διεύθυνσης Τροχαίας Αττικής Πέτρος Κωνσταντής. «Δεν καλούμε το γερανό αμέσως. Θα εξετάσουμε γιατί το όχημα έχει σταθμεύσει παράνομα. Μπορεί να συντρέχουν πολλοί λόγοι. Θα ρωτήσουμε ακόμα και ιδιοκτήτες παρακείμενων καταστημάτων». Τα περισσότερα πρόστιμα της τροχαίας για παράνομη στάθμευση δικύκλων κοστίζουν 40 ή 80 ευρώ. Ο παραβάτης, όμως, διαπιστώνει ότι τελικά πληρώνει περισσότερα στον ιδιώτη παρά στο δημόσιο. Για μια τέτοια ιστορία μάς γράφει ο Γιάννης, υπάλληλος γραφείου, που ένα απόγευμα πάρκαρε «διακριτικά» τη μηχανή του στην οδό Αμερικής.

Μια μοτοσικλέτα, ένας ιδιωτικός γερανός, ένα ιδιωτικό γκαράζ κι ένα παραιτημένο κράτος – ή, αλλιώς, στη σύμπραξη δημοσίου και ιδιωτικού τομέα μάντεψε ποιος σε κλέβει...

Τετάρτη απογευματάκι. Κατηφορίζεις τη Βασ. Σοφίας και μπαίνεις στην Πανεπιστημίου της ύφεσης με τα κλειστά μαγαζιά και την αραιή κίνηση. Μες στην κρίση την τρελή, έρχεται και το λιωμένο παντελόνι να σου δώσει τη χαριστική βολή με ένα μη αναστρέψιμο σκίσιμο. Με βαριά καρδιά, κόβεις αριστερά. Στο πολυκατάστημα –ανοιχτό και με προσφορές– θα δώσεις τα τελευταία σου ευρώ. Έτσι νομίζεις.

Παρκάρεις τη μηχανή διακριτικά στην Αμερικής. Μπροστά από κατεβασμένα ρολά κι έναν περίεργο οργανισμό που προσέχει μη δεις στην τηλεόραση τίποτα που θα σε ταράξει. Πεζοδρόμιο φαρδύ, άνετο, χωράει να περάσει ολόκληρη παρέλαση σχολείου – κομπλέ με σημαιοφόρους και παραστάτες. Η μηχανή δεν είναι αυτό που λέμε νόμιμα παρκαρισμένη, αλλά δεν εμποδίζει, δεν ενοχλεί, δεν την προσέχεις.

Σκάρτη μισή ώρα και εφτά αποτυχημένα παντελόνια μετά, βγαίνεις στο δρόμο με τη συνετή πλευρά του εαυτού σου να σε συγχαίρει που δεν ξόδεψες τίποτα. Μέχρι εδώ τίποτα περίεργο. Περνάς τον δρόμο ανυποψίαστος. Δεν ξέρεις ότι εδώ και ένα τέταρτο όλα έχουν αλλάξει.

Τα ίδια μαγαζιά με τα ξεχαρβαλωμένα ρολά σε κοιτάζουν αδιάφορα, καθώς σταματάς απότομα μπροστά από την πόρτα του οργανισμού με την οργουελιανή αποστολή. Εκεί που βρισκόταν κλειδωμένη η μηχανή σου, υπάρχει τώρα μόνο κενό – που παλεύουν να το γεμίσουν σκόνη και σκουπίδια. Λίγα δευτερόλεπτα αρκούν για να περάσεις από τη ρουτίνα στην απελπισία, στην οργή και ξανά στην απελπισία. Κλέψανε τη μηχανή!

«Φίλε, πέρασε γερανός και τη μάζεψαν» ακούγεται αχνά, κάπου στο βάθος της σύγχυσης, η φωνή του σεκιουριτά που βολτάρει μπροστά στο πολυκατάστημα. Δυο λεπτά μετά, το τοπίο έχει ξεκαθαρίσει και η καρδιά έχει επιστρέψει στη θέση της. Αισθάνεσαι σχεδόν ευγνωμοσύνη που τη μηχανή την πήρε ο γερανός και όχι οι κλέφτες. Δεν ξέρεις ότι σε περιμένουν στη γωνία. Αρχίζεις τα τηλέφωνα στην τροχαία, μπας και βρεις άκρη. Με τα πολλά, πιάνεις γραμμή και δυο λεπτά μετά έχεις μείνει κανονικά άφωνος. Τη μηχανή τη σήκωσε μαζί με άλλες ο γερανός ενός ιδιώτη που «συνεργάζεται» με την τροχαία (λες να μην έχει τελικά γερανούς η τροχαία;). Θα τη βρεις μαζί με τη «σοδειά» της ημέρας παρκαρισμένη στο γκαράζ ενός άλλου ιδιώτη, που επίσης «συνεργάζεται» με την τροχαία.

Το γκαράζ είναι κάπου στην Πειραιώς, οπότε το κόβεις με τα πόδια. Είσαι τυχερός και δεν είναι Σάββατο απόγευμα ή Κυριακή, και το πετυχαίνεις ανοιχτό. Εκεί ο ευγενικός υπάλληλος σου κόβει δυο αποδείξεις – μία για τον «κόπο» του γερανού κι άλλη μία για τη «φύλαξη» στο γκαράζ. Δύο ιδιώτες, δύο αποδείξεις.

Το μακρύ χέρι αυτής της λαμπρής σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (που σίγουρα συμβάλλει στην ανάπτυξη της δοκιμαζόμενης οικονομίας) σε απαλλάσσει από μια 80άρα ευρώ και κάτι ψιλά. Τα 77 πάνε στο «στρατηγικό εταίρο» με το γερανό (διότι, όπως είπαμε, η τροχαία δεν έχει γερανούς) και γύρω στα 5 στο συνεταιράκι με το γκαράζ – όπου η μισή ώρα που κράτησαν τη μηχανή λογίζεται για ολόκληρη ημέρα. Το ξέρεις ότι σε κλέβουν, αλλά βλέπεις το παραπονιάρικο ύφος της μηχανής και τα σκας για να την καβαλήσεις και να φύγεις μια ώρα αρχύτερα. Έτσι νομίζεις.

Ο ίδιος ευγενικός υπάλληλος σε ενημερώνει ότι θα το κόψεις και πάλι με τα πόδια μέχρι την τροχαία στη Δεληγιάννη για να πληρώσεις το πρόστιμο και μετά θα έρθεις να πάρεις τη μηχανή. Ξανασκέφτεσαι ότι σε κλέβουν, αλλά θέλεις να τελειώνεις. Κάνα 20λεπτο αργότερα στήνεσαι στην ουρά για να πληρώσεις το πρόστιμο. Και διαπιστώνεις ότι το στοργικό κράτος φροντίζει για τα συνεταιράκια του. Πριν πληρώσεις το εικοσαρικάκι (ας το συγκρατήσουμε το ποσό) ζητούν να δουν τις αποδείξεις ότι τα έχεις ήδη σκάσει στους ιδιώτες. «Γιατί;» ρωτάς αφελώς, καθώς δεν μπορείς να καταλάβεις τι τη νοιάζει την Ελληνική Δημοκρατία αν πλήρωσες πριν, μετά ή καθόλου μια ιδιωτική οφειλή. «Γιατί έτσι προβλέπεται από τη διαδικασία» σε αποστομώνουν ψαρωτικά.

Πληρώνεις, παίρνεις την απόδειξη, και μέσα στην τσαντίλα περπατάς το 20λεπτο πίσω στο γκαράζ. Έχεις 102 ευρώ λιγότερα, τρεις αποδείξεις για σουβενίρ και το ίδιο λιωμένο παντελόνι. Έκανες παράβαση, την πλήρωσες στο κράτος, η νομιμότητα αποκαταστάθηκε. Το κράτος εισέπραξε 20 ευρώ και οι ιδιώτες συνεταιράκια έβγαλαν συνολικά τέσσερις φορές περισσότερα. Χαλάλι; Όχι ακριβώς. Ένας συνάδελφος «εγκληματίας» τη μηχανή του οποίου σήκωσε ο ίδιος γερανός στο ίδιο δρομολόγιο, σου επιβεβαιώνει ότι σε κλέψανε. Ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (αρ.34 παρ.10) το λέει καθαρά. Αφού η μηχανή δεν εμπόδιζε την κυκλοφορία, έπρεπε να κόψουν μόνο κλήση:

«Αν η παράνομη στάθμευση συνεχίζεται και πέραν των τριών (3) ωρών από τη βεβαίωση της παράβασης, βεβαιώνεται νέα παράβαση από το ίδιο ή άλλο όργανο και μετά την πάροδο του δεύτερου τρίωρου γίνεται μεταφορά του οχήματος […] εκτός αν παρεμποδίζεται η κυκλοφορία, οπότε η μεταφορά γίνεται αμέσως».

Μιάμιση ωρίτσα αφού ξεκίνησε η περιπέτεια, βάζεις μπρος τη μηχανή και βγαίνεις στο δρόμο, μαρσάροντας για να μη σε ακούσουν που βρίζεις.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ