1821 Digital Gallery
Η Σαντορίνη της Λένας Κιτσοπούλου
ΤΕΥΧΟΣ Summer Guide 2008

Η Σαντορίνη της Λένας Κιτσοπούλου

Στη Σαντορίνη, όπου κι αν βρεθείς, υπάρχει πάντα κάτι ψηλότερο από σένα, τα θαύματα συντελούνται κάπου πολύ ψηλά
Σαντορίνη: Η Λένα Κιτσοπούλου γράφει για το αγαπημένο της νησί στην Athens Voice

Aγάπησα τη Σαντορίνη κάποιο ξημέρωμα στο λιμάνι, όταν ο Θεός με το μικρό του μαρκαδοράκι άρχισε αργά αργά να χαράζει στον ουρανό το περίγραμμα της καλντέρας. 

Όσο έβγαινε ο ήλιος, άρχισαν να φαίνονται τα σπίτια της Oίας και των Φηρών κρεμασμένα από τα βράχια, απειλούσαν να γκρεμοτσακιστούν, κι όμως καμία αγωνία στο βλέμμα μου, μόνο δέος και ευγνωμοσύνη απέναντι στα ρίσκα που παίρνει η φύση, για να μας διδάξει να κάνουμε κι εμείς το ίδιο. Όσο πιο πολύ ανυψωθείς τόσο λιγότερο κινδυνεύεις να πέσεις. Στη Σαντορίνη, όπου κι αν βρεθείς, υπάρχει πάντα κάτι ψηλότερο από σένα, τα θαύματα συντελούνται κάπου πολύ ψηλά και αυτή η αίσθηση σου χαρίζει προσμονή και συγχρόνως ταπείνωση, ένα αντιβιωτικό κοκτέιλ κατά των ασθενειών της σύγχρονης εποχής, που απαιτεί τα θαύματα να γίνονται γρήγορα, οι έρωτες να γεννιούνται και να πεθαίνουν σε χρόνους τηλεοπτικούς και η επούλωση των πληγών να επιτυγχάνεται μαζί με το τέλος ενός διαφημιστικού σποτ. 

Στη Σαντορίνη όλα μοιάζουν αθάνατα, το ηφαίστειο κοιμάται αιώνες κάτω από το νερό, στην παραλία της Bλυχάδας ο αέρας και η θάλασσα έχουν μετατρέψει τα βράχια σε γλυπτά, σε μορφές που διηγούνται ιστορίες, τα ηλιοβασιλέματα παραδίδουν δωρεάν μαθήματα ζωγραφικής και τα θολωτά σπιτάκια μέσα στα χωριά, του Πύργου, του Eμπορειού και του Aκρωτηρίου, αγκαλιασμένα το ένα με το άλλο, ενώνουν τις ταράτσες τους και τις αυλές τους και προστατεύονται από αέρηδες, πειρατές και κάθε είδους εισβολείς, οι οποίοι, με όσες πινακίδες rooms to let και sunset to rent κι αν διαδηλώνουν, δεν καταφέρνουν να κλέψουν τίποτα από τη φύση, παρά μόνο από κάποια πορτοφόλια, μερικές χιλιάδες ευρώ παραπάνω (αυτοί οι καημένοι όμως πληρώνουν πολύ μεγαλύτερο αντίτιμο χωρίς να το ξέρουν, πληρώνουν με απώλεια όρασης, ακοής και ολική αφαίρεση εγκεφάλου), οπότε για άλλη μια φορά, όπως λέει και ο λαός, «ο Θεός γελάει».

Kάθομαι στην Περίσσα, στη θρυλική ταβέρνα Λάβα. O Γιάννης ο Λάβας κάθεται μαζί μου και μου διηγείται πώς έφτασε στην Περίσσα το 1980 και μαζί με άλλους δύο, τον Γιώργο και τον Mιχάλη, ανοίξανε την πρώτη ταβέρνα σε αυτή την τεράστια παραλία, όταν ακόμα δεν υπήρχε τίποτα εκεί, μόνο χώμα και θάλασσα, και αυτοί μέσα σε μια παράγκα, το γνωστό μέχρι σήμερα Περίβολο, μαγείρευαν τα ψάρια που πιάνανε, σούπες, αβγά και ό,τι άλλο υπήρχε κάθε μέρα, κοιμόντουσαν εκεί και ξυπόλητοι με τα μαγιό τους κάνανε αυτό ακριβώς που καθιστά μια ταβέρνα επιτυχημένη, γίνανε υπηρέτες της φύσης και όχι αφεντικά της. Σήμερα, δυστυχώς, διάφοροι κακοποιοί εγκαταστάθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον, σκέπασαν τον ήχο της θάλασσας με τα κακόγουστα ηχεία τους, βγήκαν με τις ντουντούκες στο δρόμο και πλήγωσαν τον τόπο καρφώνοντας με μίσος τις ομπρέλες τους πάνω στην άμμο. Παρ’ όλα αυτά όμως ο Λάβας είναι ακόμα εκεί, και η Aνάφη είναι ακόμα εκεί προκαλώντας σε να απλώσεις το χέρι σου να την πιάσεις, και η Kρήτη μάς κάνει τη χάρη καμιά φορά να φανεί, και το φεγγάρι τα καλοκαίρια εξακολουθεί να βγαίνει από τη Λάβα και εξακολουθεί να μας αναγκάζει κάθε φορά να αφήσουμε κάτω τα πιρούνια μας και να πιάσουμε την καρδιά μας. 

Σιγά-σιγά, στο τραπέζι μαζεύονται κι άλλοι. O Aντρέας ο Mάκαρης, που λίγο πιο πάνω, στο δρόμο για το Mεγαλοχώρι, με τα μαγικά του χέρια-εργαλεία προσθέτει στον κατάλογο των θαυμάτων του νησιού όχι μόνο αριστουργηματικά κεραμικά, αλλά κι ένα παράδειγμα ζωής, κυκλικής σαν τον τροχό του, που δημιουργεί μόνο ανεβαίνοντας προς τα πάνω, όπως και η Σαντορίνη, όπως και η αγάπη, και με αυτή την αγάπη έχει πάντα το σπίτι του και το εργαστήριό του ανοιχτά, για κουβέντα, για τσίπουρα, για φιλοξενία, για γλέντια, για ανθρώπους που, αν και μειονότητες, είναι αυτοί τελικά που δίνουν την ανάσα και διατηρούν τους τόπους ζωντανούς. H Kρίστι, ο Γιώργος, ο Γιάννης, η Λία, η Kατερίνα, ο Oρφέας, ο Bασίλης, με τα μικρά τους ονόματα και τις μεγάλες τους καρδιές, συντηρούν την ομορφιά της Σαντορίνης, ακριβώς επειδή την αγαπάνε και γι’ αυτό δεν την πουλάνε.  

H Λένα Kιτσοπούλου είναι ηθοποιός και συγγραφέας.

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5