1821 Digital Gallery
Η «απολογία» μιας συγγραφέως

Η «απολογία» μιας συγγραφέως

Ένα Υ.Γ. στα «Μπαρμπέρικα» της Αθήνας

Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του τελευταίου μου βιβλίου ( Τα Μπαρμπέρικα. Η πορεία τους στο πέρασμα του χρόνου και αφηγήσεις κουρέων, εκδ. ΦΙΛΙΠΠΟΤΗΣ, Αθήνα 2012) διάβαζα με προσοχή, όπως είναι φυσικό, οτιδήποτε δημοσιευόταν σε φύλλα εφημερίδων και είχε σχέση με κουρεία και κουρείς. Έτσι, αρκετές φορές έπεσα επάνω σε συνεντεύξεις του κυρίου Παναγιώτη Γρηγορίου, ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης του barber shop "1900", του πιο «ατμοσφαιρικού» κουρείου της Αθήνας. Επισκέφθηκα το κουρείο αυτό δύο φορές, αλλά, και τις δύο, συμπτωματικά, ο ίδιος έλειπε και μου άνοιξε την πόρτα ο Αγέτ, ο Αιγύπτιος κουρέας και υπάλληλός του.

Το κουρείο αυτό με άφησε άφωνη. Σε αυτό συνετέλεσαν πολλά πράγματα. Καταρχήν η ευγένεια του Αγέτ, ο οποίος με προθυμία με ξενάγησε στον χώρο και μου έφτιαξε έναν καφέ εσπρέσσο, εξαιρετικό. Έπειτα, ήταν τα έπιπλα εποχής, πραγματικά έργα τέχνης, οι γκραβούρες, τα εργαλεία και σκεύη από κουρεία παλαιότερων δεκαετιών. Ακόμη και το κουδούνι στην εξωτερική θύρα είναι ένα κόσμημα. Περισσότερο,όμως, από όλ' αυτά, ήταν η «αύρα» που είχε ο χώρος. Αισθάνθηκα άνετα και οικεία. Επειδή, λοιπόν, ολόκληρο το κουρείο είναι ένα κόσμημα, κάτι ανάμεσα σε σαλόνι και γκαλερί, δεν ήθελα με κανέναν τρόπο να μείνει έξω από το βιβλίο. Πράγματι, έβαλα αρκετές φωτογραφίες του κουρείου μέσα στο βιβλίο- αλλά όχι φωτογραφία του κυρίου Γρηγορίου ούτε και την προσωπική του αφήγηση, όπως έκανα με όλους τους άλλους ιδιοκτήτες κουρείων. Γι' αυτή μου την συμπεριφορά έβρισκα δικαιολογία στον εαυτό μου, ότι αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία, αφού ο κύριος Γρηγορίου δεν είναι κουρέας, όπως οι περισσότεροι ιδιοκτήτες κουρείων, αλλά μόνο επιχειρηματίας. «Τί δουλειά», έλεγα, «έχω εγώ με έναν επιχειρηματία που δεν είναι κουρέας; Εγώ ασχολούμαι με κουρείς».

Κάποια στιγμή το βιβλίο εκδόθηκε και επειδή οι καιροί είναι δύσκολοι, αποφάσισα να βοηθήσω τον εκδότη πηγαίνοντας η ίδια ένα αντίτυπο του βιβλίου σε όσους ιδιοκτήτες κουρείων είχα επισκεφθεί, με την ελπίδα να αγοραστεί το βιβλίο και να βγάλει ο εκδότης τα έξοδα έκδοσης. Έτσι τα βήματά μου με έφεραν άλλη μια φορά στη γωνία των οδών Υψηλάντου και Πλουτάρχου. Αυτή τη φορά ο κύριος Γρηγορίου ήταν εκεί. Μάλιστα, μου άνοιξε ο ίδιος την πόρτα και με υποδέχθηκε με ειλικρινές χαμόγελο, χωρίς να ξέρει ποια είμαι και τι ήθελα. Είδα μπροστά μου έναν προσηνή και χαρίεντα άνθρωπο. Του είπα το όνομά μου και με ντροπή, που ήλπιζα να μη διακρίνεται στο πρόσωπό μου, του έδωσα το βιβλίο. Το αγόρασε αμέσως, λέγοντας, ότι το ήξερε ήδη και το ήθελε.Μιλήσαμε αρκετή ώρα. Μου είπε ότι ο σκοπός του ήταν να ανοίξει ένα κουρείο, όπου οι πελάτες θα μπορούν παράλληλα με την περιποίηση προσώπου και κεφαλής να ξεδώσουν, να πιουν κάτι, να συναντηθούν με φίλους ή συνεργάτες, να μιλήσουν σε ένα χώρο φιλόξενο και καλόγουστο.

Η ιστορία, όμως, δεν τελειώνει εδώ. Λίγο πριν εκδοθεί το βιβλίο (ήταν στην πρώτη διόρθωση) ο κύριος Γιώργος Σγουράκης, μου είχε πάρει μια συνέντευξη στον 9.84 για να γνωστοποιήσουμε στους ακροατές του σταθμού την προσεχή έκδοση του βιβλίου. Μάλιστα, η συνέντευξη είχε διανθιστεί με τραγούδια που έχουν σχέση με κουρείς και κουρεία, τα οποία έβρισκε ο τόσο αγαπητός συνεργάτης του σταθμού, ο Ντίνος Ντάλης, που πρόσφατα έφυγε για το μεγάλο ταξίδι. Εκτός μικροφώνου, ο κύριος Σγουράκης μου μίλησε για τον κουρέα του, τον Βασίλη Θεοχάρη, στο Παγκράτι, στην οδό Φιλολάου. Το βιβλίο, όμως, είχε σχεδόν τελειώσει. Μπορούσα να κάνω πολύ μικρές επεμβάσεις.Παρόλ' αυτά, θα μπορούσα να είχα πάει να επισκεφθώ το κουρείο αυτό. Δεν το έκανα. Μπήκα, όμως, στο ίντερνετ και είδα μια αντιπροσωπευτική φωτογραφία του κουρείου του κυρίου Θεοχάρη, την οποία και έβαλα στο βιβλίο. Και πρόσθεσα και δυο λόγια στο κείμενο, στο υποκεφάλαιο που επιγράφεται Oι νέες τάσεις στα κουρεία σήμερα. Τα δυο κουρεία, το barber shop"1900" του Παναγιώτη Γρηγορίου και το κουρείο του Βασίλη Θεοχάρη, είναι τα δύο από τα τρία κουρεία που αναφέρονται στο κεφάλαιο αυτό. Και είναι το ένα δίπλα στο άλλο μέσα στο βιβλίο.

Κάποια μέρα, λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου, έλαβα ένα τηλεφώνημα από τον κύριο Θεοχάρη. Μου είπε ότι αγόρασε το βιβλίο και ότι του άρεσε πολύ. Έτσι, κατόπιν εορτής, τον επισκέφθηκα και θαύμασα τις δύο αποκαταστημένες παλιές πολυθρόνες του κουρείου του, η ιστορία των οποίων αξίζει να αποτελέσει ένα άλλο άρθρο. Θαύμασα επίσης τον ένα από τους τοίχους του κουρείου, από αρμολογημένη πέτρα που ο ίδιος, με τα χέρια του έφτιαξε, αφού, αρχικά, αυτή ήταν η δουλειά του, που έμαθε κοντά στον πατέρα του. Μιλήσαμε πολύ. Μου είπε ότι αν όλα είχαν πάει κατευχήν, σύμφωνα με τα σχέδια που είχε δυο τρεις δεκαετίες παλιότερα, θα είχε γίνει φούρναρης στην Δημητσάνα, όπου γεννήθηκε. Όμως, από ανατροπές της ζωής έγινε κουρέας και μάλιστα με πολλά βραβεία σε διεθνείς διαγωνισμούς και έντονη παρουσία στον χώρο. Το πιο απροσδόκητο, όμως, σημείο αυτής της ιστορίας έγκειται στο ότι είναι φίλοι με τον Παναγιώτη Γρηγορίου και για ένα διάστημα υπήρξαν και συνεργάτες.

Κι εγώ, χωρίς να το ξέρω, έβαλα στο βιβλίο τα κουρεία τους κοντά-κοντά επειδή έχουν και τα δύο προσωπικό στυλ, ατμόσφαιρα και προκαλούν τον πελάτη να καθήσει, να χαλαρώσει, να νοιώσει καλά, παράλληλα βέβαια με τις υπηρεσίες που προσφέρουν. Σημειωτέον ότι και στα δύο προσφέρεται και η υπηρεσία ξυρίσματος. Το τονίζω, γιατί πολλοί κουρείς δεν προσφέρουν πια αυτήν την υπηρεσία.

Τώρα θα μου πείτε, γιατί τα έγραψα όλα αυτά. Ο λόγος είναι, ότι, ενώ θα μπορούσα να είχα γνωρίσει δυο ευγενέστατους ανθρώπους πριν από την έκδοση και να είχα περιλάβει τις αφηγήσεις τους στο βιβλίο, δεν το έκανα. Αισθάνθηκα λοιπόν ότι έπρεπε, κατά κάποιον τρόπο, να επανορθώσω. Ευχαριστώ πολύ την Athens Voice, που με βοήθησε να το κάνω.

 

Back to top

Προσεχως

Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5