Visual Browsing
Monika
ΤΕΥΧΟΣ 370

Το Μανιφέστο της αισιοδοξίας

Το δικό μας μουσικό New Wave
Monika

Ο μόνος λόγος που αξίζει να μην καταρρεύσει η χώρα είναι αυτές οι πυγολαμπίδες που φέγγουν στο σκοτάδι το οποίο προκάλεσε η γενιά μου. Αισθάνομαι τυχερός που αυτοί οι νέοι άνθρωποι, αντί να με λιθοβολήσουν, μ’ αφήνουν να είμαι μαζί τους, να αντλώ αισιοδοξία από τη δημιουργική τους ενέργεια και να βλέπω ένα μέλλον που έχει φως και δεν το χρωστάνε πουθενά...Ο Boy για την κραυγή αγωνίας, γιατί τραγουδάει για την πόλη τώρα, για το μονότονο ρυθμό ενός ταμπούρλου.Η Monika, που έχει το χάρισμα να συναρμολογεί όμορφα τραγούδια.

Οι My Wet Calvin για το αλλόκοτο και πάντα μεταμφιεσμένο μουσικό σύμπαν.Οι Callas, που έβαλαν ένα χεράκι για ολόκληρη τη φάση, που ταξιδεύουν συχνά εκεί που συμβαίνει, που έχουν πίστη.Είμαι μαζί με τους Keep Shelly In Athens στην περιοδεία τους στο εξωτερικό –όπως και με κάθε άλλο γκρουπ που διασχίζει τα σύνορα– έχοντας βρει μόνο του την άκρη.Διαβάζω στο εξώφυλλο των Electric Litany: «Dedicated to the 2008 rebelion and to very rebelion that substantialy challenges the civilization of authority» και το περιεχόμενο είναι ακόμη καλύτερο.

n

Τα μουσικά θραύσματα των drog_A_tek με σημαδεύουν από παντού και με πετυχαίνουν πάντα στο δόξα πατρί.O Lolek (ή ο Λόλεκ, αν προτιμάτε) του οποίου η ήρεμη δύναμη τσιμπάει σαν αχινός.Οι Berlin Brides, οι Katrin the Thrill, η Marietta Fafouti, η Etten, η Tango With Lions, η Sougahspank, γιατί τι θα ήταν η pop κουλτούρα χωρίς γυναίκες;  Τίποτα!Οι Baby Guru κάνουν με την πρώτη το μεγάλο άλμα και προσγειώνονται δίπλα στο βασίλειο ενός σπουδαίου και αρχαίου μουσικού πολιτισμού.Οι Your Ηand In Mine μου κρατάνε το χέρι και μου δείχνουν τον καινούργιο τους κήπο.Για τα υπέροχα ταξίδια μεγάλης διάρκειας των GravitySays_i., Install, Modrec, Raintear, Monovine διότι: It’s Only Rock’n’ Roll But I Like It.Ο Ευριπίδης και ο Larry Gus, που μας κοιτάνε από την Ισπανία.Η κομψή pop των Liarbirds, των Expert Medicine και του Sillyboy, των Mary’s Flower Superhead και των Voyage Limpid Sound, αλλά και η φτηνή ποπ για την ελίτ των Κόρε Υδρο.

Σχετικα
Κορωνοπάρτι στην Κυψέλη: Δυνατή μουσική και συνωστισμός (βίντεο)
Κορωνοπάρτι στην Κυψέλη: Δυνατή μουσική και συνωστισμός (βίντεο)

n

Ο ενθουσιασμός για τα ενδιαφέροντα ντεμπούτa του Kid Flicks, του Urban Shadow και τα γευστικότατα brownies του Egg Hell.

Το ηλεκτρονικό σύμπαν των Joalz, του Felizol, των Hometaping, της Όλγας  Κουκλάκη, της dalot και τόσων άλλων.

Σχετικα
Ιωάννα Καζόγλου: Η 17χρονη που μαγεύει με την κιθάρα της
Ιωάννα Καζόγλου: Η 17χρονη που μαγεύει με την κιθάρα της

Άκουσα τα demo τους, πήγα στις πρόβες τους, αναζήτησα τη δημιουργικότητά τους με το soundwave, ταξίδεψα μαζί τους με το velvet bus, ανέβηκαν στη σκηνή της ATHENS VOICE, τους είδα live και τους μίλησα, πήρα στα χέρια μου τα βινύλιά τους και κάθε φορά μου πρόσφεραν την ίδια αύρα αισιοδοξίας ότι αυτό που θα χτίσουν μπορεί να είναι πολύ πιο κανονικό, όμορφο και ανιδιοτελές. - Μάκης Μηλάτος


Πώς γεννιούνται οι ελπίδες

Γράφει ο Καθηγητής Νίκος Μαραντζίδης

Η κρίση ήλθε στο σπίτι μας από το συνηθισμένο δρόμο: τα βραδινά δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης. Τα νέα ήταν διαρκώς δυσάρεστα, με έντονο το αίσθημα της αγωνίας για το αύριο. Σιγά-σιγά εξοικειωθήκαμε με τη μελαγχολία και τη θλίψη. Συνηθίσαμε στη χρήση όχι και τόσο εύηχων χρηματοπιστωτικών όρων που δεν γνωρίζαμε από πριν, αλλά που είχαμε αρχίσει να αντιλαμβανόμαστε τη σημασία τους στη ζωή μας, όπως περίπου τα ρίχτερ των σεισμών όταν τρέμει η γη κάτω από τα πόδια μας.

Σύντομα, η κρίση έφτασε και στα ακουστικά του τηλεφώνου μας, σταθερών και κινητών. Φίλοι και γνωστοί, άτομα που είχες καιρό να τους μιλήσεις τηλεφωνούσαν κατά τη διάρκεια των δελτίων ή μετά από αυτά. Το «τι γίνεσαι;», «είσαι καλά;», «πώς πάει;» αντικαταστάθηκαν σύντομα από πιο πρακτικές ερωτήσεις, «άκουσες τα νέα;», «τι λες να γίνει;», «πιστεύεις πως θα χρεοκοπήσουμε;». Δεν θυμάμαι πόσες φορές έχω κάνει αυτή την ερώτηση σε φίλους μου οικονομολόγους, αλλά και σε άλλους λιγότερο ειδικούς. Δεν θυμάμαι, πόσες φορές επανέλαβα αυτή τη φράση: «Λες να τα καταφέρουμε;». Δεν θυμάμαι πόσες φορές πήρα την ίδια απάντηση: «Δεν ξέρω!».

Στη συνέχεια αρχίσαμε να μετράμε τα κλειστά μαγαζιά στους δρόμους της πόλης. Με τα κλειστά μαγαζιά άρχισε να κλείνει κι η καρδιά μας. Είπα να σταματήσω να μετράω. Τι νόημα είχε άλλωστε; Σταμάτησα. Τώρα τελευταία, λοξοκοιτάζω μόνο προς τις βιτρίνες. Το κεφάλι μου είναι στραμμένο προς την άλλη πλευρά, προς τα αυτοκίνητα που κινούνται προς τις ίδιες πάντα κατευθύνσεις. Είναι πιο ευχάριστο θέαμα από τις κατεβασμένες με στόρια βιτρίνες και τα άδεια καταστήματα.Η κατάσταση στην αρχή είχε όλα τα χαρακτηριστικά του απρόσμενου κακού νέου, αυτού που λες «δεν είναι δυνατόν να τύχει αυτό σε μένα». Και όμως τυχαίνει σε σένα και στην αρχή δεν ξέρεις πώς να αντιδράσεις και όταν το συνειδητοποιείς απλώς πενθείς, δεν ξέρεις τι άλλο να κάνεις.

Πολλοί φίλοι μου πενθούσαν όλο αυτό τον καιρό, κι εγώ ο ίδιος. Μοιραζόμουν τις σκέψεις και τις αγωνίες στο σπίτι, στη δουλειά, ακόμη και στο γήπεδο. Ακόμη και στο γήπεδο, που μέχρι τώρα κατάφερνε να με κάνει να ξεχνώ τα πάντα εκτός από το πάθος για τη νίκη της ομάδας μας, τα ημίχρονά μας δεν είναι πια όπως παλιά.Στους αγανακτισμένους δεν πήγα. Δεν έβρισκα το λόγο να πάω. Δεν μου πάει αυτό που ονομάζεται «emotional politics»∙ για τις συγκινήσεις έχω τον ΠΑΟΚ. Το ότι ήμουν και εγώ θυμωμένος δεν αποτελούσε επαρκή λόγο για να με κάνει να βρεθώ με άλλους θυμωμένους. Δεν ήμουν βέβαιος, εξάλλου, πως ήμασταν θυμωμένοι για τους ίδιους λόγους, δεν ήμουν βέβαιος πως πολλοί θυμοί μαζί, ασπόνδυλα συγκεντρωμένοι, όπως ένα τσουβάλι πατάτες, συνιστούν μια κάποια λύση.

Ο καιρός κυλούσε κάπως έτσι, θλιβερός, μελαγχολικός περιμένοντας μικρές χαρές, γιατί οι μεγάλες δεν φαίνονταν από πουθενά. Κάπως ξαφνικά συνειδητοποίησα πως οι συζητήσεις είχαν σταδιακά αρχίσει να αλλάζουν χαρακτήρα. Στα συνηθισμένα  ερωτήματα του τύπου «τι λες, θα χρεοκοπήσουμε;» άρχισαν δειλά δειλά, κάπως ντροπαλά στην αρχή, να εμφανίζονται κι άλλα: «Θα κάνουμε κάτι;». Ολοένα και περισσότεροι εξέπεμπαν την ανάγκη για κάτι συλλογικό, για κάτι που θα ξεπερνούσε την ατομική στάση ή την απλή διαμαρτυρία.  Όχι, δεν ήταν η κοινωνικότητά μας που οξύνθηκε με την κρίση, ήταν η συνείδησή μας που σε πολλούς ξύπνησε.

Με την κρίση ένα σημαντικό τμήμα ανθρώπων που ζούσαν τη ζωή τους «ανέμελα», περιορίζοντας τις ευθύνες στην καριέρα τους και την οικογένειά τους, συνειδητοποίησαν πως για να μπορεί κάποιος να απολαμβάνει ένα επίπεδο ευημερίας και ένα επίπεδο πολιτικής ελευθερίας και δημοκρατίας ανάλογο με αυτό της αναπτυγμένης Δύσης πρέπει να πληρώσει το κόστος που του αναλογεί. Όχι μόνο πληρώνοντας φόρους, αλλά καταβάλλοντας και το κόστος του πολίτη. Το κόστος του πολίτη σημαίνει ενασχόληση με τα κοινά, σημαίνει να πάρεις το ρίσκο να εκτεθείς, όχι μόνο να σχολιάζεις εκ του ασφαλούς.Με την κρίση αρχίσαμε πολλοί να σκεφτόμαστε πως κάτι πρέπει να γίνει για να πάμε από το εγώ στο εμείς. Κάπως έτσι δεν γεννιούνται και οι ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο;

Ο Νίκος Μαραντζίδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και ιδρυτικό μέλος του Κοινωνικού Συνδέσμου.


Θα έχουμε πάντα τη χωριάτικη!

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, μπούχτισα με τη ρόκα-παρμεζάνα, η οποία αναδείχτηκε σε διατροφικό εθνικό φετίχ. Είτε σε επαγγελματικό γεύμα είτε με φίλους, έπρεπε πριν έρθουν τα κυρίως πιάτα να τα λέμε με μια ρόκα-παρμεζάνα μπροστά μας. Λες και ήμασταν Γερμαναράδες ή Γαλλόπουλα. Κι ο καθένας έπρεπε να έχει τη δική του ρόκα-παρμεζάνα, όπως λέμε, ο καθένας στη ρόκα-παρμεζάνα κοσμάρα του. Η ρόκα ήταν Μαρόκα, η παρμεζάνα τοσκάνικη, τα καρύδια κινέζικα και το μπαλσάμικο από τη Μόντενα. Ήταν η εποχή που το έθνος έχτιζε το α λα «Δυναστεία» προφίλ του, με τους Λαρισαίους να διαθέτουν περισσότερα Καγιέν από όσα το Μπέβερλι Χιλς, οι Αθηναίες να έχουν κουπ και συμπεριφορά Πάρις Χίλτον, οι Ξανθιώτες να καπνίζουν δεινά το πούρο τους, λες και γεννήθηκαν στην Αβάνα κι όχι δίπλα στον ποταμό Κόσυνθο, ενώ στη Θεσσαλονίκη γεύμα χωρίς ρόκα-παρμεζάνα με όλες τις πρώτες ύλες εισαγόμενες ήταν σαν δημοτική μουσική χωρίς κλαρίνο.

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, μπούχτισα με τους ροκάδες-παρμεζανάκηδες. Δεν μου την έσπαγε η γεύση, λατρεύω τη χλωροφύλλη της, μου την έσπαγε που ο καθένας έπρεπε να τρώει τη σαλάτα του ατομικά. Εκεί κολλούσα εγώ κι έτρωγα τη φλασιά. Τι διάολο γεύμα είναι αυτό, που ο καθένας τρώει τη σαλάτα του; Σουηδός δεν είμαι, ούτε Άγγλος λόρδος, κι ας αγαπώ και τους Cardigans και τους Arctic Monkeys. Ήταν όμως η εποχή που μαϊμουδίζαμε και πιστεύαμε πως Ευρώπη είναι να τρώμε από μια ρόκα-παρμεζάνα ο καθένας.

Ενώ ήμασταν παιδιά της χωριάτικης σαλάτας. Όχι γιατί η γεύση της είναι καλύτερη, αλλά γιατί τρώγεται διά του δύο ή διά του τέσσερα. Μπαίνει δηλαδή στη μέση, κι όλοι μαζί γιούργια στην παπάρα με το λάδι, τον τύρο τελεμέ και την ντομάτα, κόκκινη, σκέτο «Let it bleed» στο χρώμα. Και η χωριάτικη, βέβαια, δεινοπάθησε την τελευταία δεκαπενταετία, αφού ιταλικές ντομάτες, αιγυπτιακά κρεμμύδια, δανέζικα τυριά και θρούμπες από το Άινταχο κατέκλυσαν την ελληνική αγορά. Μέχρι που ήρθε η κρίση, το σύμπαν της ρόκας-παρμεζάνας κατέρρευσε κι, όπως προστάζουν οι σοφοί, ο παραγωγικός ελληνικός ιστός πρέπει να αναδιαρθρωθεί. Τα κρεμμύδια να ξαναγίνουν Νευροκοπίου, οι ελιές Καλαμών, οι ντομάτες Κρήτης, τα αγγουράκια Διδυμοτείχου και το τυρί γιαννιώτικο.

Η επιστροφή της χωριάτικης σαλάτας με κάνει αισιόδοξο, με γεμίζει χαρά. Ευτυχές και αισιόδοξον, λοιπόν, το νέο έπος. Όχι μόνο γιατί επανέρχονται οι γεύσεις που ξεχάσαμε, αλλά γιατί επιστρέφει το «χωριάτικης attitude». Όλοι μαζί δηλαδή, με τη σαλάτα στη μέση, να τσιμπάμε και να μιλάμε για τον Μέσι! Να ορμάμε παρέα, να την τρώμε παρέα, να βουτάμε στο λάδι παρέα, να τα λέμε παρέα. Και στο τέλος να σκοτωνόμαστε ποιος θα πρωτοπληρώσει το λογαριασμό. Κι αυτό με κάνει αισιόδοξο, το ότι δηλαδή έπαψε αυτό το ξενέρωτο «λογαριασμός διά του όσοι είμαστε» και παρ’ όλη την κρίση, παρ’ όλη τη φτώχεια, να μην το συζητάμε! Θα πληρώσω εγώ. Γιατί αυτό είναι, αδέλφια, το «χωριάτικης attitude». Όλοι μαζί, αισιόδοξα. Και για να παραφράσω το κόκκινο σαν ντομάτα «Let it bleed» των Stones: «Well, we all need someone we can eat and lean on / And if you want it, you can eat horiatiki salata with me». - Στέφανος Τσιτσόπουλος


Δες επίσης: Υπάρχει μια άλλη Ελλάδα  Οι ελληνικές πρωτιές   Made in Greece   Η Ελλάδα όλου του κόσμου   Η Ακρόπολη του Μανώλη Κορρέ  Ελληνικά εύσημα  Τα υπέροχα μικρά ελληνικά ξενοδοχεία  Φιλία  Παραγωγές διεθνούς εμβέλειας   That’s the sound of the πόλις  Οι Έλληνες της γεύσης σε όλο τον κόσμο

 

 

 

Δειτε επισης

Back to top
Το Soundtrack της Πόλης
Athens Voice 102.5